Το ποίημα της εβδομάδας

Αν κάτι με γοητεύει στον λόγο είναι η δυνατότητα του χειριστή να σπάει τους κανόνες του με τους πιο αντισυμβατικούς τρόπους. Ο Μιχαήλ Μήτρας είναι ένας τέτοιος αντισυμβατικός ταραξίας και νομίζω ότι τα παρακάτω παραδείγματα το αποδεικνύουν περίτρανα. Τα ποιήματα είναι παρμένα από τη συλλογή Διακριτικές Μεταβολές (εκδόσεις Απόπειρα).

ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

παρουσία παρουσία παρουσία
παρουσία παρουσία παρουσία
παρουσία παρουσία απουσία
απουσία απουσία απουσία
παρουσία παρουσία απουσία
παρουσία απουσία απουσία
παρουσία παρουσία παρουσία
παρουσία απουσία απουσία
απουσία απουσία απουσία
παρουσία απουσία απουσία
απουσία απουσία
απουσία
απουσία

ΤΑΣΕΙΣ ΦΥΓΗΣ

να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν
θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει
πώς να φύγει πού να φύγει με τι να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να
φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να
δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις
θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως
δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις
θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις
μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις
να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν

ΑΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ 3

τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο
οι πεζοί που αργοπορούν
καθώς τα φώτα εναλλάσσονται
τα αυτοκίνητα αργοπορούν
οι πεζοί καθώς εναλλάσσονται
τα φώτα στη λεωφόρο
τα αυτοκίνητα εναλλάσσονται
οι πεζοί καθώς αργοπορούν
και τα φώτα εναλλάσσονται
τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο
οι πεζοί καθώς αργοπορούν
τα φώτα στη λεωφόρο καθώς
ΕΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ
αυτοκίνητα πεζοί φώτα

Advertisements

The Ocean – Pelagial (2013)

του project sol

Metal Review Of The Week #3

Αυτή την εβδομάδα συνεχίζουμε την αναφορά μας στις Metal παραγωγές των τελευταίων ετών με ένα συγκρότημα που άλλαξε πολλές φορές στυλ κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στη μουσική σκηνή. Οι “The Ocean Collective”, όπως είναι η ολοκληρωμένη ονομασία τους ξεκίνησαν στα με επιδράσεις από την Post και τη Sludge Metal, αλλά εξελίχθηκαν κοντά στο 2010 σε πιο Progressive στυλ, το οποίο όμως συνδυάζει καθαρά και σκληρά φωνητικά. Το κατεξοχήν άλμπουμ τους με καθαρά φωνητικά είναι το Heliocentric (για το οποίο προκαταβολικά λέω ότι θα μιλήσουμε σε κάποια μελλοντική κριτική), ενώ το Anthropocentric, είναι το άλμπουμ που χρησιμοποιούνται τα σκληρά φωνητικά περισσότερο. Μετά από αυτούς τους δύο δίσκους,η μπάντα κυκλοφόρησε το 2013 το λεγόμενο magnum opus της. Το Pelagial είναι μία δουλειά που έχει δύο μέρη. Ξεκινώντας από το δεύτερο δίσκο, διότι μόνο αυτός ήταν σχεδιασμένος για να κυκλοφορήσει αρχικά, πρέπει να πούμε ότι περιλαμβάνει μόνο ορχηστρικά μέρη. Ο πρώτος δίσκος συμπεριλαμβάνει και φωνητικά πάνω στα ίδια κομμάτια, τα οποία προστέθηκαν αργότερα (ο vocalist αντιμετώπιζε προβλήματα με τη φωνή του εκείνη την περίοδο, όταν ηχογραφήθηκαν τα ορχηστρικά μέρη). Οπότε θα προσπαθήσω να κάνω αντίστιξη των ορχηστρικών του δεύτερου δίσκου με τα κομμάτια του πρώτου, όπου υπάρχουν φωνητικά.

maxresdefault.jpg

Το Pelagial είναι ένα concept album για την κυριολεκτική βύθιση από την επιφάνεια στο βυθό του ωκεανού (για κάθε τραγούδι χρησιμοποιούνται ως τίτλοι οι διάφορες πελαγικές ζώνες), η οποία όμως λειτουργεί και ως μεταφορική καταβύθιση στα μύχια της ψυχής του ανθρώπου. Ως εκ τούτου, καθώς το φως λιγοστεύει, σιγά σιγά βαραίνει και ο ήχος της μουσικής, που ξεκινά από από το το “Epipelagic” με πιάνο, το οποίο παίζει μία χαλαρωτική μελωδία. Η μελωδία αυτή δεν προοικονομεί τίποτα από αυτό που θα ακολουθήσει στο “ταξίδι στα βάθη της θάλασσας”. Αρκετά περίπλοκη και χωρίς συγκεκριμένο μέτρο, κατά τη γνώμη μου απεικονίζει, μαζί με τους ήχους που κυριαρχούν εδώ, τον κυματισμό των νερών. Μπαίνοντας σιγά σιγά στο “Mesopelagic: Into The Uncanny”, εμφανίζεται η κιθάρα με εξίσου χαλαρωτική μουσική, αλλά εδώ προοδευτικά, μαζί με τα drums, το μπάσο και το βιολοντσέλο, η μουσική “σκοτεινιάζει”, καθώς ο ακροατής βυθίζεται. Το ορχηστρικό μέρος γίνεται πιο βαρύ, ρυθμικό και αργότερα πολύπλοκο. Από την άλλη, τα φωνητικά (καθαρά στην αρχή, σκληρά και καθαρά στη συνέχεια) συγχρονίζονται, παράγοντας όμως τη δική τους μελωδία, καθώς ο Loïc Rosseti τραγουδά «The light is fading//Everything dissolves in blue». Εδώ ακριβώς εισάγεται ο ακροατής στην κατάσταση που στοχεύει να τον εμπλέξει η μουσική και οι στίχοι του δίσκου. Το Mesopelagic είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για να ανοίξει το άλμπουμ, με το ρεφραίν να είναι πολύ δυνατό, οι κιθάρες απαλές (με παραμόρφωση όμως στη συνέχεια), η φωνή του Rosseti να προσθέτει με τη δική της μελωδία επιπλέον βάθος στην ήδη βαθειά δομή του κομματιού.

Τα κομμάτια συνδέονται μεταξύ τους σαν μία αδιάσπαστη ενότητα, δηλαδή δεν τελειώνει απλά το ένα και αρχίζει το άλλο, αλλά υπάρχει μία μίξη του προηγούμενου με το επόμενο. Κάπως έτσι περνάμε στο “Bathyalpelagic I: Impasses”. Τόσο το ορχηστρικό, που ομολογουμένως έχει μία πολυπλοκότητα λόγω των συχνών αλλαγών των riffs και του ρυθμού, όσο και το τραγούδι έχουν -το καθένα- μία διαφορετική αίσθηση. Το ορχηστρικό, επικεντρώνεται στο πιάνο αρχικά (δίνεται όμως χώρος σε αυτό και στην έκδοση με φωνητικά), ενώ το τραγούδι στους στίχους, με τα φωνητικά να περιέχουν περισσότερα σκληρά φωνητικά από το “Mesopelagic”. Έτσι, στο ίδιο πνεύμα δηλαδή, κινείται και το “Bathyalpelagic II: The Wish In Dreams”, μόνο που έχει ακόμα περισσότερα σκληρά φωνητικά. Στο τέλος του κομματιού το πιάνο ξανακούγεται, μαζί με πολύ επιτυχημένους ήχους που νιώθει κανείς ότι προέρχονται από την καταβύθιση. Φτάνοντας στο “Bathyalpelagic III: Disequilibrated”, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα πιο heavy, αλλά και ένα από τα πιο πολύπλοκα τραγούδια του Pelagial. Το μέτρο αλλάζει συνεχώς μετά από μία απλή εισαγωγή. Τα παράγματα περιπλέκονται, καθώς στο ορχηστρικό μέρος ο μέσος ακροατής αδυνατεί να κατανοήσει πόσο γρήγορα και με ποιο μοτίβο αλλάζει το μέτρο. Εδώ επιτυγχάνονται και κάποια από τα πιο σκληρά φωνητικά του Rosseti, ο οποίος με τεχνική καταφέρνει να πει με τον κατάλληλο τρόπο τους στίχους που έχουν γραφτεί.

Αλλάζοντας πελαγική ζώνη (οι συναφείς ήχοι συνεχίζονται), μπαίνουμε στα πιο σκοτεινά μέρη του ωκεανού και της ψυχής. Το “Abyssopelagic I: Boundless Vasts” είναι μουσικά μία περίληψη του “Mesopelagic” και του “Bathyalpelagic III”. Στιχουργικά επαναλαμβάνονται προηγούμενα μέρη έως ότου ο Rosseti ξανατραγουδήσει με καθαρή φωνή. Ακολουθεί το “Abyssopelagic II: Signals Of Anxiety”, με μία doomy προσέγγιση, η οποία επιτυγχάνεται από μόλις 2 νότες μέχρι να μπει η καθαρή κιθάρα, η οποία προετοιμάζει τους μυστικιστικούς στίχους, που μόνο σε λογοτεχνικά κείμενα μπορεί να με παραπέμψει (άλλωστε βρισκόμαστε στο Style Rive Gauche!). Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς στίχους από το όμορφα εκτελεσμένο ρεφραίν: «She was standing close to the shore//She watched the waves erode// And she said you’ll understand later».

Μα το ταξίδι δεν τελείωσε ακόμα. Πριν το “Demersal: Cognitive Dissonance” και το “Benthic: The Origin Of Our Wishes” (τα πιο βαριά τραγούδια του άλμπουμ με διαφορά, για τα οποία δεν θα μιλήσω για να μην κάνω ακόμα ένα spoil στην όλη “πλοκή”), προηγείται ένα καθαρά ορχηστρικό μέρος (Hadopelagic I: Omen Of The Deep) σε στυλ Doom Metal και το μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια τραγούδι του άλμπουμ (Hadopelagic II: Let Them Believe). Το δεύτερο αν και μπορεί να σταθεί ως ορχηστρικό, οι στίχοι και η πολύπλοκη μουσική μόνο προσθέτουν άλλο ένα στρώμα ανάλυσης ή καλύτερα ενδιαφέροντος. Το “Hadopelagic II” είναι σίγουρα η πιο μεγαλεπίβολη προσπάθεια των Ocean στο Pelagial. 9:19 είναι η διάρκειά της και εκεί αποδεικνύεται το ταλέντο όλων των μουσικών που συμμετείχαν για να βγει αυτό το υπερπλήρες άλμπουμ. Ακούστε και μόνοι σας, για να το διαπιστώσετε.

Και μιας και μίλησα για στίχους: οι στίχοι του άλμπουμ είναι από καθαροί σε νόημα έως φιλοσοφικοί ή ακόμα και λογοτεχνικοί. Κάθε τραγούδι περιέχει μία επιχειρηματολογία, όπως άλλωστε βλέπουμε σε προηγούμενα άλμπουμ του συγκροτήματος. Μόνο το Heliocentric όμως μπορεί να σταθεί σχεδόν αντάξιο στιχουργικά με το Pelagial. Ελεύθερος και μη στίχος ενώνονται εδώ σε ένα πολύ καλό συνταίριασμα μέσα στην αρχικά ορχηστρική έκδοση των κομματιών ,ώστε να παραχθεί ένας από τους καλύτερους (μουσικά και στιχουργικά) Metal δίσκους μέχρι σήμερα.

Βαθμολογία: 5/5

Ο μάγος του John Fowles

Ίσως τελικά ένα πράγμα δεν χρειάζεται να έχει το βιβλίο και ας περιμένουν οι περισσότεροι αναγνώστες αυτό ακριβώς, ένα τέλος. Πρώτος διδάξας στην ανατροπή ήταν ο μέγιστος Dickens με τις Μεγάλες Προσδοκίες. Ποτέ δεν θα μάθουμε, εμείς οι θνητοί, αν τελικά οι σκιές θα χωριστούν κάποτε. Από το πλέον κλασικό παράδειγμα μέχρι την φευγάτη Καρδερίνα της Tartt, η οποία επίσης πέταξε χωρίς να τιτιβίσει, έχουν μεσολαβήσει πολλά και ευρέως αγαπητά βιβλία που ακολουθούν την συγκεκριμένη γραμμή. Ένα από αυτά είναι ο Μάγος του John Fowles. Στις οχτακόσιες σχεδόν σελίδες αυτού του μεταμοντέρνου μυθιστορήματος το ανύπαρκτο τέλος είναι το λιγότερο που έχει να αντιμετωπίσει ο αναγνώστης. Είναι μεγάλο το ταξίδι που έχει να διανύσει.

Ο John Fowles γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1926 στην Αγγλία. Σε ηλικία εικοσιενός ετών, επηρεασμένος από τα έργα του Sarte και του Camus, αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Μετά την αποφοίτησή του από το κολέγιο ήρθε στην Ελλάδα για να διδάξει ως καθηγητής αγγλικών στη Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών, από όπου απολύθηκε δύο χρόνια αργότερα, όταν μαζί με άλλους καθηγητές επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν αλλαγές στην εκπαιδευτική διαδικασία. Τα χρόνια που πέρασε στην Ελλάδα, και ειδικότερα η ζωή στην κλειστή κοινωνία του νησιού και η επαφή με την μεσογειακή φύση, θα τον βοηθήσουν να γράψει χρόνια αργότερα ένα από τα μεγαλύτερα και γνωστότερα έργα του, τον Μάγο. Έφυγε από την ζωή πλήρης ημερών τον Νοέμβρη του 2005 αφήνοντας πίσω του έναν σεβαστό αριθμό έργων.

«Ξέρω πως είναι όταν φεύγει κάποιος. Για μια εβδομάδα είναι αγωνία, μετά για μια βδομάδα πονάει, μετά αρχίζεις να ξεχνάς και μετά είναι σαν να μην έγινε ποτέ, σαν να συνέβη σε κάποιον άλλον, και αρχίζεις να αδιαφορείς. Λες, ουφ, αυτή είναι η ζωή, έτσι είναι τα πράγματα. Τέτοιες βλακείες. Σαν να μην έχασες κάτι για πάντα.»

«Δεν θα ξεχάσω. Δεν θα ξεχάσω ποτέ.»

«Θα ξεχάσεις και θα ξεχάσω.»

«Πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε. Όσο θλιβερό και αν είναι «

Ύστερα από αρκετή ώρα είπε: «Νομίζω πως δεν ξέρεις τι θα πει λύπη.» (σελ.50)

Λίγο μετά τον Δ.Π.Π. ο εικοσιπεντάχρονος Νίκολας Έρφ αποφασίζει να αλλάξει παραστάσεις και να κυνηγήσει την τύχη του μακριά από την πατρίδα Αγγλία. Κάνει τα χαρτιά του λοιπόν και διορίζεται ως καθηγητής αγγλικών σε ένα ιδιωτικό σχολείο αρρένων στη Φράξω, ένα μικρό ελληνικό νησί. Φεύγοντας, άφησε πίσω του μια νεαρή αυστραλέζα, την Άλισον, με την οποία συνδεόταν ερωτικά, αλλά το πάθος και η ένταση της σχέσης τους είχαν αρχίσει να τον κουράζουν. Στο νησί η μονοδιάστατη καθημερινότητα θα τον οδηγήσει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, μέχρι που θα γνωρίσει ένα πολύ ενδιαφέρον και μυστηριώδες πρόσωπο, τον Κόγχις. Ο αινιγματικός Κόγχις θα τον συστήσει σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν που γνωρίζει ο Νικόλας, γεμάτο νεφέλες και ζωντανά φαντάσματα.

«Χρόνια αργότερα, είδα την «γκάμπια» στην Πιατσέντσα: ένα τραχύ μαύρο κλουβί καναρινιού, δεμένο πάνω ψηλά στο πλάι του κωδωνοστασίου, μέσα στο οποίο άφηναν τους φυλακισμένους να πεθάνουν από την πείνα και να σαπίσουν, σε πλήρη θέα από την πόλη κάτω. Και κοιτάζοντας την, θυμήθηκα εκείνον τον χειμώνα στην Ελλάδα, εκείνη την «γκάμπια» που είχα χτίσει για μένα από φως, μοναξιά και αυταπάτες. Το να γράφω ποίηση και να αυτοκτονώ, φαινομενικά τόσο αντίθετα, ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο, απόπειρες φυγής. Και τα συναισθήματά μου, στο τέλος του θλιβερού αυτού εξαμήνου, ήταν τα συναισθήματα ενός που ξέρει πως είναι σε κλουβί, εκτεθειμένος στον περίγελο όλων των παλιών του φιλοδοξιών έως τον θάνατο.» (σελ. 74)

Το 1965, όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ο Μάγος, ο Fowles ήταν ήδη πετυχημένος συγγραφέας δύο άλλων έργων. Παρόλα αυτά, ήταν το πρώτο βιβλίο που είχε προσπαθήσει να γράψει μετά την επιστροφή του στην Αγγλία και η επιρροή από την διαμονή του στην Ελλάδα είναι πασιφανής. Φανερές επίσης είναι και η αναγνωστικές επιρροές του συγγραφέα, από τον ντικενσιανό μαγικό ρεαλισμό μέχρι τις ερωτικές σκηνές του μυθιστορήματος που θυμίζουν έντονα τον αισθησιασμό του D. H. Lawrence.

Καθόλη την διάρκεια του βιβλίου ο Fowles παίζει με το μυαλό μας, δημιουργεί πολλά πιθανά σενάρια στην πλοκή εγκλωβίζοντας τον αναγνώστη μαζί με τον πρωταγωνιστή του στο λαβύρινθο της αλήθειας και του ψεύδους. Θα ακουστεί υπερβολικό, αλλά είναι αλήθεια: διαβάζεις και δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Κάθε νέο κεφάλαιο αποτελεί μια έκπληξη. Είναι αδύνατο να προβλέψεις το τέλος ή έστω κάποια πιθανή εναλλακτική κοντά σε αυτό. Η χαρισματική γραφή του Fowles, πότε φειδωλή και πότε ασυγκράτητη, απογειώνει το σύνολο του βιβλίου.

Edited with Afterlight (3).jpg

Αν και ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε τον Μάγο ως ένα μυθιστόρημα εφηβείας γραμμένο από έναν καθυστερημένο έφηβο, πολύ αμφιβάλω αν απευθύνεται πράγματι σε εφήβους. Στο σύνολό του είναι ένα δύσκολο βιβλίο, που διαβάζεται μεν γρήγορα, αλλά απαιτεί δε προσοχή και συγκέντρωση από τον αναγνώστη. Προσωπικά, το μεταμοντέρνο είδος δεν με συγκινεί, περίεργο αν υπολογίσει κανείς την αγάπη μου για τους Ou.li.po.,  για την ακρίβεια περισσότερο με κουράζει. Ομολογώ πως υπήρχαν μέρη στον Μάγο που μέχρι και τώρα δεν έχω αποκωδικοποιήσει και πιθανόν να μην το κάνω και ποτέ, αλλά δεν μπορώ να μην υποκλιθώ σε αυτό το συνολικά εξαιρετικό έργο του Fowles.

Κατά την άποψή μου απευθύνεται σε έμπειρους αναγνώστες, που δεν τους επηρεάζει η έλλειψη τελικής σκηνής στην υπόθεση. Ο Μάγος κυκλοφορεί από τις από τις εκδόσεις «Εστία» και αριθμεί μονάχα 775 σελίδες. Ένα ωραιότατο βαρύ χριστουγεννιάτικο δώρο!

Το ποίημα της εβδομάδας

Σαν σήμερα, στις 10 Δεκεμβρίου 1830, γεννήθηκε μια από τις πιο ιδιαίτερες γυναικείες ποιητικές φωνές της αμερικάνικης γραμματείας, η Emily Dickinson. Πολλά έχουν ακουστεί για την προσωπικότητα και τον συντηρητικό τρόπο ζωής της, αλλά νομίζω δεν χρειάζεται να σταθείς κανείς σε αυτά. Τα λένε όλα οι στίχοι της, τα αυστηρά τετράστιχα ολιγόστροφα ποιήματά της που εσωκλείουν την μοναξιά μιας ολόκληρης ύπαρξης. Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί πολλές συλλογές της. Η σημερινή επιλογή είναι από το βιβλίο «Το Μέγα Ύδωρ» (εκδόσεις Άγρα) σε μετάφραση και πρόλογο του Δονύση Καψάλη.

[1695]

Υπάρχει μοναξιά του χώρου
και μοναξιά των θαλασσών
και μοναξιά θανάτου, κι όλες
μοιάζουν εσμοί πρωτευουσών

μπροστά στο πολικό τοπίο
-μια περατή απεραντότης-
εκεί που η ψυχή ανοίγει
και δέχεται τον εαυτό της

[1763]

Η φήμη είναι μέλισσα.
Έχει κεντρί, έχει τραγούδι-
Α, έχει όμως και φτερά.

emily-dickinson-hires-cropped.jpg

Countdown to 2018: cinema edition

Φαγωθήκατε όλοι να κάνετε αντίστροφο ημερολόγιο φέτος, λες και δεν έχουμε χορτάσει τα ίδια και τα ίδια κάθε χρόνο. Ας είναι όμως. Ποιά είμαι εγώ που θα πει όχι στο έτσι κι αλλιώς μικρό κοινό που με παρακολουθεί; Ιδέες έπεσαν πολλές για να την αντίστροφη αρίθμηση, ένα γλυκό την ημέρα, ένα τραγούδι την ημέρα και πάει λέγοντας. Τελικά, όπως βλέπετε και στον τίτλο, με κέρδισε η έβδομη τέχνη, αν και δεν θα έλεγα όχι σε κανένα γλυκάκι κατά την διάρκεια του διαλείμματος. Σε αυτή την τίμια και ευτυχώς εποχιακή στήλη θα σας παρουσιάζω μια ταινία για κάθε μέρα μέχρι το τέλος του έτους. Διαβάστε και δείτε ελεύθερα, η λίστα υπόσχομαι να μην έχει τίποτα το χριστουγεννιάτικο!

Jennifer-Lawrence-Mother-Banner

1/31: Η πρωτομηνιά με βρήκε παρέα με την υστερική Jennifer Lawrence να παίζει -φαντάζομαι- τον εαυτό της στο μέτριο mother! του Darren Aronofsky. Αφήστε με όμως να εξηγηθώ, γιατί δεν είναι αυτό που νομίζετε. Ζευγάρι ζει απομονωμένο σε ενα σπίτι στην άκρη του πουθενά ώσπου ένα βράδυ σκοτεινό σαν όλα τ’ άλλα εμφανίζεται στον πόρτα τους ένας απρόσμενος επισκέπτης. Να μην τα πολυλογώ, μέχρι το τέλος της ταινίας οι επισκέπτες έχουν γίνει χίλιοι δεκατρείς και η Lawrence φωνάζει και ωρύεται με την κοιλιά στο στόμα. Δεν ξέρω που ακριβώς χάλασε το γλυκό. Ίσως ο Aronofsky το παράκανε με τους συμβολισμούς, ίσως πάλι δεν εκμεταλλεύτηκε την αρχική καλή, να τα λέμε και αυτά, ιδέα της ταινίας και την μετέτρεψε σε ένα θριλεράκι κλειστού χώρου. Ένα είναι σίγουρο: κάθε πέρυσι και καλύτερα γλυκέ μου Darren!

Un mauvais fils 1980 rŽal. : Claude Sautet Collection Christophel

2/31: Μπρος στη χρονοκάψουλα και πίσω στο 1980 με γαλλική ταινία από τον Claude Sautet. Ο τίτλος αυτής είναι «Ο κακός γιος» και η υπόθεσή της εστιάζει στην επανένταξη ενός πρώην φυλακισμένου χρήστη ναρκωτικών ουσιών, του Μπρούνο. O Sautet δείχνει με ρεαλιστική ματιά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας τέτοιος άνθρωπος τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Μου άρεσε πολύ και η σκηνοθεσία και η ερμηνεία του πρωταγωνιστή Patrick Dewaere, ενός θαυμαστού καλλιτέχνη που έβαλε τέλος στη ζωή του σε ηλικία μόλις 35 ετών, δύο χρόνια μετά την συγκεκριμένη ταινία.

c4jpasnykua_dz605h_wgg

3/31: Μια από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες της χρονιάς και όχι άδικα, το Loving Vincent είναι ένα κινηματογραφικό αριστούργημα από αυτά που εύχεσαι να έβγαιναν συχνότερα στις αίθουσες. Ένα χρόνο μετά την αυτοκτονία του Βίνσεντ βαν Γκονγκ, ο Αρμάν Ρουλέν, γιος ταχυδρόμου, αναλαμβάνει να παραδώσει ένα γράμμα του αυτόχειρα ζωγράφου στον αδερφό του Τεό βαν Γκογκ. Με αφορμή αυτό το γράμμα ξεκινά μια αναζήτηση γύρω από την προσωπικότητα, τις τελευταίες μέρες και τις συνθήκες θανάτου του γνωστού καλλιτέχνη. Ξέρω πως η πλοκή δεν ακούγεται συναρπαστική και ίσως πράγματι να μην είναι. Θα ήθελα να εστιάζει λίγο περισσότερο στο παρελθόν και στην παιδική ηλικία του Βίνσεντ για παράδειγμα. Σημασία όμως σε αυτή την ταινία έχει η εικόνα και όχι η πλοκή: 65.000 καρέ ζωγραφίστηκαν από πάνω από 120 ζωγράφους για να συνθεθεί αυτό το καταπληκτικό αποτέλεσμα.

buena-vista-social-club

4/31: Η αδυναμία μου για την Κούβα δεν περιορίζεται μονάχα στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, αλλά ξεδιπλώνεται σιγά σιγά και στον μουσικό χώρο. O Wim Wenders και ο Ry Cooder, ήδη παρεάκι από το Paris, Texas, επισκέφτηκαν το 1998 την Αβάνα και κατάφεραν αυτό που φάνταζε αδύνατο, να επανενώσουν ένα από τα παλιότερα και διασημότερα μουσικά σχήματα της κουβανικής τζαζ. Το μουσικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο ελκυστικό με το κινηματογραφικό. Μέσα από την κάμερά του, ο Wenders δείχνει την Αβάνα όπως πραγματικά είναι, μεταξύ φθοράς, μουσικής και καπνού. Το Buena Vista Social Club ίσως να μην είναι το κατάλληλο ντοκιμαντέρ για ένα Σαββατόβραδο, είναι όμως γεμάτο εικόνες και μουσικές για όσους θέλουν να ταξιδέψουν στα νερά της Καραιβικής. Η Χίλντα Παπαδοπούλου τα λέει καλύτερα από μένα εδώ!

images-w1280

5/31: Ποιός είπε ότι η ποίηση μετριέται σε λέξεις; Ο Wong Kar-wai πάντως την μετράει σε εικόνες. Ότι δικό του και αν έχω δει μέχρι στιγμής, από το συμπαθητικό As Tears Go By μέχρι το καταπληκτικό Chungking Express, με έχει μαγεύσει. Στις 5 πια ήταν η ώρα για το In the mood for love. Δύο γείτονες, μια νεαρή όμορφη γυναίκα και ένας συνεσταλμένος αρχισυντάκτης, ανακαλύπτουν ότι οι σύζυγοί τους τους απατούν. Η αντίδρασή τους όμως δεν είναι καθόλου αναμενόμενη, γιατί όπως είπε η πανέμορφη (και υπέρκομψη) Maggie Cheung εμείς δεν θα είμαστε σαν αυτούς. Σε έναν κόσμο όπου η εκδίκηση στερείται πρωτοτυπίας και ηθικής, ο Wong Kar-wai βουτάει στο κόκκινο το πινέλο του και δίνει την δική του εκδοχή στον πλατωνικό έρωτα. Μακάρι ο αληθινός κόσμος να έμοιαζε λίγο περισσότερο σε ταινίες σαν κι αυτές, θα ήταν πολύ καλύτερος.

MV5BMGFmNzY4YTUtYzkyMy00YWQwLWFhNGYtNzBiMzljMGNjZGE3XkEyXkFqcGdeQXVyNDE0NDkwMg@@._V1_SX1777_CR0,0,1777,999_AL_

6/31: Μετά το σύμπαν του Wong Kar-wai οτιδήποτε και αν δεις θα σου φανεί τραγικά λίγο και απειλητικά πραγματικό, για αυτό η επιλογή ήταν προσεκτική και εκ τους ασφαλούς. Το Kedi είναι ένα ντοκιμαντέρ κομμένο και ραμμένα στα μέτρα όλων των γατόφιλων με background τα στενά και τους ανθρώπους της Κωνσταντινούπολης. Κάθε φορά που το βλέπω, με μια διαφορετική γάτα στο πλάι μου, το εκτιμώ όλο και περισσότερο. Και, ναι, ξέρω τι σκέφτονται οι περισσότεροι• γιατί να δει κανείς ένα ντοκιμαντέρ με γάτες; Και προσθέτω εγώ• γιατί όχι; Στα πλάνα της Ceyda Torun δεν απεικονίζονται μονάχα οι γάτες και τα έξυπνα μουστάκια τους, αλλά η παιδεία και η κουλτούρα ενός ολόκληρου πολιτισμού. Γιατί αυτό ακριβώς αντικατοπτρίζει η συμπεριφορά μας στα ζώα, το ποιοί είμαστε.

7/31: Κάθε χρόνο στο Vienna Film Festival ζητούν από έναν σκηνοθέτη, συνήθως πρωτοεμφανιζόμενο, να δημιουργήσει ένα φιλμάκι ενός λεπτού. Αυτό είναι το τελευταίο λεπτό του Leos Carax για την χρονιά του 2006. Τα συμπεράσματα δικά σας!

Είμαστε μία εβδομάδα πιο κοντά στα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, τα τραπεζώματα και τα κάλαντα. Ας δούμε μερικές ταινίες του Wong Kar-wai να το ξεχάσουμε…

Το Θαύμα της Emma Donoghue

γράφει η Αγγελική Δρακάκη

Θυμάμαι πριν δύο χρόνια περίπου, όταν έψαχνα στο ίντερνετ κάτι, έπεσα τυχαία πάνω σε ένα άρθρο σχετικό με κάποια βιβλία που θα μεταφέρονταν στην κινηματογραφική οθόνη. Ανάμεσα στις ταινίες που είδα και ξεχώρισα ήταν το trailer της ταινίας The Room (Το δωμάτιο), που ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου της Emma Donoghue με τον ομώνυμο τίτλο. Αμέσως έψαξα να βρω αν το βιβλίο είχε μεταφραστεί στα ελληνικά και από κάποιον εκδοτικό. Εν συντομία, το βρήκα, το διάβασα και λάτρεψα. Όταν, λοιπόν, βγήκε το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέα με τίτλο «To Θαύμα» κατενθουσιάστηκα και έτρεξα ολοταχώς να το διαβάσω. Ήδη από την περιγραφή στο οπισθόφυλλο με είχε κερδίσει!

Η πλοκή διαδραματίζεται σε ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας του 19ου αιώνα. Εκεί, ένα εντεκάχρονο κορίτσι επιβιώνει για μήνες χωρίς τροφή. Περιηγητές, δημοσιογράφοι και κάθε λογής άνθρωποι καταφτάνουν στο μέρος για να την δουν και να την αγγίξουν. Μαζί τους έρχονται και μία νοσοκόμα για να παρακολουθεί το παιδί και ένας δημοσιογράφος από το Δουβλίνο για να καλύψει το γεγονός. Τι είναι τελικά αυτό το κορίτσι, ιατρικό θαύμα, υπερφυσικό φαινόμενο ή μήπως θρασύτατη απάτη;

Η ιστορία ξεκινά με την νοσοκόμα Λίμπι Ράιτ να ταξιδεύει από το Λονδίνο στην Ιρλανδία για μία δουλεία που της ανατέθηκε, χωρίς να τις δώσουν περαιτέρω πληροφορίες. Όταν φτάνει στο χωρίο πληροφορείτε ότι μαζί με μια άλλη νοσοκόμα θα προσέχουν συνεχώς μία εντεκάχρονη, οποία έχει να τραφεί εδώ και τέσσερις μήνες. Η Λίμπι, πιστεύοντας ότι αυτό είναι μια κακόγουστη φάρσα, αποφασίζει να την ξεσκεπάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται, ώστε να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα της. Έτσι, βάζει σε εφαρμογή το σχέδιο της και κάθε μέρα γίνετε άγρυπνος φρουρός της μικρής Άννας και της οικογένειας της. Όμως τα πράγματα στην πορεία δεν είναι όπως φαίνονται, όσο η Λίμπι μπαίνει βαθύτατα μέσα σε αυτή την οικογένεια και γίνετε φίλη με την Άννα τόσο περισσότερα καταλαβαίνει. Όταν θα ανακαλύψει επιτέλους την αλήθεια πίσω από την άρνηση της Άννας να τραφεί, θα τα βάλει με όλους για να αποτρέψει τις ολέθριες συνέπειες. Σε αυτόν της τον αγώνα θα σταθεί πλάι της και θα την εμψυχώνει ο δημοσιογράφος από το Δουβλίνο. Όλοι θα της γυρίσουν την πλάτη, αλλά ο Ουίλιαμ θα την στηρίξει και μαζί θα προσπαθήσουν να βοηθήσουν το παιδί.

Μαζί με την Λίμπι μπαίνει και ο αναγνώστης στη διάθεση να σκεφτεί τι συμβαίνει τέλος πάντων με αυτό το κορίτσι. Πράγματι δεν τρέφεται καθόλου; Μήπως όντως είναι ένα θαύμα; Και αν κάποιος την ταΐζει κρυφά; Που άραγε κρύβεται η παγίδα σε όλο αυτό; Αν εγώ ήμουν τέσσερις μήνες χωρίς τροφή και μόνο με δυο τρεις κουταλιές νερό σίγουρα δεν θα ζούσα, όπως κάθε άλλος άνθρωπος πάνω στη γη. Και όμως, η Άννα όχι μόνο ζει, αλλά είναι σαν όλα τα παιδί της ηλικίας της.

0923_emma-donoghue-1000x667.jpg

Η Emma Donoghue μπλέκει με ασυναγώνιστη επιδεξιότητα ένα μυθιστόρημα εποχής με το ερωτικό και το κοινωνικό στοιχείο. Επιπλέον δίνει ένα σαφές μήνυμα ότι η επιτυχία του προηγούμενου έργου της δεν την εγκλωβίζει, όπως έχει συμβεί σε αρκετές ανάλογες περιπτώσεις. Η Ιρλανδή συγγραφέας θεωρείται επάξια μια από τις δυνατότερες φωνές της γενιάς της και σίγουρα έχουμε να διαβάσουμε πολλά ενδιαφέροντα έργα από την πένα της στο μέλλον.

Η αλήθεια είναι πως θα μπορούσα να πω πολλά περισσότερα γι’ αυτό το βιβλίο. Με άφησε με τις καλύτερες εντυπώσεις, όπως εξάλλου και το Δωμάτιο. Παρόλα αυτά, νομίζω ότι η μέχρι τώρα περιγραφή είναι αρκετή για να σας κινήσει το ενδιαφέρον και να το διαβάσετε. Αναζητήστε το από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Katatonia – The Fall Of Hearts (2016)

του project sol

Metal Review Of The Week #2

Πριν από μερικούς μήνες έπεσα πάνω σε ένα μικρό διαμαντάκι της Metal σκηνής των τελευταίων ετών. Κοιτώντας το εξώφυλλο (ένα πουλί να πέφτει από τον ουρανό νεκρό), μου δημιουργήθηκε η ανάγκη να ακούσω το άλμπουμ, το οποίο συζητήθηκε πολύ από τους διαδικτυακούς “μεταλάδες” απανταχού. Ο λόγος για τη νέα δουλειά του πολύ γνωστού συγκροτήματος Alternative και Dark Metal, Katatonia. Παρότι η μπάντα έχει τις ρίζες της στη Doom Metal, η εξέλιξή της πήρε μία άλλη πορεία. Από τα σκληρά φωνητικά του Jonas Renkse στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αργές μελωδίες, η μπάντα εξελίχθηκε σε κάτι εντελώς διαφορετικό, διαμόρφωσε το μοναδικό της ήχο και εισήλθε στα 2010 στη “χρυσή εποχή” της, με επιτυχίες τόσο στο στούντιο (βλ.: Dead End Kings), όσο και στη live σκηνή (βλ.: Sanctitude). Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στους Katatonia είναι η εναλλαγή τόσο των υποειδών της Metal όσο ακόμα και του ίδιου του είδους της. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του live άλμπουμ Sanctitude, όπου το ακουστικό στοιχείο παίζει πολύ σημαντικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ένα τέτοιο λοιπόν συγκρότημα, το οποίο είναι εκτός των καθιερωμένων ειδών και υποειδών, αλλά ταυτόχρονα πατά γερά στον δικό του μοναδικό ήχο, δεν θα μπορούσε να μην απασχολήσει τη νέα στήλη του blog με το νέο δίσκο του (The Fall Of Hearts).

katatonia-the-fall-of-hearts-e1457377213430-599x264

Στα δεκατρία κομμάτια που απαρτίζουν το άλμπουμ, όλα τα μέλη του συγκροτήματος κάνουν χώρο για τη φωνή του Jonas Renkse. Ο λόγος είναι ποιητικός, ιδιαίτερα στα πρώτα τραγούδια, κάποιες φορές μάλιστα ο στίχος είναι πιο ελεύθερος, όπως στο πρώτο (Takeover), στο δεύτερο (Serein) και στο τρίτο τραγούδι (Old Heart Falls), ενώ κάποιες άλλες, όπως για παράδειγμα στο Decima οι ομοιοκαταληξίες είναι χαλαρές. Και μόλις ανέφερα με συντομία τα πρώτα τέσσερα κομμάτια που “συμπάθησα” με το πρώτο άκουσμά μου. Ειδικά το πιο χαλαρό Decima αποδείχθηκε μέσα από την απλότητα του ρυθμού του, τη μουσική του, με την λαμπρά συντεθειμένη εισαγωγή, τους στίχους και την εξαιρετική και συναισθηματικά φορτισμένη φωνή του Renkse, το αγαπημένο μου από όλο το δίσκο. Το κιθαριστικό (με ακουστική κιθάρα) σόλο, με μία μελωδία που μένει στο μυαλό προσθέτει στη μελωδία των φωνητικών. Τα άλλα τρία έχουν να δώσουν από τη στιγμή που ο ακροατής θα αρχίσει να τα ακούει με μεγαλύτερη προσήλωση. Το Takeover έχει ένα εξαιρετικό “eerie” πιανιστικό μέρος ανάμεσα στα καθαρά Metal μέρη, που υποβάλλει τον ακροατή, και δεύτερες φωνές που συμπληρώνουν την ατμόσφαιρα, το Serein έχει ρυθμό και δυναμική, φωνητικά και στίχους τέλεια συγχρονισμένους, ενώ το Old Heart Falls είναι η κατεξοχήν Alternative Metal προσθήκη, με σκοτεινό και ελεύθερο στίχο, αλλά και με ρεφραίν που θα κολλήσει κυριολεκτικά στο μυαλό των ακροατών. Αυτό που θα επισήμαινα όμως είναι ότι στην αρχή του άλμπουμ (καθώς είμαι λάτρης των intros), θα ήθελα να υπήρχε μία εισαγωγή πριν το Takeover, ώστε να ήταν πιο ομαλή η μετάβαση στα φωνητικά.

Το επόμενο κομμάτι είναι επίσης ενδιαφέρον. Το Sanction, που μοιάζει να έχει επιδράσεις από τη Sludge Metal, διατηρώντας όμως τη σκοτεινότητα που χαρακτηρίζει τους Katatonia. Κοντά στο τέλος, το τραγούδι χαλαρώνει (για λίγο όμως), ώστε μετά να επανέλθει το δυναμικό ρεφραίν. Σημαντικό είναι επίσης να πούμε ότι παρόλο που στα πρώτα άλμπουμ ο Renkse συνήθιζε να χρησιμοποιεί growls στη φωνή του, εδώ δεν υπάρχει αυτό, παρότι η μουσική είναι αρκετά συναφής με αυτό το είδος των φωνητικών (τελευταίο growl που άκουσα από εκείνον βρίσκεται στο 2008, στο άλμπουμ του Arjen Anthony Lucassen: 01011001). Μετά το Sanction όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Το πολλά υποσχόμενο άλμπουμ σχηματιζεί μία καμπυλοειδή πτώση και τα επόμενα τραγούδια (Residual, Serac, Last Song Before The Fade) είναι λιγότερο ενδιαφέροντα από τα πρώτα. Όχι διότι η μουσική τους δεν είναι περίπλοκη ή επειδή είναι απλοϊκή, αλλά επειδή (τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά) αποτυγχάνουν να διεγείρουν το απαραίτητο συναίσθημα. Με το Shifts επανέρχεται (ευτυχώς!) το ενδιαφέρον, με ένα ρεφραίν που, όντας πιο χαλαρό από τα υπόλοιπα του άλμπουμ μέχρι αυτό το σημείο, δείχνει την άλλη όψη του συγκροτήματος, μία όψη ενός δευτερεύοντος τόνου. ο οποίος διατηρείται σε κάποιο βαθμό μέχρι το Pale Flag.

Για το Pale Flag (το τελευταίο εξαιρετικό κομμάτι του άλμπουμ), θα μπορούσε κανείς να μιλά για πολλές παραγράφους. Είναι μία κατά φύσιν “βόρεια” μπαλάντα με ακουστική κιθαρα σε όλη τη διάρκειά της, στην οποία προστίθεται το μπάσο, ντέφι και τουμπελέκι, ακριβώς όπως στο Sanctitude, στο οποίο αναφέρθηκα και παραπάνω. Και ναι, η Metal μπορεί να μη συνηθίζει να περιλαμβάνει τα συγκεκριμένα μουσικά όργανα, αλλά στη Folk μουσική, από την οποία έχει επηρεαστεί το Pale Flag, αλλά και όλη η Metal προς βορράν, το τουμπελέκι και το ντέφι ταιριάζουν. Τα φωνητικά του Renkse και οι δεύτερες φωνές είναι όσο “σκοτεινές” χρειάζονται, ώστε να υποστηρίξουν τους εξίσου “σκοτεινούς” στίχους. Κι όμως, δεν υπάρχει τίποτα το εξεζητημένο στο Pale Flag. Οι μελωδίες του είναι απλές και χωρίς πομπώδη τόνο, κι αυτό είναι που κάνει το τραγούδι απολαυστικό για όλα τα κοινά. Το άλμπουμ θα μπορούσε να κλείσει εδώ, αλλά ακολουθούν άλλα δύο τραγούδια (Passer, Wide Awake In Quietus), τα οποία δεν παρουσιάζουν το ενδιαφέρον ενός, Decima ή ενός Pale Flag.

Το συμπέρασμα είναι ότι το The Fall Of Hearts αποτελεί μία συλλογή κομματιών στο ίδιο στυλ που ξεχώρισε τους Katatonia πολλά χρόνια πριν. Ως άλμπουμ, θεωρείται καλύτερο από πολλά προηγούμενά τους και όχι άδικα. Τα περισσότερα τραγούδια (εκτός λίγων εξαιρέσεων) έχουν μία δυναμική και ταυτόχρονα ένα τόνο σκοτεινότητας, που κάνει τον ήχο τους μοναδικό, αλλά με επιφύλαξη θα έλεγα ότι σε κάποια σημεία η βαρύτητα του λιγοστού φωτός μπορεί να κουράσει το μέσο ακροατή. Οι Katatonia όμως καταφέρνουν χωρίς αμφιβολία να δημιουργήσουν ένα άλμπουμ αντάξιο των προσδοκιών που εγώ προσωπικά θα περίμενα από ένα Alternative Metal συγκρότημα.

Βαθμολογία: 3,9/5