Το ποίημα της εβδομάδας

Στις 16 Αυγούστου 1920 γεννήθηκε ο μεγάλος Charles Bukowski και ένα ακόμα εβδομαδιαίο ποίημα του ανήκει. Αυτή τη φορά θα ακούσω την συμβουλή που μου είχε δώσει κάποτε ένας τύπος και θα αναρτήσω μαζί και την μελοποιημένη εκτέλεση του ποιήματος από τον Θάνο Ανεστόπουλο. Πέθανε ο θείος Τσαρλς, πέθανε ο Θάνος, πέθανες και εσύ. Ήθελα απλά να το ξέρεις.

Αγκάλιασε το σκοτάδι

ο σάλος είναι ο θεός
η τρέλα είναι ο θεός

όταν ζεις μονίμως ήρεμα
ζεις μονίμως το θάνατο.

η αγωνία μπορεί να σκοτώσει
ή
η αγωνία μπορεί να κρατήσει το βάρος της ζωής
αλλά η ηρεμία είναι πάντα τρομακτική
η ηρεμία είναι ό,τι χειρότερο
να περπατάς
να μιλάς
να χαμογελάς,
να φαίνεται ότι είσαι.

μην ξεχνάς τα πεζοδρόμια
τις πόρνες,
την προδοσία,
το σκουλήκι μέσα στο μήλο,
τα μπαρ, τις φυλακές,
τις αυτοκτονίες των εραστών.

εδώ στην Αμερική
έχουμε δολοφονήσει έναν πρόεδρο και τον αδερφό του,
ένας άλλος πρόεδρος παραιτήθηκε από τη θέση του.

οι άνθρωποι που πιστεύουν στην πολιτική
είναι σαν τους ανθρώπους που πιστεύουν στο θεό¨
είναι κάτι αποτυχημένοι που έχουν έφεση
στα ασήμαντα.

δεν υπάρχει θεός
δεν υπάρχει πολιτική
δεν υπάρχει ηρεμία
δεν υπάρχει έρωτας
δεν υπάρχει έλεγχος
δεν υπάρχει σχέδιο

μείνε μακριά από το θεό
παράμεινε ενοχλημένος

γλίστρα

Το ποίημα της εβδομάδας

Πανσέληνος, Αύγουστος και Ποίηση, τρίπτυχο ομοούσιο και καθόλα θρησκευτικό. Και ο Μίλτος Σαχτούρης με την Φεγγαράδα του δίνει τον απαιτούμενο αιρετικό τόνο.

 Ἡ φεγγαράδα

Ἀπὸ αἷμα πουλιῶν πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει τὸ φεγγάρι
πότε πίσω ἀπὸ δέντρα
πότε πίσω ἀπὸ θηρία
πότε πίσω ἀπὸ σύννεφα
μὲ θόρυβο ποὺ ξεκουφαίνει τὰ φτερὰ ἀγγέλων
κάτι θέλουν νὰ ποῦν κάτι σημαίνει
εἶναι ἀκόμα καλοκαίρι
ὅμως μιὰ μυρωδιὰ ἀπὸ θειάφι φράζει τὸ χειμώνα
δὲν ἔχει οὔτε καρέκλα νὰ καθίσεις
καὶ οἱ καρέκλες ἔφυγαν στὸν οὐρανό

400966_orig.jpg

Το ποίημα της εβδομάδας

Μπήκε και ο πολύπαθος Αύγουστος. Κάτι ο Λάσκαρης με τα μικρά του στιχάκια, κάτι ο Παπάζογλου με τα μεγάλα τραγούδια του, που θα πάει, θα περάσει και αυτός ο μήνας. Μέχρι τότε θα διαβάζουμε Μιχάλη Γκάνα.

Το μπλε που σε τυλίγει

Το μπλε που σε τυλίγει
είναι η στάχτη
του καμένου χρόνου.
Φυσάει ένας αέρας,
φέρνει φωτογραφίες και τετράδια.
Από τα κάτω χρόνια.
Εδώ γελάς, εδώ σωπαίνεις,
εδώ σας πήρανε με φλας
φοράς το μαύρο φωτοστέφανο.
Το μπλε που σε τυλίγει
είναι το φως
που εκτοπίζει ο θάνατος.
Κανένας δεν το βλέπει.
Κι όμως υπάρχει
και πληθαίνει.

1947787_684416098284820_1417453413_n.jpg

Το ποίημα της εβδομάδας

Μου λείπει ο Γιώργος από τις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, αλλά αρχίζω να εκτιμώ περισσότερο τον Σεφέρη από τα Ποιήματα.

Φυγή

Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας
ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε
ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ
ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι
ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε
νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε
σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν
νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε
μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε
μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες
κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα
ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου
κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη
μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε
μέσα στὴ φυγή.

1

Το ποίημα της εβδομάδας

Και ενώ ο τίτλος παραπέμπει σε ταινία του Del Toro, το εσωτερικό θυμίζει κάτι από D. H. Lawrence στα καλύτερά του. Γιατί αυτός είναι ο Παπαπέτρου αγαπητοί αναγνώστες. Περνάει άφοβος το νεκροταφείο την νύχτα (όπως θα έλεγε και ο εξαιρετικός Καρούζος) και γουστάρει.

Ένας λόφος ψηλός, ένας λόφος πορφυρός

Δρασκελισμοί ανθρώπων και πατημασιές
αποτυπωμένες ως ύπαρξη ζωής.
Κλειδιά πεταμένα έξω από την πόρτα
κλειδιά σκουριασμένα και κάποια άλλα χρυσά,
όμως κανένα δεν ανοίγει την πόρτα.

Κανένας άνθρωπος, διάφανων μορφών τόπος
σαν κουνημένες φωτογραφίες κίνησης εκτοπλασμάτων
μέσα από τον περιοφθαλμικό φακό μου,
μόνο το παράπηγμα ξεκάθαρα επιβλητικό δεσπόζει.

Κι εκείνο το δάσος στο πλάι του λόφου
από κολοβωμένους κούφιους κορμούς
χάθηκε στο βλέμμα μου.
Από τις κουφάλες αμέτρητες πεταλούδες
έψαχναν την αποδέσμευσή τους.
Πόσο δύσμοιρο το τέλος αυτών των δέντρων;

Παραπάτησα πάνω στα χνάρια.
Άτονος παρέπεσα πάνω στα δικά μου μονοπάτια
για να δω με σώμα κυρτωμένο και στιλπνό
την ομορφιά να θρονιάζεται σε μια πεταλούδα
και να πετάει μακριά από το ωχρό χρώμα του σκουριασμένου λιογέρματος.

Έφτασα. Είμαι ήδη εκεί.
Χτύποι από την πόρτα εντός.
Τα κλειδιά που βρέθηκαν στα πόδια μου,
κλειδιά σκουριασμένα και χρυσά.
Τόσες χαμένες προσπάθειες για να σώσει κάποιος αυτόν τον έναν;
ή τόσες προσπάθειες για να γεννηθεί κλειδωμένος;

Τα κλειδιά, γράμματα άρχισαν να προσομοιάζουν
και προσπάθησα ενστικτωδώς να βρω το δικό μου.
Άνοιξα. Κόλαφοι. Διάφανα πρόσωπα.
Αφηνιασμένα ξεχασμένα χίμηξαν κατά πάνω μου.
Σαρκοφάγα εκτοπλάσματα που πληγές ξανάνοιξαν
για να απορροφηθούν και να αποκτήσουν υπόσταση.
Απόρριψη. Αδιαφορία. Συνέχισα.

Άδειο δωμάτιο καμμένο με νερά ενός κορμού
σαν καμμένες νευρωτικές συσπάσεις ενός κορμιού.
Μια τρύπα μεγάλη φάνταζε κουφάλα διεξόδου.
Βγήκα και πέταξα πίσω από το λόφο.
Εκπληκτικό το πως τα φτερά αυτών των πεταλούδων
θυμίζουν τα πρόσωπα τόσων ανθρώπων.

Κι άλλα παραπήγματα φανερώθηκαν
πάνω σε λόφους, βουνά, δεν έχει σημασία,
κανένα ενδιαφέρον προς όλα αυτά,
μόνο η αίσθηση πως πετάω…

Κωνσταντίνος Παπαπέτρου, 04/07/2016

Το ποίημα της εβδομάδας

Στο λήμμα του καλοκαιριού κάπου πρέπει να αναφέρεται και η ποίηση του Ελύτη. Ίσως και στου έρωτα. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το Μονόγραμμα.

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, όσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

Odysseas-Elytis

*Κάποτε στο δώρισα. Αν ποτέ διαβάσεις αυτές τις γραμμές να ξέρεις πως στο δωρίζω με την ίδια θέρμη κάθε μέρα. Όσα σύνορα και άνθρωποι και αν μας χωρίζουν

Το ποίημα της εβδομάδας 

Φαντάζομαι δεν είναι τυχαίο που τις βροχερές μέρες επιστρέφω σε αυτόν. Ακολουθεί απόσπασμα από το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα του Τάσου Λειβαδίτη.

Η δίκη του αιώνος

Σας παρακαλώ αφήστε με να περάσω, είμαι ο μοναδικός
                     μάρτυς σ’ αυτή τη δίκη,
πρόκειται για το εγκλημα του αιώνος. Βέβαια, όλα αυτά
      είναι υπερβολές της φαντασίας μου –
πώς αλλιώς να δικαιώσω την ύπαρξή  μου σ’ έναν ακατανόητο
                                                                             κόσμο.
Συνήθως τις περισσότερες ώρες μου τις περνώ στο ζωολογικό κήπο
και σκέφτομαι πράγματα τόσο θλιβερά, που τα ζώα γρυλλίζουν
                                                         φοβισμένα –
τέλος, βγάζω το περίστροφό μου, το ακουμπώ στο μέτωπό
                                   μου και πυροβολώ
αλλά μ’ έχουν ξεχάσει κι οι σφαίρες μου φεύγουν προς
                                τον ουρανό –

όπως θα φύγω κάποτε κι εγώ λυπημένος, χωρίς να μάθω
                  ποτέ ποιος είμαι.