Το 10 του Μ. Καραγάτση

Ας γελάσω. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Καραγάτση και ο τίτλος μια εκ των πρώτων κριτικών μου στο RG. Ποτέ μου δεν σκέφτηκα να γυρίσω και να διαβάσω ξανά αυτές τις κριτικές ξέροντας ότι πια δεν θα μου αρέσουν και κατα πάσα πιθανότητα δεν θα με αντιπροσωπεύουν. Εφόσον όμως διάβασα για νιοστή φορά το βιβλίο, νομίζω δικαιούμαι μια δεύτερη ευκαιρία προσέγγισης, ειδικά τώρα που το ατελείωτο αυτό έργο του Καραγάτση βρίσκεται στη σκιά του Γιούγκερμαν και την Μεγάλης Χίμαιρας.

Ένα φαλιρισμένο εργοστάσιο στον Πειραιά μετατρέπεται σε συγκρότημα κατοικιών. Οι πρωταγωνιστές, όλοι διαφορετικοί μεταξύ τους και προικισμένοι ο καθένας με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του, ζουν στο μεταίχμιο της αλλαγής δύο εποχών. Από την μια το Κέντρο του Πειραιά με τα εμπορικά Μέγαρα και από την άλλη οι συνοικίες της φτωχολογιάς που περιτριγυρίζονται από χωράφια και παράγκες. Στο 10 τώρα, τον μικρόκοσμο των δεκάδων δωματίων, επικρατεί το αδιαχώρητο. Οι ένοικοι μιλούν ο καθένας την δική του γλώσσα και όλοι ξέρουμε το τέλος της Βαβέλ.

Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι δεν ξέρουμε το τέλος του 10. Ο Καραγάτσης έφυγε από την ζωή πριν προλάβει να το τελειώσει, αφήνοντας πίσω του μονάχα το κείμενο και μερικά τετράδια με σημειώσεις. Μελετητές υποστηρίζουν ότι η συνολική έκταση του βιβλίου θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή του Γιούγκερμαν. Καθόλου απίστευτο αν υπολογίσει κανείς το εύρος των πρωταγωνιστών και την μέχρι τώρα πορεία του έργου. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι το βιβλίο εντελώς τυχαία σταματά σε ένα αφηγηματικό σταυροδρόμι, που αν θέλετε την άποψή μου, βγάζει σε λαβύρινθο. Όλες οι ιστορίες θα μπορούσαν να συνεχιστούν, θα μπορούσαν όμως και όχι. Τελειώνοντας το αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν είναι άρτιο, το περίεργο όμως είναι ότι δεν σε ξενίζει. Η παραπάνω άποψη προφανώς δεν βρίσκει όλους σύμφωνους, αλλά είναι το προσωπικό μου απόσταγμα από τουλάχιστον έξι αναγνώσεις του βιβλίου. Εν ολίγοις, με δυσαρέστησαν αρκετά πράγματα, αλλά όχι το τέλος. Το ατελείωτο της υπόθεσης δίνει μια σουρεαλιστική μαγεία στο νατουραλισμό της γραφής. Ναι, είναι μια από τις γοητευτικές πλευρές του βιβλίου.

Για όσους έχουν διαβάσει τον Γιούγκερμαν και την Μεγάλη Χίμαιρα, το 10 δεν θα αποτελέσει έκπληξη. Είναι σαφέστατα ένα πολύ πιο φιλόδοξο έργο, αλλά δεν επιτυγχάνει τον συγκεκριμένο σκοπό του. Παρόλα αυτά, η γραφή του Καραγάτση, αν και εκ πρώτης όψεως δεν παρουσιάζει εμφανείς διαφορές, στο 10 είναι πιο ώριμη. Οι περιγραφές είναι πιο κοφτές, κυριαρχεί ο διάλογος προσφέροντας αμεσότητα, ο συναισθηματισμός είναι μετριασμένος και τοποθετημένος σε καίρια σημεία. Ακόμα και ατελές, το 10 συγγραφικά είναι κομψοτέχνημα!

d37d2-2015-05-262b01-22-042b1

Ας γελάσω λοιπόν. Αυτά ήταν τυπικά τα λόγια ίσως του μεγαλύτερου έλληνα λογοτέχνη. Από όσα βιογραφικά στοιχεία έχω διαβάσει για τον Καραγάτση, μάλλον η εν λόγω φράση πρέπει να ήταν από τις μεγαλύτερες ειρωνείες που του επιφύλαξε η ζωή. Όπως και να χει, διαβάζοντας κανείς το 10 περπατάει πάλι στις γειτονιές του Πειραιά και μπορεί να λείπει η Καλαμάτα του Σκλαβογιάννη και η Θεσσαλονίκη του Καραμάνου, αλλά ακόμα και έτσι παραμένει πάντα άξιο τέκνο του δημιουργού του.


*Εμ, για όσους ακόμα δεν έχουν διαβάσει το 10 και για δικούς τους λόγους δεν μπορούν να το βρούν, μπορούν να το κατεβάσουν και να το διαβάσουν ολόκληρο σε pdf εδώ.

Το ποίημα της εβδομάδας

Παγκόσμια ημέρα ποίησης σήμερα και θα το γιορτάσουμε με -τι άλλο;- το ποίημα της εβδομάδας! Ξέρω, η επιλογή είναι τετριμμένη, δυστυχώς όμως ο περιορισμένος χρόνος δεν μου επιτρέπει κάτι πιο εντυπωσιακό. Παρόλα αυτά, θα σας δώσω μια μικρή συμβουλή για σήμερα. Μην ποστάρετε κάποιο ποίημα, μην διαλαλήσετε στα κοινωνικά δίκτυα την αξία της ποίησης και το χρέος του ποιητή. Το έκαναν άλλοι πριν από εσάς και από μένα. Αντίθετα, σήμερα γιορτάστε τα ποιήματα της ζωής σας, τα κατά δικά σας ποιήματα. Τους ανθρώπους που σας φωτίζουν με το πνεύμα, τις ιδέες και τις πράξεις τους. Διαλέξετε για εκείνους μερικούς στίχους, πάρτε βαθιά ανάσα και αφιερώστε τους. Έτσι και το ποίημα θα πάρει την δόξα που του αξίζει και μερικά χαμόγελα θα λάμψουν στην αυγή της άνοιξης. Τα λέω σε σας για να τα ακούω εγώ, μην νομίζετε. Αλλά καλύτερα ας ακούσουμε την Ιστορία του Mark Strand!

Η ιστορία

Είναι η παλιά ιστορία: παράπονα για το φεγγάρι
που βυθίζεται στη θάλασσα, για τα αστέρια που ξεθωριάζουν με το πρώτο φως,
για το γκαζόν που το βρέχει η δροσιά, για το ασημένιο γκαζόν, για το γκαζόν που κρυώνει.

Και συνεχίζει το δρόμο της: ένας άντρας κοιτά τη σκιά του
και λέει πως είναι η στάχτη του εαυτού του που πέφτει, λέει ότι οι μέρες του
είναι οι πραγματικές μαύρες τρύπες στο διάστημα.
Αλλά τίποτα από αυτά δεν είναι αλήθεια.

Ξέρεις ποια ιστορία εννοώ: είναι αυτή για τα λεπτά που πεθαίνουν,
και τις ώρες, και τα χρόνια: είναι η ιστορία που λέω
για μένα, για σένα, για τον καθένα.

Το ποίημα της εβδομάδας

Ο André Breton γράφει το ποιήμα «Le verbe être» και εκατό χρόνια μετά το διαβάζουμε μαζί και το ζούμε χώρια.

Le verbe être

Γνωρίζω την απελπισία στα κύρια σημεία της. Η απελπισία δεν έχει φτερά, δεν στηρίζεται απαραίτητα σ’ένα ξέστρωτο τραπέζι, σε μια βεράντα κοντά στη θάλασσα το βράδυ. Είναι η απελπισία και δεν είναι η επιστροφή μιας ποσότητας από μικρά γεγονότα όπως οι σπόροι που εγκαταλείπουν, την ώρα που πέφτει η νύχτα, ένα χαράκωμα για ένα άλλο. Δεν είναι τα βρύα πάνω σε μια πέτρα ή το ποτήρι για να πιούμε. Είναι ένα καράβι ραντισμένο με χιόνι αν θέλετε, όπως τα πουλιά που γκρεμίζονται και το αίμα τους δεν έχει καθόλου πυκνότητα. Γνωρίζω την απελπισία στα κύρια σημεία της. Ένα πολύ μικρό σχήμα, οριοθετημένο από ένα κόσμημα για τα μαλλιά.

fondation-pierre-arnaud-lens-art-valais-andre-breton-wall-sabine-weiss-1530

Dear Uncle Charles

Αγαπητέ θείε Charles,

σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου σου και πολλοί από τους αναγνώστες σου θα σε θυμηθούν. Θα σε θυμηθούν γιατί διάβασαν τα λόγια σου για την ζωή και τον έρωτα, ακόμα και αν απέφυγαν όσα έγραψες για τον θάνατο. Θα σε θυμηθούν γιατί ζωή και έρωτας δεν λογίζεται χωρίς τον θάνατο. Και εσύ τα έζησες όλα, έγραψες για όλα και στο τέλος έφυγες από όλα. Όπως θα φύγουμε και εμείς.

Θείε Charles αναρωτιέμαι αν κατέκτησες τελικά όλο τον κόσμο ή αν αρκέστηκες στο τίποτα. Για σένα υπήρχαν μονάχα αυτές οι δύο επιλογές, ακόμα και αν μερικές φορές φαινόσουν αρκετά μίζερος και για τις δύο. Είχες όλο τον κόσμο όταν είχες δίπλα σου την Γυναίκα; Κατέκτησες τα πέρατα στη μέθη σου; Είδες στους τσακωμούς, στα γέλια και στα κλάμματα όσα εμείς δεν μπορούμε να δούμε; Γνώρισες έξυπνους ανθρώπους; Άφησες να σε σκοτώσει ότι αγάπησες; Πέθανες πολλές φορές πριν τελικά πεθάνεις; και κάτι τελευταίο, βρήκες την Jane εκεί που πήγες; Γιατί εγώ την έχω χάσει τελευταία.

Μιας και ανέφερα την Γυναίκα, εχθές ήταν η Παγκόσμια Μέρα της. Γυναίκες σε όλο τον κόσμο βγήκαν και διαδήλωσαν υπέρ των ίσων δικαιωμάτων, υπέρ των ίσων ευκαιριών, υπέρ τους τέλος πάντων. Εσένα, θείε Charles, οι μισές από αυτές σε λατρεύουν σαν θεό και οι άλλες σε μισούν επίσης σαν θεό. Μισογύνη θεό. Δεν έχουν διαβάσει Καραγάτση μάλλον. Αλλά και να είχαν πάλι δεν θα άλλαζε η γνώμη τους θείε. Γιατί έναν άνδρα που κοιτάει τις γάμπες μιας Γυναίκας, αλλά μιλάει για την ψυχή της, Όλες μας τον φοβόμαστε. Έναν άνδρα που παραδέχεται πως έχει ερωτευτεί μονάχα μια φορά στη ζωή του δεν τον Φοβόμαστε, τον Μισούμε. Και εσύ τα έκανες και τα δύο. Πως τα κατέφερες έτσι που τελικά πρόφτασες την γιορτή του πιο θαυμαστού σου ποιήματος και μετά έφυγες. Εσύ που ερωτεύτηκες την Γυναίκα του Lawrence, που είδες πέρα απ τις γυμνές λέξεις και τα γυμνά της στήθη. Εσύ, τελικά, την χάρηκες;

Χθες είδα έναν άνθρωπο να προσπαθεί να αυτοκτονήσει θείε Charles. Κατέβηκε στις ράγες του μετρό και πήγε προς το σκότος. Ένας άνδρας μεγάλης ηλικίας που δεν βρισκόταν σε κάποια διαδήλωση ούτε κάποιο μπαρ, που είχε βαρεθεί να περπατάει στις φλόγες ενός κόσμου χιλιοκαμένου και που ήθελε να δώσει ένα τέλος. Για αυτόν ποιος θα διαδηλώσει; Εσύ που μίλησες για τις φλόγες, τις τίγρης και τα μπλε πουλιά, τα άπιαστα τα κεκλεισμένα. Εσύ που μίλησες για όσους πίνουν μόνοι τους και στέκονται απέναντι σε όλους τους άλλους. (Να ένας δικός μας, πρέπει να τον σώσουμε). Φώναξαν την ασφάλεια και πρόλαβαν και τον απομάκρυναν. Πάντα η γνωστή λύση, αλλά για αυτή έχουν μιλήσει άλλοι ποιητές. Δίπλα μου οι διαδηλώτριες παραπονιόντουσαν για την καθυστέρηση. Δεν ήξεραν, δεν ενδιαφέρονταν; Ελπίζω το πρώτο. Φοβάμαι το δεύτερο.

Δεν συμπαθούσες αυτούς τους ανθρώπους, με αυτά που βλέπω ούτε εγώ τους συμπαθώ. Γιατί έχω και εγώ ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου και το κρατάω γερά κλειδωμένο μην το δει κανείς, μόνο κάτι βράδια το αφήνω να βγαίνει, όπως έκανες εσύ. Μα δίπλα μου τα πρωινά δεν ξυπνάει κάποια πόρνη χασμουρίζοντας ούτε με περιμένει μια γραφομηχανή και ένα ραδιόφωνο που παίζει κλασσική μουσική. Είμαι μόνη στο άδειο δωμάτιο και ακούω τους παφλασμούς των φτερών του. Άραγε το πουλί του χθεσινού άνδρα να δραπέτευσε ή να ψόφησε μέσα στο κελί του; Αυτό ακούστηκε πολύ δικό σου…

Γι αυτό όσοι ζουν σε νεκρές πόλεις γεμίζουν με αδιαφορία και φόβο. Όταν πεθαίνουν πραγματικά, οι κηδείες είναι περιττές. Εσύ που για όλα έγραψες άλλαξε το Παρίσι σου με την Αθήνα μου. Μια πόλη που μυρίζει παρελθόν και απ’ την ψυχή της απλώνεται παγωνιά.

Τώρα που γνωριστήκαμε
και ξέρουμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον
ας χωριστούμε
μ’ένα απλό αντίο.

~ Falsely yours, Jane

B_Bukowsky.jpg


Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή την επέτειο θανάτου του Charles Bukowski, ο οποίος όπου και αν βρίσκεται ελπίζω δίπλα του να έχει ένα μπουκάλι ουίσκι και μια ωραία γυναίκα, και την δικιά μου επικαιρότητα. Το χθεσινό περιστατικό είναι πραγματικό. Κράτησε μόλις τρια λεπτά, αλλά νομίζω μέσα μου θα κρατήσει για καιρό ακόμα. Δεν έγινε τίποτα, δεν πρόλαβε να γίνει, αλλά αυτό δεν είναι ζωή και με τρομάζει. Γράμμα, λοιπόν, ψυχοθεραπεία. Μιας που ούτε στον Charles μπορώ να τα πω ούτε σε κανέναν άλλο.

Το ποίημα της εβδομάδας

Εμπειρίκος, επιτέλους. Στο ποίημα της εβδομάδας θα φιλοξενήσουμε το «Θα περιμένουμε» από την Οκτάνα, το ομώνυμο βιβλίο του ποιητή και προσωπική φανταστική του πόλη. Αύριο στο Μωβ Σκίουρο θα γίνει ένα αφιέρωμα στον Εμπειρίκο και την συγκεκριμένη ποιητική συλλογή, καλώς ερχόντων των πραγμάτων θα είμαι και εγώ εκεί να την θαυμάσω!

Θα περιμένουμε

 Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο μας με το πολύτιμο φορτίο
Το τραίνο μιας άλλης ώρας
Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο που δεν μπορεί μια και ξεκίνησε να σταματήσει
Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
Σε τόπο που νά’ ναι μεσημέρι
Ή σ’ άλλον που νά’ ναι βράδυ
Μα θα περάσει.

Κι εμείς θα περιμένουμε
Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
Να κουραστεί σε στέππες και σε πάμπες
Και σ’ επικίνδυνες ανηφοριές
Το τραίνο μας, που σίγουρα θα φτάσει.

Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.

c4f4ab6daec6f7ac60bfac99e1ed9286.jpg

*Συνδυασμός Εμπειρίκου, Μιγιαζάκι και Trainspotting.

Έθιμα Ταφής της Hannah Kent

Οι μικρές προκαταλήψεις που κάνουν την ζωή μας δυσκολότερη δεν περιορίζονται μονάχα στην υλική πλευρά της καθημερινότητας, αντιθέτως κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος και στον πνευματικό χώρο. Στην δικιά μου περίπτωση όλα άρχισαν πριν από μερικούς μήνες, όταν διάβασα τη Λίγη Ζωή και υποσχέθηκα να μην ακουμπήσω ξανά βιβλίο συγγραφέα που δεν έχει κλείσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του. Μετά διάβασα κάποια ποιήματα του Ρεμπώ και συνήλθα. Διότι, πραγματικά, δεν υπάρχει χειρότερη εκούσια φυλάκιση του ίδιου σου του εαυτού από τα στενοπά που έχεις δημιουργήσει εσύ ο ίδιος για να τον κλείσεις. Μετά από μια προσεκτική επιλογή και τον αδιάλεχτο παράγοντα των εναπομεινάντων βιβλίων στο επαρχιακό βιβλιοπωλείο, αγόρασα, διάβασα και λάτρεψα τα Έθιμα Ταφής της Hannah Kent.

Η Hannah Kent γεννήθηκε το 1985 στην Αδελαίδα της Αυστραλίας. Στα εφηβικά της χρόνια βρέθηκε ως υπότροφη της Λέσχης Ρόταρι στην Ισλανδία, όπου και άκουσε για πρώτη φορά την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, μιας γυναίκας που καταδικάστηκε σε θάνατο για την δολοφονία δύο ανδρών το 1829. Τα Έθιμα Ταφής είναι το πρώτο της βιβλίο, ενώ αυτό τον καιρό μεταφράζεται στα ελληνικά το δεύτερο με τίτλο «The good people».

«Είπαν ότι πρέπει να πεθάνω. Είπαν ότι έκλεψα την ανάσα άλλων ανθρώπων και τώρα πρέπει κι αυτοί να κλέψουν την δική μου. Φαντάζομαι, λοιπόν, πως είμαστε όλοι φλόγες κεριών που φέγγουν θαμπά, τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι και στο φύσημα του αέρα, και μέσα στην ησυχία της κάμαρας ακούω βήματα, βήματα τρομερά που έρχονται, έρχονται να με σβήσουν και να διώξουν τη ζωή μου μακριά από μένα σε μια γκρίζα τολύπα καπνού. Θα χαθώ, θα σκορπίσω στον αέρα και στη νύχτα. Θα μας σβήσουν όλους, τον έναν μετά τον άλλον, ώσπου να μείνει μόνο το δικό τους φως, και μ’αυτό να βλέπουν τον εαυτό τους. Που θα είμαι τότε εγώ;»

Τα Έθιμα Ταφής πραγματεύονται την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, όπως ανέφερα και παραπάνω, και πιο συγκεκριμένα τους μήνες πριν την εκτέλεση της, όταν την έστειλαν να περιμένει το τσεκούρι του δημίου σε ένα αγρόκτημα ενός κοινοτικού υπαλλήλου. Στην αρχή κανένα από τα μέλη της οικογένειας δεν ήθελε την Άγκνες ανάμεσα τους. Δεν ήταν μόνο ο φόβος που φώλιαζε στην καρδιά τους, ότι θα πλάγιαζαν στο ίδιο δωμάτιο με μια φόνισσα, αλλά και η κοινωνική κατακραυγή. Υποσυνείδητα φοβόντουσαν μην κολλήσουν και οι ίδιοι την ρετσινιά του κοινωνικού απόβλητου. Αχ, αθάνατη ανθρωπότητα! Με το πέρασμα του χρόνου όμως καταλαβαίνουν ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και οτι μια στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου δεν είναι ικανή να καθορίσει τον ίδιο τον άνθρωπο.

2017-03-06 09.30.22 1.jpg

Στο τέλος του βιβλίου, η Hannah μαζί με τις ευχαριστίες γράφει και ένα σημείωμα στους αναγνώστες για να τους υποδείξει τα αληθινά από τα μυθοπλαστικά στοιχεία. Ελάχιστα στοιχεία του βιβλίου είναι αμιγώς μυθοπλαστικά και τα περισσότερα από αυτά εξυπηρετούν καθαρά την ροή της πλοκής. Πριν προχωρήσει στη συγγραφή αυτού του ομολογουμένως αμφιλεγόμενου βιβλίου η συγγραφέας μελέτησε σε βάθος την υπόθεση, πήρε συνεντεύξεις και αναζήτησε μέχρι και τα ενοριακά βιβλία της εποχής, τα οποία λειτουργούσαν τότε ως κοινοτικοί κατάλογοι. Ήξερα ότι το ιστορικό μυθιστόρημα είναι από τα πιο δύσκολα είδη, δεν φανταζόμουν όμως ποτέ ότι κάποιος θα έμπαινε σε αυτό τον κόπο για να υπερασπιστεί την τιμή ενός ανθρώπου που δεν γνωρίζει ούτε θα γνωρίσει ποτέ και που στο κάτω κάτω δεν μπορεί να είναι σίγουρος για την αθωότητά του. Ίσως τελικά η ανθρωπότητα να έχει και την καλή της πλευρά.

Η γραφή, χωρίς καμία υπερβολή, είναι εξαιρετική. Η Hannah για να ελαφρύνει κάπως το βαρύ της θεματολογίας του μυθιστορήματός της εναλλάξει τα πρόσωπα των αφηγητών. Στια χωρία της Άγκνες επικρατεί η ποιητικότητα και η σοφία, ενώ διαδοχικά σε άλλα η θεολογική προσέγγιση, ο φόβος και η οργή. Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες από όταν τελείωσα το βιβλίο και τώρα είμαι πιο σίγουρη παρά ποτέ ότι τα Έθιμα Ταφής είναι δείγμα υψηλής λογοτεχνίας. Μαζί με τα ηθικοκοινωνικά ρεύματα της υπόθεσης ο αναγνώστης παίρνει πολλές λαογραφικές και ιστορικές πληροφορίες. Μπαίνει στη θέση του ανθρώπου που εργαζόταν ήλιο με ήλιο και που κοιμόταν σε μαξιλάρια από αποξηραμένα φύκια. Και περιμένει μαζί με την Άγκνες την εφαρμογή της καταδίκης της. Για μένα αυτό ακριβώς είναι η υψηλή λογοτεχνία.

Συστήνεται φυσικά!

ΣτΜ: The Lost Room

Η Σειρά του Μήνα είναι η νέα κατηγορία του Rive Gauche και έχει ως απώτερο σκοπό να συστήσει σειρές που αξίζει να δει κανείς και που σίγουρα έχουν φάει αρκετές ώρες απ’την ζωή της συντάκτριας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα παραπονεθώ για δύο λόγους. Πρώτον, όλη η σειρά διαρκεί λιγότερο από πέντε ώρες (πείτε μου ότι δεν σας έπεισα μόνο με αυτό!) και δεύτερον, παίζει ο Nate Fisher από το Six Feet Under (πάντως αυτό έπεισε εμένα!).

a9cwzlrlftc-market_maxres

Το The Lost Room είναι μια μίνι σειρά επιστημονικής φαντασίας του 2006. Ένας ντεντέκτιβ βρίσκει μετά την έρευνα ενός διπλού φόνου ένα κλειδί ξενοδοχείου (αγγλιστί motel). Κανείς δεν ξέρει που είναι το εν λόγω κατάλυμα και τι ρόλο παίζει με τους φόνους, μέχρι που ανακαλύπτει ότι το συγκεκριμένο κλειδί ανοίγει όλες τις πόρτες και βγάζει σε ένα (χαμένο) δωμάτιο. Δεν είναι μόνο όμως το κλειδί στο παιχνίδι, κάθε αντικείμενο του δωματίου έχει ιδιαίτερες δυνάμεις και μύθους γύρω από αυτό, για αυτό και πολλοί, κακοί συνήθως, αναζητούν και συλλέγουν διακαώς αυτά τα αντικείμενα. Ο Αστυνόμος Nate, συγγνώμη Joe ήθελα να πω, περίεργος να βρει τι συνέβη στο δωμάτιο, αρχίζει προσωπικές έρευνες. Αυτό που δεν γνωρίζει όμως και θα το μάθει με τον πιο άσχημο τρόπο είναι ότι όλο αυτό το παιχνίδι έχει πάντα ένα τίμημα. Έτσι λοιπόν, σε μια πάλι με έναν άλλο συλλέκτη χάνει την κόρη του μέσα στο δωμάτιο και αποφασίζει να κάνει τα πάντα για να την φέρει πίσω.

Οι αρετές της σειράς είναι πολλές και δεν μιλάω μόνο για τις εξαιρετικές ερμηνείες. Προσωπικά απόλαυσα στο έπακρον την μείξη της υποψίας του παράλληλου σύμπαντος με τον αγώνα ενός πατέρα να βρει το παιδί του. Μου το έκανε πιο εύπεπτο, γιατί δεν τα πάω καλά ούτε με την επιστημονική φαντασία ούτε με τα αστυνομικά. Το ατυχές είναι ότι τελειώνοντας η σειρά αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Είναι προφανές οτι η παραγωγή ήθελε την συνέχεια της σειράς, γιατί δεν έβαλε τέλος σε πολλά παραθυράκια. Κάτι στράβωσε, ποιός ξέρει και εμείς μείναμε με έξι επεισόδια (ή τρία δίωρα) και αρκετές θεωρίες.

the_lost_room

Εν κατακλείδι, η σειρά είναι μικρή, είναι καλογυρισμένη και ακόμα και ατελής βλέπεται ευχάριστα. Δεν είναι, βέβαια, ένα επίγειο αριστούργημα και πως να είναι εδώ που τα λέμε, αφού είναι τηλεοπτικό προιόν, αλλά μπορεί κανείς να το ξεχωρίσει από τον κυκεώνα των τηλεοπτικών σειρών του ’00. Επιπλέον, μου είχε λείψει τόσο πολύ ο Peter Krause που θα μπορούσα να τον παρακολουθήσω να πρωταγωνιστεί και στον Barney, το δεινοσαυράκι (crippiest σειρά ever).