Το ποίημα της εβδομάδας

Σαν σήμερα, 20 Οκτωβρίου 1854, γεννήθηκε ο Αρθούρος Ρεμπώ, ένας από τους σπουδαιότερους γάλλους λογοτέχνες των τελευταίων αιώνων. Τα ποιήματά του συνεχίζουν μέχρι σήμερα να συναρπάζουν το αναγνωστικό κοινό και να εμπνέουν νεότερους καλλιτέχνες. Το ποίημα της εβδομάδας του ανήκει δικαιωματικά λοιπόν!

Arthur-Rimbaud-Laura-des-mots-685x400

Πρωινό

Κάπου κρατά από την γενιά της αλήθειας και ο μύθος. Τουλάχιστον, εάν το όνειρο κοντοστέκει, έστω και για λίγο, από όλους. Μήπως εγώ δεν ονειρεύτηκα; Και λοιπόν;
Χάθηκαν όλα. Λες και όφειλα να ξεπληρώσω εγκλήματα. Καλώς. Αλλά ποια ;
Πείτε μου λοιπόν! Μιλήστε εσείς που το πιστεύετε πως και τα τέρατα δακρύζουν.
Σεις, που φωνάζετε πως, δεν ελπίζουνε οι ετοιμοθάνατοι. Εμπρός λοιπόν! Ξεπεσμός ,ναι. Αλλά γιατί!
Παύω να μιλώ. Δεν ξέρω πια να μιλώ. Και από δειλία, δεν πρόκειται να πιστέψω σε τίποτα.
Οι παρακλήσεις, ας μείνουνε στους ζητιάνους.
Εδώ, ό,τι ήτανε να πω για την κόλαση,
Τελειώνει.
Και ήτανε κόλαση!
Ίδια εκείνη που οι πύλες της ανοίχτηκαν
Απ΄ τον Υιό Του Ανθρώπου.
Ό τόπος είναι ίδια έρημος με τότε. Και τ’ αστέρι, το άστρο της φάτνης. Τα μάτια μου κλείνουνε. Μάλλον αδιαφορώ και για τους βασιλείς της ζωής και τους μάγους και την καρδιά, την ψυχή και το πνεύμα.
Μα, πότε θα πάμε πέρα από τα βουνά, πίσω απ’ τα κύματα, να χαιρετίσουμε τον νέο σκοπό μας, τη νέα σοφία, την κατάργηση των δαιμόνων, την πτώση των τυράννων, το τέλος της δεισιδαιμονίας; Πρώτοι!
Πρώτοι που καταλάβαμε, τι μπορούν να σημαίνουν τα Χριστούγεννα…
Το άσμα των ουρανών, ο δρόμος των λαών.
Δούλοι, ας πάψουμε τη βλασφημία.

 

1.gif

Εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης των ποιημάτων του.

 

Advertisements

Το ποίημα της εβδομάδας

Κική Δημουλά• από τον μικρό Πληθυντικό Αριθμό που διάβαζα ευλαβικά στο Λύκειο, μέχρι τις Απροσδοκίες της σημερινής ανάρτησης, το όνομά της τυπωμένο πάνω στο χαρτί μοιάζει με την δική μου μαύρη τρύπα.

Απροσδοκίες

Θεέ μου τι δεν μας περιμένει ακόμα.

Κάθομαι εδώ και κάθομαι.
Βρέχει χωρίς να βρέχει
όπως όταν σκιά
μας επιστρέφει σώμα.

Κάθομαι εδώ και κάθομαι.
Εγώ εδώ, απέναντι η καρδιά μου
και πιο μακριά
η κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Έτσι για να φαινόμαστε πολλοί
κάθε που μας μετράει το άδειο.

Φυσάει άδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου
που έχω να σαρώνομαι.

Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
χαμογελάς σαν όχι.
Άνθη αποξηραμένα στο πλάι
σου επαναλαμβάνουν ασταμάτητα
το άκρατο όνομα τους semprevives
semprevives –αιώνιες, αιώνιες
μην τύχει και ξεχάσεις τι δεν είσαι.

Με ρωτάει ο καιρός
από πού θέλω να περάσει
πού ακριβώς τονίζομαι
στο γέρνω ή στο γερνώ.
Αστειότητες.
Κανένα τέλος δεν γνωρίζει ορθογραφία.

Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Όπως βρέχει χωρίς να βρέχει.

Όπως σκιά μου επιστρέφει σώμα.
Κι όπως θα συναντηθούμε μια μέρα
εκεί πάνω.

Σε κάποιαν αραιότητα κατάφυτη
με σκιερές απροσδοκίες
και αειθαλείς περιστροφές.
Τον διερμηνέα της σφοδρής
σιωπής που θα αισθανθούμε–μορφή εξελιγμένη της σφοδρής
μέθης που προκαλεί μια συνάντηση
εδώ κάτω– θα ’ρθει να κάνει ένα κενό.
Και θα μας συνεπάρει τότε
μια αγνωρισιά παράφορη–μορφή εξελιγμένη του αγκαλιάσματος
που εφαρμόζει η συνάντηση εδώ κάτω.
Ναι θα συναντηθούμε. Ευανάπνευστα, κρυφά
από την έλξη. Κάτω από δυνατή βροχή
ραγδαίας έλλειψης βαρύτητας. Σε κάποιαν
ίσως εκδρομή τού απείρου στο επ’ άπειρον∙
στην τελετή απονομής απωλειών στο γνωστό,
για τη μεγάλη προσφορά του στο άγνωστο∙
καλεσμένοι σε αστροφεγγιά προορισμού,
σε διασκεδάσεις παύσεων για φιλευδιάλυτους
σκοπούς και αποχαιρετιστήριες ουρανών
πρώην μεγάλες σημασίες.
Μόνο που ετούτη η συντροφιά των αποστάσεων
θα είναι κάπως άκεφη, ανεύθυμη
κι ας ευθυμεί εκ του μηδενός η ανυπαρξία.
Ίσως γιατί θα λείπει η ψυχή τής παρέας.
Η σάρκα.
Φωνάζω τη στάχτη
να με ξαρματώσει.
Καλώ τη στάχτη
με το συνθηματικό της όνομα: Όλα.

Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά
εσύ κι ο θάνατος εκείνου του ονείρου.
Το στερνοπαίδι όνειρο.

Απ’ όσα είχα το πιο φρόνιμο.
Ξεθολωμένο, πράο, συνεννοητικό.
Όχι και τόσο βέβαια ονειροπόλο
αλλά ούτε και φτηνά χαμηλωμένο,
όχι σουδάριο κάθε γης.
Πολύ οικονόμο όνειρο,
σε ένταση και λάθη.
Από τα όνειρα που ανάθρεψα
το πιο πονετικό μου: να μη
γερνάω μόνη.

Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά
εσύ κι ο θάνατός του.
Δίνε του χαιρετίσματα, πες του να ’ρθει
κι αυτό μαζί εξάπαντος όταν συναντηθούμε
εκεί, στην τελετή απονομής απωλειών.

Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.
Ναι ναι μου φτάνει το αδύνατον.
Κι άλλοτε αγαπήθηκα απ’ αυτό.
Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.
Διότι νέα σου δεν έχω.
Κι αλίμονο αν δε δώσει
σημεία ζωής το παράλογο.

20171012_203932.jpg

Το ποίημα της εβδομάδας

Σαν σήμερα, το 1990, έφυγε από την ζωή ο σπουδαίος Νίκος Καρούζος. Η σημερινή ανάρτηση δεν είναι μονάχα ένας φάρος θύμησής του, εξάλλου όσοι τον διάβασαν ποτέ δεν τον ξεχνάνε, είναι και το προσφερόμενο δεκανίκι σε μια μοναχική σκιά εκεί έξω, που ξέρω πως την χρειάζεται.

Νεότερος

[…] Αἰσθάνομαι μόνος
ἀφοῦ δὲν ἔχει δεύτερη ζωὴ ν᾿ ἀλλάξουμε
καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο.
Σύντροφε οὐρανὲ
ἄλλοτε ἡ ἐλπίδα φεγγοβολοῦσε στὰ χέρια
κοιτάζω τὸ σῶμα βρίσκω τ᾿ ὄνειρο
πάει κ᾿ ἡ ἀγάπη
χάνεται
σὰν τὸ νερὸ στὴν πέτρα.
Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.

karouzos_0.jpg

 

Το ποίημα της εβδομάδας

Σαν σήμερα, 23 Σεπτεμβρίου, έφυγε από την ζωή ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές του περασμένου αιώνα. Ένα Νόμπελ τον έβαλε στο Πάνθεον της Σουηδικής ακαδημίας, μια εξορία τον εξύψωσε στα μάτια του λαού και μια γυναίκα του έδωσε με την ύπαρξη της την έμπνευση να γράψει μερικά από τα πιο ερωτικά λόγια που έχουν γραφτεί. Ενίοτε και ειπωθεί. Ο Pablo Neruda πέθανε σαν σήμερα, αλλά τα ποίημα του είναι ακόμα μαζί μας, πιο ζωντανά από ποτέ.

Η βασίλισσα

Σε ονόμασα βασίλισσα.
Υπάρχουν ψηλότερες από σένα, ψηλότερες.
Υπάρχουν αγνότερες από σένα, αγνότερες.
Υπάρχουν ομορφότερες από σένα, ομορφότερες.
Αλλά εσύ είσαι η βασίλισσα.

Όταν περπατάς στο δρόμο
κανείς δε σε αναγνωρίζει.
Κανένας δε βλέπει το κρυστάλλινο σου στέμμα, κανένας δεν κοιτάζει
το από κόκκινο χρυσό χαλί
που πατάς καθώς περνάς,
το χαλί δεν υπάρχει.

Κι όταν εμφανίζεσαι
όλοι οι ποταμοί ακούγονται
στο κορμί μου, καμπάνες
σείουν τον ουρανό
κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.

Μονάχα εσύ κι εγώ,
μονάχα εσύ κι εγώ, αγάπη μου,
τον ακούμε.

Neruda

Το ποίημα της εβδομάδας

Όλα με πόνο ξεκίνησαν, όλα με πόνο αλλάζουν (πριν και μετά από σένα). Άλλο ένα εξαιρετικό ποίημα από τον Κωνσταντίνο Παπαπέτρου.

Γένεση σε κύκλο

Στάλες πορφυρές,
δάκρυα καταρράκτη που με πόνο
σμήλευσε τη μοίρα τόσων όντων
(πρίν και μετά από σένα)
Νερό τρέχει,
Νερό πορφυρό.
Όσο εσύ ακίνητος με μια φωνή ψιθυριστή
χάνεσαι μέσα στο κελάρυσμα που θέλεις να βουτήξεις.

Όλα με πόνο ξεκίνησαν,
όλα με πόνο αλλάζουν.
Τερατογένεση!
Για να γίνουν το εσύ που γεννήθηκε ξανά
φασκιωμένο με βλέννες, ματωμένο
και τη μάνα να προσεύχεται για την παράταιρη μορφή σου.

Μέσα από το βλέμμα του βρυώδη πορφυρογένη
εκκωλάφθηκαν δυο μισά, δυο σωσίες.
Ένας με πορφύρα βεβηλωμένος
κι ένας ανέγγιχτος αλφικός.
Ομοζυγωτικό όραμα,
εκπνεόμενο από αντίθετη σάλπιγγα
ως συμφωνία συμβίωσης.

Όλα το νερό τα μεταλλάσει,
όλα το νερό τα εξαγνίζει
και όλα τα αγιάζει
(πρίν και μετά από σένα)
Εντάσσοντάς σε στον κύκλο.

Καταρράκτες Ερύμανθου, 17.08.2017
Κωνσταντίνος Παπαπέτρου

marvelous_red_waterfall.jpg

Το ποίημα της εβδομάδας

Μερικές φορές δεν διαλέγω εγώ τα ποιήματα. Εκείνα με διαλέγουν. Ιδιαίτερα μια μέρα σαν την σημερινή. Ακολουθεί το Μπολερό του Χούλιο Κορτάσαρ.

Τί ματαιότητα να φαντάζομαι
πως μπορώ να στα δώσω όλα, τον έρωτα και τη μαγεία,
διαδρομές, μουσική, παιχνίδια.
Η αλήθεια είναι πως είναι έτσι:
όλα τα δικά μου στα δίνω, είναι αλήθεια,
αλλά όλα τα δικά μου δεν σου αρκούν
όμως εμένα δεν μου αρκεί να μου δίνεις
όλα τα δικά σου.

Για αυτό δεν θα είμαστε ποτέ
το τέλειο ζεύγος, η ταχυδρομική κάρτα,
αν δεν είμαστε ικανοί να δεχθούμε
πως μονάχα στην αριθμητική
το δύο προκύπτει από το ένα συν ένα

Εδώ γύρω ένα χαρτάκι
που μονάχα λέει:

Πάντα ήσουν ο καθρέφτης μου
θέλω να πω πως για να με δω έπρεπε να σε κοιτάξω.

article-image-1

Με τον τρόπο του Α. Ε.

Σαν σήμερα, 2 Σεπτεμβρίου 1901, γεννήθηκε στην Μπράιλα της Ρουμανίας ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Αν και γόνος μιας εκ των πλουσιότερων εφοπλιστικών οικογενειών της Ελλάδας, επέλεξε να χαράξει την προσωπική του πορεία μακριά από επιχειρήσεις και καράβια. Ασχολήθηκε με τις τέχνες της συγγραφής και της φωτογραφίας, σπούδασε και εξάσκησε το επάγγελμα του ψυχαναλυτή και υπήρξε ο κύριος εισηγητής του ρεύματος του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Το σπουδαιότερο όμως όλων όσων έκανε ο Εμπειρίκος δεν βρίσκεται ούτε σε κάποιο βιβλίο ούτε σε κάποιο αρνητικό, βρίσκεται μέσα του. Ο άνδρας αυτός που ηδονιζόταν με τα αεροπλάνα και θεωρούσε την Άνδρο προσωπικό του ησυχαστήριο, ήταν εκείνος που υπήρξε φίλος και υποστηρικτής πολλών γνωστών και αγαπημένων καλλιτεχνών, τόσο στα πρώτα τους βήματα, όσο και σε δυσμενείς περιόδους που διένυσαν. Και εδώ, στο Rive Gauche, τους ιπποτικούς καλλιτέχνες σαν τον Ανδρέα Εμπειρίκο τους σεβόμαστε και τους αγαπάμε λίγο περισσότερο. Γιατί το αξίζουν. Ακολουθεί Ο Δρόμος, ο οποίος περιλαμβάνεται στην συλλογή Οκτάνα.

emp2

Ο Δρόμος

 Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος πνευστών το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χαρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός που σ’ έναν φράχτη αλαλάζει.

   Aμέριμνος ο δρόμος εξακολουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας (αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέριμνος διαβαίνει, και όσο εντείνεται το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει και πληθαίνει.

   Oι διαβάται αμέτρητοι. Aνάμεσα σε αγνώστους ποιητάς και αγίους ανωνύμους, ανάμεσα σε φορτηγά διαδρομών μεγάλων, όλοι, αστοί και προλετάριοι διαβαίνουν, όλοι υπακούοντες σε κάτι, σε κάτι συχνά πολύ καλά μασκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντες στην Mοίρα) άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινούμενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής-λογής, τροχήλατα ποικίλα, μέσ’ στην βοή διαβαίνοντες και την αντάρα, με Σιτροέν, με Kαντιλλάκ, με Bέσπες και με κάρρα.

   O δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από παντού πάντα περνά – Aθήνα, Mόσχα, Γιαροσλάβ, Λονδίνο και Πεκίνο, από την Σάντα Φε ντε Mπογκοτά και την Γουαδαλαχάρα, την Σιέρρα Mάντρε Oριεντάλ και τις κορδιλλιέρες, μέσ’ από τόπους ιερούς σαν τους Δελφούς και την Δωδώνη, μέσ’ από τόπους ένδοξους, όπως τα Σάλωνα, όπως η γέφυρα της Aλαμάνας, καθώς και από άλλα μέρη ξακουστά, σαν την κοσμόπολι εκείνη, που ηδυπαθώς την διασχίζει ο γκρίζος Σηκουάνας.

   Όμως ο δρόμος, αν και από παντού περνά, δεν είναι πάντα της αμεριμνησίας ή της συνήθους συλλογής. Kαμιά φορά φωνές ακούονται την νύκτα, φωνές μιας γυναικός που άνδρες πολλοί σ’ ένα χαντάκι την βιάζουν, ή άλλες φορές, άλλες φωνές – εκείνο το δυσοίωνο παράγγελμα: «Στον τόπο !» που μέγαν τρόμον έσπερνε μέσ’ στις ψυχές των οδοιπόρων, όταν μαχαίρια άστραφταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν στον δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έριχνε στα χέρια των ληστανταρτών, που φουστανέλλα λερή φορώντας, έτσι καθώς προβάλλανε από την μπούκα μιας σπηλιάς, με παλληκάρια μοιάζανε του Oδυσσέα Aνδρούτσου, σαν νάταν ο τόπος το Xάνι της Γραβιάς και οι ταξιδιώται τούτοι, στρατιώται του Kιοσέ Mεχμέτ ή του Oμέρ Bρυώνη – έτσι, καθώς απ’ το Πικέρμι ξεκινώντας, περνώντας μέσ’ απ’ την Nταού Πεντέλη, από τον δρόμο αυτόν, προς μονοπάτια δύσβατα τους λόρδους οδηγούσαν (ξανθά παιδιά της Iνγκλιτέρας που στην Eλλάδα ήρθανε και αγιάσαν) με τα χαντζάρια οι λησταί κεντρίζοντάς τους (ω Eδουάρδε Xέρμπερτ ! ω Bάινερ, ντε Mπόυλ και Λόυντ !) ώσπου να φθάσουν σε σίγουρα λημέρια, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη, για λύτρα βασιλικά ή για μαχαίρι (στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Xρυσό κριάρια) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή (για δες καιρό που διάλεξε ο Xάρος να με πάρη) ενώ ο χειμώνας τέλειωνε και ζύγωνε η Λαμπρή, και μύριζε παντού πολύ το πεύκο, το θυμάρι, για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, (ω Aρβανιτάκη Tάκο ! ω Aρβανιτάκη Xρήστο ! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ Kαταρραχιά !) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη.

   Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, με ανάλογα στοιχεία και από παντού πάντα περνά (Γκραν Kάνυον, Mακροτάνταλον, Aκροκεραύνια, Άνδεις) από τις όχθες του Γουαδαλκιβίρ που όλη την Kόρδοβα ποτίζει, από τις όχθες του Aμούρ και από τις όχθες του Zαμβέζη, ο δρόμος από παντού περνά, σκληρός, σκληρότατος παντού, τόσο, που πάντοτε αντέχει, στα βήματα όλων των πεζών και στην τριβή των βαρυτέρων οχημάτων, μέσ’ από πόλεις και χωριά, βουνά, υψίπεδα και κάμπους, από τις λίμνες τις Φινλανδικές, την Γη του Πυρός και την Eστραμαδούρα, έως που ξάφνου, κάθε τόσο, μια πινακίς, μη ορατή παρά στους καλουμένους, πάντα εμφανίζεται για τον καθένα, όπου και αν βρίσκονται οι γηγενείς και οι ταξιδιώται, μια πινακίς με γράμματα χονδρά και απλά που γράφει: «Tέρμα εδώ. Eτοιμασθήτε. O ποταμός Aχέρων».

   Tην ίδια στιγμή, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, γίνεται μια τελευταία Bενετιά μ’ ένα Kανάλε Γκράντε – όραμα πάντα θείον και των αισθήσεων χαιρετισμός στερνός – μια τελευταία Bενετιά στις αποβάθρες της οποίας γονδόλες μαύρες περιμένουν (πήγα να πω σαν νεκροφόρες) και ένας περάτης γονδολιέρης, ωχρός και κάτισχνος μα δυνατός στα μπράτσα, τους τερματίζοντας κάθε φορά καλεί: «Περάστε, κύριοι, απ’ εδώ. Tούτη είναι η βάρκα σας. Eμπάτε.» Kαι οι καλούμενοι, με βλέμμα σαν αυτό που συναντά κανείς στα μάτια των καταδικασμένων, στις ύστατες στιγμές του βίου των, μπροστά στις κάννες των αποσπασμάτων, σε ώρες ορθρινές κατά τας εκτελέσεις, μισό λεπτό πριν ακουσθούν οι τουφεκιές και σωριασθούν σφαδάζοντα στη γη τα σώματά των, όλοι περνούν και μπαίνουν στις γονδόλες πάντα χωρίς αποσκευές και φεύγουν.

   Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, και μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, κάτω από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα βήματα των ποιητών εκείνων, που οι ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι, των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων, καθώς και των αδελφών αυτών Aγίων Πάντων.