Το ποίημα της εβδομάδας

Πρώτα ήρθε το Ένας σταχτής κοκκινολαίμης και μετά το Οtoteman, τώρα ήρθε επιτέλους η ώρα για Το καμουφλάζ της άνοιξης. Το ποίημα άργησε τρεις μήνες να δημοσιευτεί από δική μου υπαιτιότητα και χρωστάω μια προσωπική συγγνώμη στον ποιητή. Χωρίς να θέλω να δικαιολογηθώ όμως, τολμώ να πω ότι μπορεί να άργησε η δημοσίευση, αλλά άτυπα ήρθε στην ώρα της, τώρα που πραγματικά αποκαλύφθηκε πόσο καλά καμουφλάρεται η άνοιξη σε ένα φθινόπωρο που πρόωρα επέτρεψα να έρθει.

Το καμουφλάζ της άνοιξης

Το θρηνητικό ρέκασμα της καρακάξας αντήχησε στα αυτιά μου
από δυο χιλιάδες τρύπες, διαμπερή κουφώματα, χαραμάδες.
-Διέκοψα απότομα την ταινία που ξετύληγε το μυαλό μου
και κοντοστάθηκα μέσα στη χαμοκέλα
που επιστέγαζε για μέρες όλα τα όνειρα και τους εφιάλτες
του Αορίστου, του Ενεστώτα (ή του Μέλλοντος;)-
‘’Τα παιδιά μου νοσσούν από την έλλειψη του πατρός τους’’.
Την συμπόνιά μου με ένα εμπιστευτικό ψέλλισμα
έστειλα στην ίδια φωλιά που κάποτε με μεγάλωσε και μένα η μάνα.

Τα μάτια μου βιασμένα από την αντηλιά
προσπάθησαν να τρέξουν πάνω στα νερά των ξύλων
σε μια διάλεκτο φαινομενικά ακατάλυπτη,
όπως εκείνη των Cherokee.

( atchina ) Η λέξη πάνω σε εκείνους τους ρόζους
των μισοστεκούμενων, διαβρωμένων τοίχων
εντυπώθηκε στη σκέψη μου ( atchina )
ήταν σαν να γνώριζα το νόημά της ( atchina )

Το φάντασμα (ή η σκιά) που είχε γίνει η τροφός μου
με περιτριγύριζε σε τούτο το κελί,
με κρατούσε χάμω αδύναμο από τις τόσες σκοτοδίνες
προσφερόμενες ως ύπνος, ξεκούραση, ενόραση. ( atchina )
Αυτό το μίασμα που δέσμευε και το δικό μου οξυγόνο
με είχε βάλει να το ακολουθώ για χρόνια
ως προς εξασφάλιση της ύπαρξής του.
Όλο αυτό το θολερό φάσμα προκαταλύψεων, ανασφαλειών, φοβιών
που οι γονείς εμφυσούν σαν προστασία,
είναι η σκιά μπροστά μου, ( atchina ).
Η σκιά των προγόνων μου που είχε υποστεί αλλοίωση,
αλλά ήταν μόνο κατά το ελάχιστο σκιά δικιά μου.

Βούτηξα τη σκιά και την έπνιξα
(κροταλισμός θανάτωσης του τέως εαυτού μου)
στο αργόσυρτο ποτάμι της αχρωματοψίας μου,
όπως η γιαγιά μου συνήθιζε να πλένει τα σκουτιά της.
Ο ζόφος που απλώθηκε σαν βρώμα από τα παλιόρουχα
αποκάλυψε χρώματα! (Πανδαισία! Παλιγγενεσία!)

Ένας ερωδιός πέταξε για να βρει το νεο του σπίτι
και η ανάκλαση του ειδώλου του στο νερό
μου υπέδειξε που κυτόταν ένα βίπερ τσέπης.
Μια μουλιασμένη από τα νερά (ή απο τα δάκρυα;),
ιστορία αγάπης που κάτι μου θύμιζε.
Το εξώφυλλο είχε αλλοιωθεί και δεν καταλάβαινα τα πρόσωπα.
Ο επίλογος όμως ήταν σκισμένος (κάποιος τον έσκισε).
Τρομερό πράγμα πως αποσαθρώνονται τα πρόσωπα
και οι καταστάσεις πάνω στα βράχια του χρόνου.

Το τίναγμα της στάχτης ενός σπουργιτιού δίπλα μου
-όχι δεν ήταν σπουργίτι- με ξάφνιασε
και κείνο το εκτυφλωτικό κόκκινο στίγμα
που είχε στο λαιμό του, μου αποκάλυψε
πόσο καλά καμουφλάρεται η άνοιξη
σε ένα φθινόπωρο που πρόωρα επέτρεψα να έρθει.

μέσα Οκτωβρίου 2016,
Κων/νος Παπαπέτρου

Νυχτερινό Δελτίο του Πέτρου Μάρκαρη

Άκουσα για πρώτη φορά το όνομα του κ. Μάρκαρη μερικά χρόνια πριν σε μια εκπομπή των Πρωταγωνιστών με θέμα την Χρυσή Αυγή. Ήταν 2012, ένα κόμμα με εθνικιστικά ιδεώδη είχε μπει πανηγυρικά στα έδρανα της Βουλής και όλοι απορούσαν από που ήρθε και τι θα γίνει με αυτό. Στην εκπομπή ακούστηκαν πολλές απόψεις, όλες ενδιαφέρουσες, άλλα ο λόγος του Μάρκαρη με μαγνήτισε. Δεν έλεγε κάτι που το άκουγα για πρώτη φορά, αλλά ήταν ο τρόπος και οι κατευθύνσεις του τέτοιες που ήταν πιο κοντά στην δική μου ιδιοσυγκρασία. Πολλά βιβλία του έχουν πέσει στα χέρια μου από τότε, αλλά μόλις φέτος κατάφερα να διαβάσω το πρώτο, αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω στην σημερινή ανάρτηση, το Νυχτερινό Δελτίο.

Ο Πέτρος Μάρκαρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1937. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Αυστρία και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα το 1964. Ένα μόλις χρόνο μετά εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το θεατρικό έργο Η ιστορία του Αλή Ρέτζο. Έχει εργαστεί ως σεναριογράφος θεατρικών και κινηματογραφικών έργων, μεταφραστής (μάλιστα, με διακρίσεις στον συγκεκριμένο τομέα) και έχει διατελέσει πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Το 1995 κυκλοφόρησε το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα, το Νυχτερινό Δελτίο, όπου μας γνώρισε με τον κεντρικό ήρωα των περιπετειών του, τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο. Έκτοτε, ακολούθησαν αρκετά αστυνομικά μυθιστορήματα και αρκετές συμμετοχές σε συλλογή έργα.

Δύο πτώματα Αλβανών βρίσκονται σε ένα φτωχικό σπίτι στο Ρέντη και ένοχος κρίνεται ένας συμπατριώτης των θυμάτων. Η υπόθεση ετοιμάζεται να κλείσει στα γραφεία της αστυνομικής διεύθυνσης, όταν μια δαιμόνια δημοσιογράφος βάζει φωτιές στον υπεύθυνος της υπόθεσης, τον αστυνόμο Χαρίτο. Ο Χαρίτος ξεκινάει την έρευνα από την αρχή, μα πριν κιόλας προλάβει να την ολοκληρώσει ενημερώνεται για έναν τρίτο φόνο, αυτόν της δημοσιογράφου. Η υπόθεση ξεκινάει δυναμικά και συνεχίζει περίπου έτσι μέχρι την μέση του βιβλίου. Έπειτα, οι παράλληλες ιστορίες μπλέκονται και μέχρι να λυθούν στο τέλος ο αναγνώστης βρίσκεται σε μια συνεχόμενη σύγχυση.

20170218_1401570

Για να είμαι ειλικρινής η πλοκή δεν με ενθουσίασε. Πιο συγκεκριμένα, την θεωρώ κάπως τραβηγμένη σε ορισμένα σημεία και αρκετά θολή σε μερικά άλλα. Αυτό όμως που μου έκανε την καλύτερη εντύπωση και είναι η κινητήριος δύναμη αυτής εδώ της ανάρτησης είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Κώστας Χαρίτος. Πρόκειται για έναν πενηντάρη οικογενειάρχη αστυνομικό, ο οποίος παρόλη την σαπίλα και την προχειρότητα που φέρει ο κλάδος του, θέλει να κάνει καλά την δουλειά του. Είναι πονηρός όσο πρέπει, τα λέει όπως πρέπει και δεν τρέφει αυταπάτες ούτε για την δουλειά ούτε για την οικογένεια του. Μέσω του ήρωα του ο Μάρκαρης μιλάει για την οικογένεια, τα σώματα ασφαλείας και την κοινωνία της δεκαετίας του ’90, η οποία ελάχιστα έχει αλλάξει από τότε. Πολλοί παρομοιάζουν τον Χαρίτο με τον σύγχρονο απόγονο του Μπέκα, αλλά έχοντας διαβάσει μονάχα ένα βιβλίο δεν μπορώ να εκφέρω άποψη. Σίγουρα οι δύο ήρωες έχουν σημαντικές ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές, ειδικά στο συγγραφικό πλαίσιο.

Το Νυχτερινό Δελτίο είναι ένα καλό βιβλίο στο σύνολό του. Είναι εύκολο ανάγνωσμα και το προτείνω στους λάτρεις του είδους, αλλά και σε όσους ψάχνουν ενδιαφέρουσες φωνές στην ελληνική γραμματεία.

Ερωτευμεnoir του Λάμπρου Καντίλα

Έβαλε τα γυαλιά του.

Είχε ανέβει η μυωπία του τελευταία και ήθελε να βλέπει το πρόσωπό της καλύτερα. Να μπορεί να παρατηρεί κάθε λεπτομέρεια της.

Του είχε γίνει εμμονή.

Ήπιε μια γουλιά από το ποτό που κρατούσε, του άρεσε το κάψιμο που του προκαλούσε παρόλο που ήταν κακό για την υγεία του. Δεν τον ένοιαζε, είχε πάρει απόφαση να το κόψει αλλά εκείνη η μέρα που θα συνέβαινε αυτό δεν είχε έρθει ακόμα.

Της χαμογέλασε διστακτικά, εκείνη δεν τον κοίταζε, το βλέμμα της αδιάφορο.

Η στάση της τον ενοχλούσε αλλά δεν τολμούσε να μιλήσει, δεν μπορούσε, αρκούταν στις σκέψεις που έκανε. Την ένιωθε κοντά του αλλά τόσο μακρυά ταυτόχρονα.

Άλλη μια γουλιά.

Ευχόταν να σηκώσει το βλέμμα της και να τον κοιτάξει, “Κοίταξέ με να πάρει” μονολογούσε.

Άπλωσε το χέρι του να τη φτάσει, να νιώσει τον παλμό της από ένα απλό άγγιγμα, να της δείξει ότι είναι εδώ μαζί της και πως τίποτα δεν θα το άλλαζε αυτό.

Ένιωσε την καρδιά του να σπάει, το μόνο πράγμα που άγγιζε το χέρι του ήταν το ποτό του.

Επόμενη γουλιά.

Άλλη μία.

Σήκωσε το βλέμμα της προς το μέρος του, έγειρε το κεφάλι της χωρίς να διασταυρώσει το πρόσωπό της με το δικό του. Ακόμα την κοιτούσε στα μάτια, χωρίς να μπορεί όμως να βρει κάποια ανταπόκριση.

Κατέβασε τη ματιά του.

Τελευταία γουλιά.

Πέταξε το άδειο πλέον φλασκί που κρατούσε και αποφάσισε να φύγει.

Άναψε το τελευταίο του τσιγάρο, έκανε δυο μεγάλες ρουφηξιές και έβαλε μπρος το αμάξι να φύγει από εκεί που ήταν παρκαρισμένος. Αυτό ήταν το μέγιστο που μπορούσε να έχει από εκείνη πλέον, να την πετυχαίνει τυχαία κάπου στο δρόμο και να την κοιτάζει.

Ξεκίνησε με το κεφάλι στραμμένο σε εκείνη μέχρι να τη χάσει από τα μάτια του.

“Πώς καταλήξαμε έτσι…” σκέφτηκε.

“Σ’αγαπώ… και σε μισώ γι’ αυτό”.

14736444_1852700141643638_538361450335305728_n.jpg

Συνέχεια ανάγνωσης

Το ποίημα της εβδομάδας

Οι λέξεις πόσο πολύτιμες είναι και πόσο πολυτιμότερες γίνονται όταν είναι λιγοστές. Όχι λίγες, λιγοστές. Έτσι λοιπόν, ο Πάνος Κυπαρίσσης σε ένα μικρό ποίημα μιλά για όλους.

Ο κηπουρός και η μικρή μηλιά

Πως να ξεριζώσω το δέντρο
που θέριεψε μέσα μου

Ποιός θα σβήσει τους ίσκιους;
Μαύρα πανιά
που κυλούν αργά μέσα στις φλέβες μου

Κι όλο γυρνάς
κι όλο μεθάς
κι ολόενα σωπαίνεις

Το πρώτο αστέρι
αδειάζει όλη τη νύχτα
επάνω μου

dsc0033011-07-01v2-M.jpg

Τα τρία επίπεδα της ζωής του Julian Barnes

Η μεγαλύτερη επιτυχία μιας ανάγνωσης είναι όταν γίνεται στην κατάλληλη στιγμή. Μέχρι τώρα έχω σταθεί τυχερή αρκετές φορές, πολλά τα βιβλία που διάβασα σε κατάλληλες στιγμές. Ακόμα όμως μεγαλύτερη επιτυχία είναι όταν κάθε βιβλίο του ίδιου συγγραφέα σε βρίσκει την κατάλληλη στιγμή και από τέτοιες επιτυχίες δεν έχω πολλά παραδείγματα, μονάχα αυτό του Julian Barnes. Ένα χρόνο μετά το Ένα κάποιο τέλος, διάβασα επιτέλους Τα τρία επίπεδα της ζωής, ένα μικρό μεγάλο βιβλίο.

Ο Julian Barnes γεννήθηκε στην Αγγλία το 1946 και σπούδασε στο City of London School. Μετά την αποφοίτησή του δούλεψε σαν λεξικογράφος στο Oxford English Dictionary, ενώ λίγο αργότερα άρχισε να εργάζεται σαν κριτικός λογοτεχνίας και τηλεόρασης σε διάφορα έντυπα. Στα γράμματα εμφανίστηκε το ΄80 και από τότε έχει εκδόσει αρκετά μυθιστορήματα και συλλογές δοκιμίων. Τα Tρία επίπεδα της ζωής το 2013 και ανήκουν στο είδος των απομνημονευμάτων, αν και από τις πρώτες σελίδες δεν γίνεται αντιληπτό.

«Χάνεις, λοιπόν, τον κόσμο ολόκληρο για μια ματιά; Ασφαλώς και τον χάνεις. Γι’ αυτό υπάρχει άλλωστε ο κόσμος· για να τον χάνεις κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες.»

Τα τρία επίπεδα της ζωής είναι ένα μυθιστόρημα χωρισμένο σε τρία μέρη, φαινομενικά άσχετα το ένα με το άλλο. Η πρώτη ιστορία μας μιλά για αερόστατα, η δεύτερη για μποέμ έρωτες και η τρίτη για τον θάνατο της συζύγου του συγγραφέα και όσα ακολούθησαν αυτού. Τίποτα δεν είναι άσχετο όπως μεταξύ τους. Κάθε σχέση είναι ένα αερόστατο, το ύψος της πτήσης είναι όσα διογκώνουν την σχέση και φυσικά η λήξη αυτής είναι το μόνο βέβαιο, είτε μιλάμε για εναέριες βόλτες είτε για επίγειες σχέσεις. Αυτά και άλλα τόσα. Ένα μικρό βιβλίο, μόλις εκατών κάτι σελίδων, που κουβαλά μέσα του ένα απύθμενο βάθος.

IMG_2908.JPG

«Ζούμε στην επιφάνεια, στη γη, κι όμως –γι’ αυτό– οι βλέψεις μας είναι υψιπετείς. Ενώ σερνόμαστε στο έδαφος, απλώνουμε καμιά φορά το χέρι ψηλά φτάνοντας μέχρι τους θεούς. Μερικοί πετούν στον ουρανό με την τέχνη, άλλοι με τη θρησκεία· οι περισσότεροι τον έρωτα. Όταν όμως πετάς ψηλά, μπορεί και να τσακιστείς. Λίγες είναι οι ομαλές προσγειώσεις. Μπορεί να βρεθείς να σκας στο έδαφος με ορμή που τσακίζει κόκαλα ή να σε παρασύρει ο σιδηρόδρομος σε ράγες ξένης χώρας. Κάθε ερωτική ιστορία είναι εν δυνάμει μια ιστορία ψυχικής οδύνης. Κι αν όχι στην αρχή, τότε αργότερα. Κι αν όχι για τον ένα, τότε για τον άλλο. Μερικές φορές και για τους δύο.»

Ο λόγος του Barnes στην αρχή φαίνεται ουδέτερος, στα όρια του αδιάφορου, και συνεχίζει φορτώνοντας συναισθηματισμό μέχρι την τελική ιστορία. Για αυτή την τελική ιστορία, την προσωπική του συγγραφέα, θα ήθελα να μιλήσω λίγο παραπάνω. Αλλά όποια λόγια και αν πεις μπροστά στην μαύρη τρύπα της απώλειας θα χαθούν. Είναι ήδη σχεδιασμένο από καταβολής κόσμου και αυτό δεν θα αλλάξει.

«Δεν πιστεύω ότι θα την ξαναδώ ποτέ. Δεν θα την ξαναδώ, δεν θα την ξανακούσω, δεν θα την αγγίξω, δεν θα την αγκαλιάσω, δεν θα προσέξω αυτά που μου λέει και δεν θα γελάσω με αυτά που μου λέει· δεν θα στήσω ποτέ ξανά αυτί για να ακούσω τα βήματά της, δεν θα χαμογελάσω στο άκουσμα της εξώπορτας που ανοίγει, δεν θα κουρνιάσω στο κορμί της, ούτε αυτή στο δικό μου. Δεν πιστεύω επίσης ότι θα ξαναβρεθούμε με κάποια άυλη μορφή. Πιστεύω ότι ο νεκρός είναι νεκρός. Κάποιοι θεωρούν τη θλίψη σαν ένα είδος βίαιου αν και δικαιολογημένου οικτιρμού του ίδιου του εαυτού· κάποιοι άλλοι ότι πρόκειται απλώς για την αντανάκλαση ενός ανθρώπου στα μάτια του θανάτου· άλλοι πάλι λένε ότι λυπούνται αυτόν που επέζησε, γιατί αυτός περνάει το ζόρι, ενώ ο αγαπημένος νεκρός δεν υποφέρει πια. Οι προσεγγίσεις αυτού του είδους επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πένθος αποδυναμώνοντάς το – το ίδιο κάνουν και με τον θάνατο. Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος του πένθους μου απευθύνεται σε εμένα τον ίδιο –κοίτα τι έχασα, κοίτα πώς μίκρυνε η ζωή μου–, το μεγαλύτερο μέρος όμως, το πολύ μεγαλύτερο, έχει να κάνει από την αρχή με εκείνη: κοίτα τι έχασε τώρα που έχασε τη ζωή της. Τώρα που έχασε το σώμα της, το πνεύμα της, την ακτινοβόλα περιέργειά της για τα πράγματα της ζωής. Μερικές φορές μου φαίνεται σαν ο μεγαλύτερος χαμένος, ο πραγματικά αποστερημένος, να είναι η ίδια η ζωή, γιατί δεν αποτελεί πια αντικείμενο της ακτινοβόλας περιέργειάς της.»

Όπως και στο Ένα κάποιο τέλος, ο συγγραφέας παίζει πάλι με τον αθέατο μίτο ενός νοήματος που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακολουθήσει πολλές φορές ασυναίσθητα στη ζωή μας. Βρίσκω λοιπόν φυσιολογικό το γεγονός ότι σε πολλούς δεν έκανε εντύπωση αυτό το βιβλίο. Στην εποχή που ζούμε, εξάλλου, τα περισσότερα από όσα νιώθουμε ή βιώνουμε έχουν πάψει να μας κάνουν εντύπωση, ακόμα και η τόσο ανθρώπινη-απάνθρωπηθέα του θανάτου.

Το ποίημα της εβδομάδας

Ένας καθηγητής μας στη σχολή υποστηρίζει πως όποιος πάσχει από κατάθλιψη ή έχει μια μικρή μελαγχολία, θα ήταν προτιμότερο να διαβάσει Εμπειρίκο παρά Καρυωτάκη. Ή και όχι. Θα ταίσω την μελαγχολία μου Καρυωτάκη λοιπόν, κόντρα στα αποφθέγματα του Γαρά(…) και θα μοιραστώ μαζί σας το Κι αν έσβησε σαν ίσκιος από την συλλογή Νηπενθή.

«Κι αν έσβησε σαν ίσκιος…»

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ —
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλον ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ‘ζησα ζωή!

trois-couleurs-bleu-1050x700.png

*Η φωτογραφία είναι από την Μπλε Ταινία του Κισλόβσκι. Είναι λίγο άστοχη θεματικά, αλλά όποιος την έχει παρακολουθήσει καταλαβαίνει ακριβώς τον λόγο που αυτά τα δύο έργα ταιριάζουν.

Αγαπημένα Ιανουαρίου

There wasn’t much I used to need. A smile would blow a summer breeze through my heart. Και κάπως έτσι πέρασε ο Ιανουάριος ακούγοντας πολύ Placebo, μιας και θα μας επισκεφτούν (ξανά) στις αρχές Ιουλίου στα πλαίσια του Rockwave Festival. Ξεκίνησα από το τελευταίο τους album, το οποίο θυμάμαι να ακούω στα 18α γενέθλια μου παρέα με την κολλητή μου στο Rock Cafe που τότε στεγάζονταν στην Φιλελλήνων. Το Rock Cafe έκλεισε και ξανάνοιξε κάπου στο Μοναστηράκι και εγώ έκλεισα τα 21 τον προηγούμενο Σεπτέμβρη και πάω στα 22. Δεν βαριέσαι, τουλάχιστον θα δούμε τους Placebo!

DSC00602.JPG

So I’m leaving this worry town

Now my mistakes are haunting me, like winter came and put a freeze on my heart. Προσπαθώντας να αποφύγω τα λάθη της περσινής χρονιάς και να καλύψω τον χαμένο χρόνο άρχισα πάλι να παρακολουθώ συστηματικά ταινίες. Είδα αρκετές από αυτές που πρότεινε η Ειρήνη στις τελευταίες της αναρτήσεις, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν με εντυπωσίασε καμία ιδιαίτερα. Αντίθετα, αυτή που ακόμα θυμάμαι και επιστρέφω ανα διαστήματα είναι μια ταινία του 1974, το Sweet Movie του Dusan Makavejev. Πρόκειται για ένα σουρεαλιστικό έργο με έντονες αναφορές στην σεξουαλικότητα και την πολιτική των ολοκληρωτικών καθεστώτων, πολιτικών και οικονομικών. Είναι μια σκληρή ταινία με άγριες σκηνές, αλλά ακόμα και η αγριότητα που επιλέγει ο Makavejev διέπεται από μεγάλη ποιητικότητα. Επιπλέον, όλο το σκηνικό δένει η καταπληκτική μουσική του Χατζιδάκι, εξυψώνοντας πραγματικά τα νοήματα και τους στόχους της ταινίας. Ποτέ μου δεν θα ξεχάσω το ταίριασμα του άσματος «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο» με τις σκηνές από την Σφαγή του Κατύν. Όλος ο κόσμος είναι γεμάτος πτώματα, είπε και ο συμπαθέστατος πρωταγωνιστής. Αυτό που μας ξεχωρίζει από αυτά είναι η πίστη στις ιδέες μας, συμπληρώνω εγώ.

Whenever I was feeling wrong I used to go and write a song from my heart. Μακάρι να είχα και εγώ την ικανότητα να γράψω κάποιο τραγούδι, αλλά προτιμώ να το αφήσω σε τύπους σαν τον Molko. Αυτόν τον μήνα πάντως διάβασα και είχα και το πρώτο αναγνωστικό χαστούκι της χρονιάς. Πρώτος ήρθε ο Μουρακάμι με τον Κάφκα στην Ακτή και μετά ακολούθησαν Ο δρόμος του αγαπημένου Κέρουακ και το κλασικό Έγκλημα και Τιμωρία. Πήρα την απόφαση να διαβάσω επιτέλους Κούντερα (την Αβάσταχτη ελαφρότητα), τον οποίο και λάτρεψα, και γύρισα σε παλιές καλές συνήθειες με την Μαρίνα του Θαφόν. Το χαστούκι ήρθε από την Γιαναγκιχάρα με το Λίγη Ζωή. Sorry, not sorry, προσωπικά το θεωρώ ένα από τα πιο καλοδιαφημισμένα βιβλία του 2016. Δεν μπορώ να αποδώσω πουθενά αλλού την τόσο μεγάλη του επιτυχία. (But now I feel I’ve lost my spark. No more glowing in the dark for my heart). Για να αρχίσει καλά και ο Φεβρουάριος ξεκίνησα τον Σέργιο και Βάκχο του Καραγάτση και συνεχίζω την Σύντομη Ιστορία Επτά Φόνων του Marlon James, για τα οποία θα ακολουθήσουν και ανάλογες αναρτήσεις.

So I’m leaving this worry town. Please no grieving, my love, understand? Look at me, there’s no denying I won’t last another day. All my dreaming torn in pieces now…

*Όπως καταλάβατε το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του A million little pieces των Placebo. Σας εύχομαι καλό μήνα και να δείτε σύντομα το Sweet Movie!