Και οι 7 ήταν υπέροχες! (vol.2)

Με το νέο έτος να μετρά κιόλας δέκα ολόκληρες ημέρες και μ’ εμάς να σας ευχόμαστε κατ’ αρχάς -για ακόμα μια φορά- καλή χρονιά με υγεία, αγάπη και χαμόγελα, η ανασκόπηση των αγαπημένων ταινιών του 2016 συνεχίζεται ως εξής:

  • «Το Μέλλον»

things-to-come-5

Πιάνοντας τον κινηματογραφικό μίτο από εκεί που τον είχαμε αφήσει, η Isabelle Huppert μας συντροφεύει αναπόφευκτα για ακόμα μια φορά και σε μια ακόμα γαλλόφωνη ταινία με έντονο δραματικό στοιχείο. Η -προ ολίγων ωρών βραβευμένη στις Χρυσές Σφαίρες- ηθοποιός συνεργάζεται για πρώτη φορά με τη νεότατη σκηνοθέτιδα και σεναριογράφο Mia Hansen-Løve, μια πολλά υποσχόμενη και ήδη αναγνωρισμένη Γαλλίδα δημιουργό. Με την πλοκή του φιλμ να περιστρέφεται γύρω από μια μεσήλικη καθηγήτρια φιλοσοφίας, μάνας δυο παιδιών και φαινομενικά ευτυχισμένης συζύγου, της οποίας η ζωή δεν θα αργήσει να ανατραπεί πλήρως, η Hansen-Løve βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία για να πραγματευτεί τα αγαπημένα της θέματα, όπως την αγάπη, τη ζωή και το θάνατο, το χρόνο που κυλάει αδυσώπητα, μα -πάνω απ’ όλα- την επιθυμία ολοκληρωτικής ανασυγκρότησης του «είναι» ενός ανθρώπου που βαδίζει τον δικό του Γολγοθά. Κοινό και κριτικοί υποκλίνονται μπροστά σε δυο ταλέντα που εξέπληξαν με τις ξεχωριστές τους ικανότητες και που, όταν συναντήθηκαν, δημιούργησαν έναν εκρηκτικό συνδυασμό.

  • «Η Κόκκινη Χελώνα»

the-red-turtle-1

Ευάριθμες είναι οι φορές στην κινηματογραφική ιστορία που η δύναμη της απλότητας υπερτερεί των μεγαλόπνοων ειδικών εφέ και των περίπλοκων σεναριακών πειραμάτων, ειδικά όταν πρόκειται για ταινίες animation. Στην πρώτη του διεθνή συμπαραγωγή το ιαπωνικό Studio Ghibli -υπεύθυνο εκτός των άλλων για τη δημιουργία των πολυαγαπημένων “My Neighbor Totoro” και “Spirited Away”- κέρδισε το στοίχημα, αποδεικνύοντας πως ένα φιλμ δίχως λόγια μπορεί να κάνει τη διαφορά από τη στιγμή που εκμεταλλεύεται στο έπακρο και συνταιριάζει με τέχνη τις δυνατότητες που του δίνονται: καλαίσθητα σχέδια, εξαιρετικό μουσικό θέμα και -προπαντός- καλοδουλεμένο σενάριο. Ο Ολλανδός σκηνοθέτης Michael Dudok de Wit μπερδεύει ντελικάτα πραγματικότητα και φαντασία, συνθέτοντας την ιστορία ενός άντρα που ναυαγεί σε ένα ερημονήσι και ως άλλος Ροβινσώνας Κρούσος επιχειρεί να επιβιώσει και να ξεφύγει από αυτό, χωρίς ωστόσο να υπολογίζει τις προθέσεις μιας μυστηριώδους κόκκινης χελώνας που έχει βαλθεί να του ανατρέψει κάθε σχέδιο και αυτοσχέδιο πλεούμενο… Είτε λυρικό παραμύθι, είτε φιλοσοφικό εμπύρευμα, η «Κόκκινη Χελώνα» θα παραμείνει στην καρδιά κάθε θεατή, πλέοντας στα πελάγη του μυαλού του για πολύ καιρό.

  • “Julieta”

julieta-7

Μετρ της θηλυκής ψυχοσύνθεσης και απεικόνισής της στην μεγάλη οθόνη, ο λατρεμένος σκηνοθέτης Pedro Almodóvar επιστρέφει μετά από τρία χρόνια απουσίας για να αποτυπώσει στην 21η μεγάλου μήκους ταινία του την ιστορία μιας ακόμα εύθραυστης και πληγωμένης γυναίκας, ενοποιώντας τρία διηγήματα της Καναδής νομπελίστριας συγγραφέως Alice Munro. Κάνοντας χρήση της χαρακτηριστικής χρωματικής του παλέτας, ο Ισπανός δημιουργός αφηγείται πάντα με στιλ τα πάθη της Julieta, η οποία έπειτα από ένα τυχαίο συμβάν εγκαταλείπει άξαφνα τον σύντροφό της, αναβάλλει την μετακόμισή της από τη Μαδρίτη στη Λισαβόνα και αποφασίζει να επανενωθεί με την επί δώδεκα χρόνια εξαφανισμένη κόρη της. Με αναδρομές στο παρελθόν, που χάρις στα έξυπνα σκηνοθετικά τερτίπια δεν ξενίζουν το κοινό, το παρελθόν της πρωταγωνίστριας ξεδιπλώνεται στο πανί και κάθε πτυχή του χαρακτήρα της είναι αναγνωρίσιμη σε τέτοιο σημείο, ώστε η ταύτισή μ’ εκείνη προκύπτει σ’ έναν βαθμό σχεδόν φυσικά. Υποψήφια για τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών το έτος που μας πέρασε, δεν θα προκαλούσε εντύπωση αν η ταινία αυτή κατάφερνε να κερδίσει μερικές υποψηφιότητες στα προσεχή Oscar και να χαρίσει στον Almodóvar το δεύτερό του χρυσό αγαλματάκι…

  • «Η Υπηρέτρια»

the-handmaiden-6

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως ο άνθρωπος που βρισκόταν πίσω από το ζοφερότατο θρίλερ του 2003 “Oldboy” είναι ο ίδιος που κάμποσα χρόνια αργότερα θα παρέδιδε στο φιλοθεάμον κοινό το εξίσου βαθιά σκοτεινό και συνάμα σαγηνευτικά ρομαντικό δράμα με τίτλο «Η Υπηρέτρια»; Αυτή είναι η τέχνη, μα και η ιδιοφυία του Park Chan-wook, του πολυσχιδούς αυτού auteur από τη Νότιο Κορέα που κατάφερε να συνδυάσει με τρόπο αψεγάδιαστο στοιχεία ψυχολογικού τρόμου και λάγνου ερωτισμού, δοσμένα μάλιστα μέσα σ’ ένα πλαίσιο ταινίας εποχής. Μεταφερόμενοι στην δεκαετία του 1930 και στην υπό ιαπωνική κατοχή Κορέα, παρακολουθούμε την ιστορία δυο νεαρών γυναικών, μιας πλούσιας Γιαπωνέζας αριστοκράτισσας και της καινούριας της Κορεάτισσας οικονόμου, της οποίας οι σκοποί δεν περιορίζονται μονάχα στο να φροντίζει με προσήλωση την κυρά της, καθώς συμμετέχει στο -συντόμως κατακερματισμένο- σχέδιο ενός αξιέραστου τσαρλατάνου που εποφθαλμιά την μεγάλη περιουσία της πρώτης. Η χημεία των πρωταγωνιστριών δεν χωράει αμφιβολίας, με τις ερμηνείες τους να καθηλώνουν, την ίδια στιγμή που ο φακός του Park Chan-wook, πιο ώριμος από ποτέ, συμβάλλει στην δημιουργία ενός φιλμ μοναδικής δυναμικής, του οποίου τόσο η κινηματογραφική όσο και η καλλιτεχνική αξία δύσκολα θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν.

Κάπου εδώ το αφιέρωμά μας στις ταινίες που ξεχωρίσαμε για το 2016 τελειώνει ολοκληρωτικά, με εμάς να συνεχίζουμε να σας ευχόμαστε καλές προβολές και γι’ αυτήν την χρονιά!

Καλή καρδιά και ψυχή βαθιά!

 

Και οι 7 ήταν υπέροχες! (vol.1)

Τέλη έτους και παντός είδους ανασκοπήσεις είθισται -ως γνωστών- να πηγαίνουν μαζί, τη στιγμή που απ’ τo τριπάκι της σύνταξης ετήσιου απολογισμού, είναι η αλήθεια, πως λίγοι θα γλιτώσουν. Κι ενώ κατάλογοι με τα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς, τα πιο αγαπημένα μουσικά κομμάτια, τα καλύτερα βιβλία και ούτω καθ’ εξής «καραδοκούν» σε κάθε διαδικτυακή γωνιά, έτσι κι εμείς δεν θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τη δελεαστική -αν μη τι άλλο- διαδικασία της δημιουργίας μιας -μη αριθμητικά ταξινομημένης- λίστας με τις αγαπημένες ταινίες για τη φετινή σεζόν. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν μας αφενός την αναγνώριση τους τόσο από κοινό όσο και από κριτικούς κι αφετέρου τις ημερομηνίες διανομής τους στην χώρα μας, παρουσιάζουμε τα εφτά εκείνα φιλμ που το 2016 μας έκλεψαν την καρδιά, φέρνοντας άλλοτε δάκρυα στα μάτια κι άλλοτε χαμόγελα στα χείλη.

  •  “La La Land”

%ce%bd%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%bf-1

Η εκπνοή του 2016 επεφύλασσε αρκετές χαρούμενες κινηματογραφικές εκπλήξεις, με μια από αυτές να είναι αδιαπραγμάτευτα αυτό το μιούζικαλ-υπερθέαμα, το οποίο χαρακτηρίζεται από πολλούς ως η καλύτερη ταινία της χρονιάς. Έχοντας ήδη στην κατοχή της πάνω από 80 κινηματογραφικά βραβεία και αποτελώντας φαβορί τόσο για τα Oscar όσο και για τις Χρυσές Σφαίρες, η ταινία αυτή είναι σκηνοθετικό και σεναριακό δημιούργημα του νεότατου Damien Chazelle, του ανθρώπου που πριν δυο χρόνια μας χάρισε το εξαιρετικό “Whiplash”. Αυτή τη φορά ο Chazelle επιστρατεύει τους Ryan Gosling και Emma Stone, οι οποίοι ενσαρκώνουν αντίστοιχα έναν πιανίστα της τζαζ σκηνής και μια σερβιτόρα που φιλοδοξεί να γίνει ηθοποιός, τη στιγμή που ο έρωτας δεν θα αργήσει να τους χτυπήσει την πόρτα. Αρκεί, όμως, ο φτερωτός θεός για να κρατήσει κοντά τους δυο εραστές ή μήπως το κυνήγι μιας καριέρας στο λαμπερό -μα και πολλές φορές αδηφάγο- Λος Άντζελες φτάνει για να τους χωρίσει;

  • “Toni Erdmann”

%ce%bd%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%bf-2

Λίγοι θα περίμεναν πως η Γερμανίδα σκηνοθέτιδα Maren Ade και η ταινία της “Toni Erdmann” θα έφευγαν από το φετινό Φεστιβάλ των Καννών έχοντας κερδίσει μονάχα ένα βραβείο -αυτό της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Ταινιών Κινηματογράφου, από τη στιγμή που κοινό και κριτικοί είχαν παραληρήσει με την γλυκόπικρη ιστορία ενός πατέρα που κάνει κάτι παραπάνω από φιλότιμες προσπάθειες, έτσι ώστε να επανενωθεί με την επί χρόνια απομακρυσμένη καριερίστρια κόρη του. Θίγοντας θέματα κοινωνικά με ιδιαίτερα πρωτότυπο και σκηνοθετικά καίριο τρόπο, η Ade κατάφερε να συνδυάσει στην τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της πηγαίο συναίσθημα και σπιρτόζικο χιούμορ με απόλυτη επιτυχία, ισορροπώντας με χάρη ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, παραδίδοντάς μας ένα φιλμ για την οικογένεια, στο οποίο και θα αναφερόμαστε για χρόνια.

  • «Εκείνη»

%ce%bd%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%bf-2

Από το μιούζικαλ στη δραμεντί κι από τη δραμεντί σε ένα καταιγιστικό ψυχολογικό θρίλερ δια χειρός του εξ Ολλανδίας ορμώμενου Paul Verhoeven, ο οποίος αποτόλμησε για πρώτη φορά τη φετινή χρονιά να σκηνοθετήσει φιλμ στη γαλλική γλώσσα. Ο σκηνοθέτης του «Βασικού Ενστίκτου» επέλεξε να αποτυπώσει στην μεγάλη οθόνη μια μεταφορά της βραβευμένης νουβέλας του Philippe Djian με τίτλο “Oh…”, πραγματευόμενος την ιστορία μιας δυναμικής κι επιτυχημένης διευθύντριας εταιρίας βιντεοπαιχνιδιών, η οποία μετά τον βιασμό της από έναν άγνωστο μέσα στο ίδιο της το σπίτι θα επιδοθεί σε ένα λυσσαλέο κυνηγητό του θύτη της, με μοναδικούς της στόχους την εκδίκηση και την προσωπική της λύτρωση. Μια μοναδική Isabelle Huppert στον πρωταγωνιστικό ρόλο απογειώνει το «Εκείνη», το οποίο δεν έχει να κάνει σε καμία περίπτωση με τα κενά χολιγουντιανά φιλμ του ιδίου είδους, που αναλώνονται σε κλισέ εκφράσεις, μάτσο πρωταγωνιστές και φλύαρες σκηνές δράσεις, ακριβώς διότι πρόκειται για μια ταινία εξαιρετικής δυναμικής, μα και απαράμιλλης αισθητικής.

Κάπου εδώ το πρώτο μέρος του αφιερώματός μας ολοκληρώνεται κι εμείς υποσχόμαστε πως το δεύτερο θα ακολουθήσει λίαν συντόμως!

Καλές προβολές και καλό υπόλοιπο εορτών!

Και μια μικρή υποσημείωση: Μετά από έναν μαραθώνιο άρθρων η Ιωάννα μας παίρνει μια μικρή ανάσα, καθώς η υποφαινόμενη συντάκτρια αυτού εδώ του κειμένου αποφάσισε να επιστρέψει στο SRG, ως άλλη άσωτη θυγατέρα που επιστρέφει στην οικία της…

Με τον τρόπο του L. C.

Δέκα μέρες συμπληρώθηκαν κιόλας από τον ξαφνικό χαμό ενός σπουδαίου ποιητή, συγγραφέα, τραγουδιστή και συνθέτη που άκουγε στο όνομα Leonard Cohen και που οι στίχοι και οι μελωδίες του, αληθινοί ύμνοι στην αγάπη και στην ομορφιά της ζωής, συντρόφευσαν και θα συνεχίζουν να συντροφεύουν την καθημερινότητα χιλιάδων από εμάς. Η είδηση του θανάτου του, η οποία έμελλε να πέσει σαν κεραυνός εν αιθρία το πρωινό της 10ης Νοεμβρίου, έφερε αβίαστα στην θύμηση πολλών το αποχαιρετιστήριο γράμμα του στην παλιά του αγαπημένη Marianne Ihlen, την μούσα πίσω από τα τραγούδια “Bird on the Wire” και “So long, Marianne”, το οποίο συνέταξε λίγες μέρες προτού τον θάνατό της. «Λοιπόν Marianne, φτάσαμε σε αυτό το χρονικό διάστημα, που είμαστε πραγματικά τόσο μεγάλοι που τα σώματά μας καταρρέουν και νομίζω ότι θα ακολουθήσω πολύ σύντομα», έγραφε ο Cohen στην αρχή της επιστολής του και ο λόγος του αυτός έμελλε να είναι μοιραία προφητικός, αφού πράγματι και ο ίδιος θα έφευγε τέσσερις μόλις μήνες μετά σε ηλικία 82 χρόνων.

yes

Κι ενώ πολλά είναι τα αφιερώματα των τελευταίων ημερών που έχουν αποτιμήσει φόρο τιμής σε αυτόν τον μεγάλο καλλιτέχνη, εμείς με την σειρά μας ξαναβλέπουμε το εξαιρετικό μουσικό ντοκιμαντέρ του 2005 με τίτλο Leonard Cohen: Im Your Man, σε σκηνοθεσία της Lian Lunson και παραγωγή -εκτός των άλλων- του Mel Gibson, σε μια προσπάθεια να έρθουμε σε βαθύτερη επαφή με τη ζωή, το έργο και την καριέρα αυτού του μεγάλου καλλιτέχνη. Σε διάρκεια περίπου 100 λεπτών το φιλοθεάμον κοινό ταξιδεύει από το Μόντρεαλ του Καναδά στο ξενοδοχείο Chelsea της Νέας Υόρκης και από εκεί στην Ύδρα και στο κέντρο Ζεν του βουνού Μπόλντι της Καλιφόρνιας, παρακολουθώντας την πορεία ζωής του Leonard Cohen, ενός ανθρώπου που «μεγάλωσε φορώντας κουστούμια» -όπως δήλωνε αστειευόμενος ο ίδιος- και που χαρακτηρίστηκε ως ο Byron ή ο Shelley της γενιάς του. Την ίδια στιγμή ο θεατής έχει την μοναδική ευκαιρία να απολαύσει ένα πλούσιο και συνάμα σπάνιο υλικό από φιλμ, φωτογραφίες, σχέδια και σημειώσεις του ίδιου του Cohen, τα οποία και χρονολογούνται ακόμη κι από την παιδική και νεανική του ηλικία, γνωρίζοντας ως εκ τούτου εκ βαθέων αυτό τον ιδιαίτερα ταλαντούχο δημιουργό.

Αφορμή μα και πυρήνας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το ντοκιμαντέρ στάθηκε η αφιερωματική συναυλία που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2005 στην Όπερα του Σύδνεϋ με τον τίτλο “Came So Far for Beauty” και τη συμμετοχή πολλών αξιόλογων μορφών διεθνούς αναγνώρισης και ακτινοβολίας που εκτέλεσαν με τον δικό τους τρόπο τα έργα αυτού του μουσουργού, ο οποίος αποτέλεσε για κείνους σημαντικότατη έμπνευση και καθοριστική επιρροή. Nick Cave, Rufus και Martha Wainwright, Jarvis Cocker και Antony είναι μερικά μόνο από τα ονόματα των καλλιτεχνών που ερμήνευσαν αγαπημένα και κλασικά κομμάτια, όπως τα “Anthem”, “Chelsea Hotel No.2”, “Suzanne”, καθώς και μια πληθώρα ακόμα εκλεκτών τραγουδιών, σε μια τους προσπάθεια να πουν ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο ίνδαλμά τους με τον τρόπο εκείνο που γνωρίζουν καλύτερα. Ο ίδιος ο Leonard Cohen, βέβαια, και ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο τραγουδούσε την ποίησή του δεν θα μπορούσαν να λείπουν από αυτή τη μελωδική βιογραφία. Κάπως έτσι, λοιπόν, στα τελευταία του λεπτά το φιλμ χαρίζει μια ακόμα μουσική εμπειρία στο κοινό του: ο ίδιος με την χρυσή του φωνή και σε συνεργασία με το συγκρότημα U2 παρουσιάζουν μπροστά στην κάμερα της Lunson μια ονειρική εκτέλεση του “Tower of Song”, δημιουργώντας έτσι την κατακλείδα του ντοκιμαντέρ που δεν θα μπορούσε να κλείσει με τρόπο καλύτερο.

%ce%bb%ce%ad%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%bd%cf%84-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-u2

Την ίδια στιγμή, ένα ακόμα στοιχείο που έρχεται να κλέψει απρόσμενα την παράσταση, προσφέροντας στην ταινία την πρωτοτυπία κι ένα κομμάτι της μαγείας της, είναι η ευρηματική χρήση του μοντάζ. Η ιδιαίτερη «συναρμολόγηση» και «τοποθέτηση» των σκηνών συνηγορεί έτσι ώστε η συναυλία και οι υπέροχες μελωδίες της να μπερδευτούν αφενός με τον λόγο των τραγουδιστών που εκφράζουν τις βαθύτατα ειλικρινείς και συγκινητικές τους σκέψεις για τον Καναδό δημιουργό και το έργο του κι αφετέρου με τις παραστατικότατες διηγήσεις και τους στοχασμούς του ίδιου, καθώς προχωρεί σε μια προσωπική ενδοσκόπηση της ζωής, των επιλογών και της συνολικής του πορείας ως εραστή της τέχνης. Από το παρελθόν στο παρόν και πάλι πίσω, αναμνήσεις και γεγονότα αναβιώνουν και ολόκληρη η φιλοσοφία της ζωής του Cohen ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας, υπνωτίζοντάς μας με τρόπο φυσικό και δίχως να καταβάλλει καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια, ως αποκύημα μιας αδιαμφισβήτητα πηγαίας και βαθιάς πνευματικότητας.

Στην τελική, πρέπει να τονιστεί πως το φιλμ Leonard Cohen: Im Your Man δεν είναι μόνο για όσους είναι ήδη εξοικειωμένοι με τον Καναδό καλλιτέχνη και το σύνολο του έργο του, αλλά φυσικά και για όλους όσους τώρα βρίσκονται σε ένα πρώιμο στάδιο επαφής με τη ποίηση και την μουσική του, αποτελώντας την καταλληλότερη πρώτη γνωριμία τόσο με το ό,τι εκείνος δημιούργησε, όσο και με την πληθωρική του προσωπικότητα. Διότι ο Leonard Cohen δεν ήταν μόνο ένας τελειομανής επαγγελματίας συγγραφέας, ούτε και μονάχα ένας διάσημος τραγουδιστής με ξεχωριστή χροιά˙ ο Leonard Cohen ήταν και θα εξακολουθήσει να είναι πάνω απ’ όλα αυτό που εκείνος ήθελε να είναι: ο Άνθρωπός Μας.

Καλό ταξίδι, λοιπόν, αγαπημένε μου!

Leonard Cohen (1934-2016)

ΜΙΚΡΟΦΙΛΜ: “The House Is Black”

«Δεν υπάρχει καμιά έλλειψη ασχήμιας στον κόσμο. Αν ο άνθρωπος σφαλίσει τα μάτια του απέναντί της, θα υπάρξει ακόμα περισσότερη.» Με τα παραπάνω λόγια ξεκινά το ντοκιμαντέρ μικρού μήκος της Ιρανής ποιήτριας και σκηνοθέτιδας Forough Farrokhzad (1935-1967) και το κοινό παρασύρεται στην δίνη της υποβλητικής του ατμόσφαιρας, μεταφερόμενο στο έτος 1962 και στο χωριό Behkadeh Raji, την πρώτη αυτάρκη κι οικονομικά ανεξάρτητη αποικία λεπρών του Ιράν. Ένας κόσμος πληγωμένων ψυχών αναδύεται στην οθόνη και ο θεατής μέσα σε διάρκεια 22 λεπτών γίνεται μάρτυρας της καθημερινότητας των εκατοντάδων ανθρώπων αυτής της ιδιαίτερης κοινότητας, οι οποίοι μαστίζονταν από την σαρκοβόρα νόσο.

forough-1Τόσο ψυχοφθόρο όσο και αποκαλυπτικό, αυτό το βαθύτατα συγκινητικό φιλμ αποτελεί σημείο αναφοράς για τον ιρανικό κινηματογράφο και ιδιαίτερα για το λεγόμενο «Ιρανικό Νέο Κύμα», με την σκηνοθέτιδά του να αποτελεί μια δημιουργό-ορόσημο. Το εκπληκτικό είναι πως η κατ’ εξοχήν ποιήτρια Farrokhzad -μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα για τα δεδομένα της χώρας της, κατάφερε να κερδίσει επάξια σπουδαία θέση στην κινηματογραφική βιβλιογραφία ανάμεσα σε πολλές άλλες μεγάλες προσωπικότητες του χώρου και να χαίρει της εκτιμήσεως  σημαντικών κριτικών, έχοντας προλάβει να δημιουργήσει ουσιαστικά μόνο αυτήν την ολιγόλεπτη ταινία, καθώς ένα τρομερό αυτοκινητιστικό δυστύχημα της στέρησε τη ζωή σε ηλικία μόλις 32 ετών. Η λογικά επόμενη υστεροφημία που έλαβε και συνεχίζει να λαμβάνει, προκύπτει -αν μη τι άλλο- από το βαθμό επιρροής που εξακολουθεί να ασκεί τόσο στην ποίηση όσο και στην 7η τέχνη, με την μοντερνιστική, αντισυμβατική της προσέγγιση και τη βαθιά φεμινιστική της ματιά να είναι υπαίτιες για τη διεθνή αναγνώριση που τελικώς δέχθηκε.

Γυρνώντας, όμως, πίσω στην θεματική του καθηλωτικού The House Is Blackκι έχοντας για οδηγό μας μια αεικίνητη κάμερα, έχουμε την δυνατότητα να περιπλανηθούμε μέσα στην κοινότητα των ασθενών, βυθιζόμενοι σε μια δίνη άκρως σοκαριστικών ασπρόμαυρων εικόνων που ίσως λίγοι θα άντεχαν να αντικρύσουν. Την ίδια στιγμή, γινόμαστε κι εμείς με τη σειρά μας μέλη του σύμπαντός τους και συνάμα μέτοχοι του καθημερινού τους πόνου, παρατηρώντας την καταβολή από την λέπρα και τα εμφανή της σημάδια πάνω στα σώματα όλων τους αδιακρίτως ηλικίας και φύλου, τις προσευχές και ικεσίες τους, τα συσσίτια, τις θεραπείες των γιατρών και τις προσπάθειες αποκατάστασης των πληγωμένων σωμάτων τους.

Και καθώς τα πορτρέτα των βασανισμένων υπάρξεων παρουσιάζονται μπροστά στα μάτια μας, αποσπάσματα από την Παλαιά Διαθήκη και το Κοράνιο απαγγέλλονται από τους συνεργάτες της Farrokhzad και την ίδια, εναλλασσόμενα με στίχους δικών της ποιημάτων. Το επιβλητικό αποτέλεσμα, που ασφαλώς εντείνεται με το παραπάνω σκηνοθετικό τέχνασμα, ενισχύεται επιπλέον με την παρουσίαση και της άλλης πλευράς της καθημερινότητας των λεπρών, μιας καθημερινότητας γεμάτης από διάθεση για ζωή. Τα παιχνίδια των παιδιών και το σχολικό τους μάθημα, η ενασχόληση των γυναικών με τον καλλωπισμό τους, οι συζητήσεις των αντρών, ακόμα και σκηνές από έναν γάμο παρελαύνουν μπροστά μας και αποδεικνύουν περίτρανα πως πράγματι είναι δυνατόν ακόμα και στις πιο σκοτεινές εποχές να υπάρξει ελπίδα και θέληση για ζωή.

%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%af%cf%83%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%87%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%af%ce%bf-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1%cf%82

Η Forough Farroukhzad και το συνεργείο της κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στο σχολείο της κοινότητας Behkadeh Raji.

Εν κατακλείδι, το The House Is Blackαποτελεί μια σκληρή ταινία τεκμηρίωσης που ένας λάτρης του είδους με γερό στομάχι δεν θα παρακολουθήσει μονάχα μια φορά, αντιλαμβανόμενος το γεγονός πως στόχος της δεν ήταν να σοκάρει τους θεατές, αλλά να τους ευαισθητοποιήσει, εξαλείφοντας την ασχήμια της αρρώστιας και απαλύνοντας ένα μέρος από τον πόνο των θυμάτων της, προχωρώντας στην γνωστοποίησή της λέπρας στο ευρύ κοινό. Τα πολλά διεθνή βραβεία που της απονεμήθηκαν, άλλωστε, επισφραγίζουν την αξία αυτού του δημιουργήματος που γυρίστηκε εντός 12 ημερών και οδήγησαν την ίδια την Forough Farrokhzad να έρθει κοντά με τα μέλη της κοινότητας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προχωρήσει στην υιοθεσία ενός μικρού παιδιού δυο ασθενών, με το οποίο είχε καταφέρει να αναπτύξει γερούς συναισθηματικούς δεσμούς.

Υ.Γ. Παρακολουθήστε παρακάτω το ντοκιμαντέρ με αγγλικούς υπότιτλους, έχοντας επίγνωση βέβαια πως ορισμένα σημεία του περιέχουν εξαιρετικά ωμές εικόνες.

Καλές προβολές και καλό Σαββατοκύριακο!

Λάβετε θέσεις, έτοιμοι, πάμε: Οι Νύχτες Πρεμιέρας 2016 είναι εδώ!

Όπως κάθε φθινόπωρο τα τελευταία 21 χρόνια, έτσι και φέτος η πρωτεύουσα «βάζει τα καλά της» και υποδέχεται απαστράπτουσα το πιο λατρεμένο και πολυαναμενόμενο κινηματογραφικό της γεγονός, το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας. Με 180 ταινίες και παράλληλες εκδηλώσεις που καταφέρνουν να χωρέσουν μέσα στο διάστημα από 21 Σεπτεμβρίου έως και 2 Οκτωβρίου, αυτό το φεστιβάλ-θεσμός με τις διεθνείς προδιαγραφές συνεχίζει να κερδίζει χιλιάδες κινηματογραφόφιλους, κάνοντας τις καρδιές τους να σκιρτούν έτι μια χρονιά στη θέα του πλούσιου προγράμματός του. Δέστε, λοιπόν, τις ζώνες σας και ελάτε μαζί μας σε αυτήν την φιλμική κούρσα διάρκειας 12 ημερών που προβλέπεται να σας μείνει αξέχαστη!

%cf%80%cf%8c%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%81Αν και η φετινή διοργάνωση χαρακτηρίζεται από κάμποσες αλλαγές, με πρώτη και κύρια να είναι η παρουσία του διευθυντή του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ, Λουκά Κατσίκα, για πρώτη φορά στο τιμόνι της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, στον πυρήνα της παραμένει η ίδια με τις προγενέστερες, διατηρώντας ακέραιο το διαγωνιστικό κομμάτι της, το οποίο και περιλαμβάνει ταινίες από κάθε γωνιά του κόσμου. Το αγαλματάκι της Χρυσής Αθηνάς, το πολυπόθητο βραβείο, αποτελεί και φέτος «το μήλον της Έριδος» ανάμεσα σε νεότερους και παλαιότερους δημιουργούς ανεξαρτήτως εθνικότητας, οι οποίοι πολλές φορές τιμούν με την παρουσία τους τις προβολές. Ωστόσο, οι διαγωνισμοί δεν τελειώνουν εδώ, καθώς σημαντικότατα στοιχεία του φεστιβάλ αποτελούν αφενός το διαγωνιστικό των ελληνικών ταινιών μικρού μήκους κι αφετέρου το διαγωνιστικό τμήμα «Μουσική & Φιλμ», το οποίο επικεντρώνεται σε ταινίες τεκμηρίωσης που πραγματεύονται -όπως φανερώνει άλλωστε και το όνομά τους- ιστορίες σχετιζόμενες με σημαντικές προσωπικότητες από τον χώρο της μουσικής βιομηχανίας και που φέτος, μάλιστα, βρίσκει  στην θέση της προέδρου της κριτικής του επιτροπής τη γνωστή μουσικό Λένα Πλάτωνος.

Πέρα, όμως, από τις διαγωνιστικές κατηγορίες, οι Νύχτες Πρεμιέρας προσφέρουν στο φιλοθεάμον κοινό την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με μια πλούσια ποικιλία ταινιών που καλύπτει, όπως κάθε χρόνο, όλα τα γούστα: πρεμιέρες ελληνικών και ξένων ταινιών, ντοκιμαντέρ, φιλμ που αγαπήθηκαν σε φεστιβάλ διεθνούς ακτινοβολίας (Φεστιβάλ Βερολίνου, Βενετίας, Σαν Σεμπαστιάν κλπ) και -για τους πιο τολμηρούς- θρίλερ και ταινίες τρόμου σε προβολές μετά τα μεσάνυχτα. Οι ταινίες μικρού μήκους εκτός διαγωνισμού δεν θα μπορούσαν, επίσης, να απουσιάζουν, τη στιγμή που πολλές από αυτές, δημιουργημένες στα πλαίσια του προσφάτως εγκαινιασμένου Athens Film Lab, παρουσιάζονται πριν από τις κύριες προβολές. Σημαντικότατο, τέλος, και αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της κινηματογραφικής γιορτής αποτελούν οι ειδικές προβολές και τα αφιερώματα σε σκηνοθέτες και ρεύματα  που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στο εν λόγω στερέωμα, κερδίζοντας επάξια μια θέση στην ιστορία.

%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%ac%cf%82

Κινηματογράφος «Παλλάς», Νύχτες Πρεμιέρας 2012

Και καθώς η τελετή έναρξης του 22ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας πραγματοποιήθηκε χθες, Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και ο κινηματογράφος “Ideal” παρουσίασε την επιστροφή του θρίλερ “Blair Witch σε μια μεταμεσονύχτια warm-up προβολή, οι μπομπίνες παίρνουν ουσιαστικά από σήμερα φωτιά στους κινηματογράφους Δαναός 1 & 2, Odeon Opera 1 & 2, Ideal, Παλλάς και στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Υπό αυτές τις συνθήκες, αναγκαία γίνεται πλέον η νύξη στο ωρολόγιο πρόγραμμά του, το οποίο και επιφυλάσσει σωρεία εκπλήξεων ως προς τις ταινίες που πρόκειται να προβληθούν -και όχι μόνο. Με τις προβολές να ξεκινούν από νωρίς το απόγευμα και να ολοκληρώνονται ξημερώματα, ο θεατής θα έχει τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με τον πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Φραγκόπουλο και την ταινία του Nocturne(Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου), να δει την νέα ταινία του Almodóvar με τίτλοJulieta (Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου), να τυφλωθεί από τις πολύχρωμες φωταψίες του The Neon Demon (Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου), να αισθανθεί και πάλι παιδί με την animation δημιουργία “Η κόκκινη χελώνα” του θρυλικού ιαπωνικού Studio Ghibli (Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου) και να μπει στην πρώτη γραμμή όλων των συναυλιών των πιο διάσημων «Σκαθαριών» στην ιστορία, παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ The Beatles: Eight Days A WeekThe Touring Years(Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου).

%ce%b1%ce%b9%cf%83%ce%b8%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%aeΤην ίδια στιγμή, πρέπει να γίνει ειδική μνεία στα αφιερώματα των Νυχτών Πρεμιέρας, τα οποία αποτελούν ανασκοπήσεις στα έργα σημαντικών σκηνοθετών και που θα «τρέχουν» καθ’ όλη τη διάρκεια της διοργάνωσης. Την τιμητική τους θα έχουν auteur από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όπως ο Γάλλος Louis Malle, η Γερμανίδα Maren Ade, ο Πολωνός Tomasz Wasilewski, καθώς και κάμποσοι -παλιότεροι και νεότεροι- ιταλοί δημιουργοί. Συγκεκριμένα, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει κλασικές ταινίες του Malle, όπως το “Φύσημα στην Καρδιά ” (Κυριακή 2 Οκτωβρίου), τον πολυσυζητημένο “Toni Erdmann” της Ade (Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου) και τη νέα ταινία του Wasilewski “Ηνωμένες Πολιτείες της Αγάπης”, παρέα και με τον ίδιο τον σκηνοθέτη (Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου). Η Ιταλία εκπροσωπείται -εκτός των άλλων- και από τον Paolo Virzì με την ταινία “Η τρελή χαρά” (Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου), τη στιγμή που ελληνικό αέρα δίνει η ρετροσπεκτίβα των έργων του πρόσφατα χαμένου Νίκου Τριανταφυλλίδη σε ένα ειδικό αφιέρωμα, με αποκορύφωμα την προβολή της τελευταίας του ταινίας μυθοπλασίας με τίτλο “Οι Αισθηματίες” (Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου).

Τι κι αν οι οικονομικοί πόροι που διέθετε το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας για το έτος 2016 ήταν πενιχροί; Η αστείρευτη όρεξη και διάθεση των συντελεστών για δημιουργία συνετέλεσαν στο να πάρει για 22η φορά σάρκα και οστά αυτός ο θεσμός στον οποίο όλοι είμαστε προσκεκλημένοι, καθώς οι τιμές των εισιτηρίων είναι προσιτές, με τις απογευματινές προβολές (ώρα έναρξης έως 19:55) να κοστολογούνται στα 5€ και με τις υπόλοιπες βραδινές προβολές στα 6€. (Μοναδικές συμβουλή της γραφούσης; Προμηθευτείτε εγκαίρως τα εισιτήριά σας για να μην βρεθείτε άνευ!) Παράλληλα, σημαντικότατη πρωτοβουλία των διοργανωτών είναι και η παροχή ελεύθερης εισόδου για όλους στα πλαίσια του αφιερώματος «Minority Report: Το Σινεμά Αγκαλιάζει τις Μειονότητες», το οποίο και αποτελεί το φετινό στοίχημα της διοργάνωσης, παρουσιάζοντας στο κινηματογραφικό πανί ιστορίες κοινωνικά περιθωριοποιημένων ηρώων και δίνοντάς μας έτσι την ευκαιρία να απολαύσουμε στην μεγάλη οθόνη φιλμ όπως το “Ωραίο μου Πλυντήριο”  (Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου).

%ce%bc%ce%ad%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82-2016

Η κατάμεστη αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής κατά τη διάρκεια της χθεσινοβραδινής Τελετής Έναρξης.

Κάπου εδώ το μακροσκελές αυτό άρθρο για το πιο αγαπημένο κινηματογραφικό φεστιβάλ της πόλης τελειώνει, όμως προβλέπεται σύντομα να ακολουθήσουν νέα άρθρα γύρω από τις ταινίες του, καθώς στην ουσία με αυτό εγκαινιάζουμε κι εμείς με τη σειρά μας την κινηματογραφική στήλη του Style Rive Gauche για τη φετινή σεζόν. Το μόνο που έχουμε να προτείνουμε είναι μια καλή «μελέτη» του αναλυτικού προγράμματός του (θα το βρείτε εδώ) και να ευχηθούμε σε όλους ένα καλό φεστιβάλ και ένα ακόμα καλύτερο φθινόπωρο!

Καλές προβολές!

“SUNTAN”: Πόθος, έρως, θέρος

Ένας εσωστρεφής και βαθιά μοναχικός γιατρός γύρω στα 40, μια ορδή από ιδρωμένα νεανικά κορμιά που εκπέμπουν μια σεξουαλικότητα άνευ ορίων και η Αντίπαρος, ίσως το πιο ερωτικό κυκλαδίτικο νησί, είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το μωσαϊκό της «ηλιοκαμένης» ταινίας Suntan, της τρίτης μεγάλου μήκους κινηματογραφικής απόπειρας του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου. Οκτώ χρόνια μετά το “Bank Bang” και πέντε έπειτα από το “Wasted Youth”, ο σκηνοθέτης έρχεται και πάλι στο προσκήνιο με μια ταινία-ύμνο στο λάγνο καλοκαίρι και στους κίνδυνους που ελλοχεύουν εντός του, προσφέροντας στο κοινό την απόλυτη θερινή κινηματογραφική εμπειρία. Τι κι αν οι περισσότεροι δεν έχουμε φύγει ακόμα από το τυραννικό κλεινόν άστυ; Το “Suntan” είναι εδώ και μαζί του πέφτουμε σε μια ανεξέλεγκτη δίνη πάθους και  ανεκπλήρωτων επιθυμιών.

Μάκης

Ταινία-κουτί για τα καυτά καλοκαιρινά βράδια και τα απανταχού θερινά σινεμά, το φιλμ εξιστορεί τη θλιβερή πραγματικότητα του μεσήλικα Κωστή (ένας πάντα άψογος Μάκης Παπαδημητρίου), ο οποίος αναλαμβάνει χρέη γιατρού στην Αντίπαρο μέσα στο καταχείμωνο. Κι ενώ όλα δείχνουν πως οι μέρες του κυλούν χωρίς ιδιαίτερες ανατροπές, με τον ίδιο να μοιράζει τις ώρες της μοναξιάς του ανάμεσα στο σπίτι, το ιατρείο και το ταβερνείο της Χώρας, το καλοκαίρι θα καταφτάσει με ορμή για να φέρει τα πάνω κάτω στη μίζερη πραγματικότητά του, με τον ίδιο να γνωρίζει μια παρέα 20άρηδων κατασκηνωτών που σφύζουν από την τρέλα της νεότητάς τους. Οι κεφάτοι ηδονιστές, αν και βρίσκονται ιδιοσυγκρασιακά στην αντίπερα όχθη σε σχέση με τον στερημένο πρωταγωνιστή μας, όχι μόνο θα τον προσεγγίσουν, αλλά θα τον κάνουν και μέλος της ελευθεριάζουσας συντροφιάς του, οδηγώντας τον έξω από κάθε νόρμα και πέρα από κάθε «πρέπει».

Οι δυο γενιές ανθρώπων θα γεφυρώσουν το ηλικιακό χάσμα που τους χωρίζει έχοντας κοινό παρανομαστή τον έρωτα, ο οποίος θα λειτουργήσει όχι μόνο ως συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους, αλλά και ως τη θεία εκείνη δύναμη που έχει την ικανότητα να μεταπλάθει χαρακτήρες και να μεταποιεί συνειδήσεις. Ο Κωστής δεν είναι πια ο βαρετός κι αντικοινωνικός αγροτικός γιατρός, ο οποίος φλερτάρει με τον χαρακτηρισμό «αξιοθρήνητος», αλλά  ένας άνθρωπος που διεκδικεί με πάθος τις χαρές και τους έρωτες που ποτέ του δεν έζησε, επιχειρώντας να βιώσει για δεύτερη φορά την προ πολλού χαμένη εφηβεία του στις αγκάλες της όμορφης 21χρονης Άννας (μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρωτοεμφανιζόμενη Έλλη Τρίγκου).

Το καλοκαίρι, όμως, είμαι μεγάλο και όλα τα ωραία είναι γραφτό να τελειώνουν γρήγορα… Ο καυτός ήλιος και οι λάγνες νύχτες δεν θα αργήσουν να δείξουν τα δόντια τους, με το μίτο της παρεξήγησης να ξετυλίγεται και τον Κωστή να ξεπερνά κάθε επιτρεπτό όριο, συγχέοντας τα «θέλω» του με την πραγματικότητα. Αντιήρωας ολκής, ο βαθύτατα αυτός πληγωμένος άνθρωπος, αν και φαινομενικά άκακος, θα δημιουργήσει τη δική του κόλαση για να παρασύρει στη συνέχεια κι άλλους μαζί του, γινόμενος εμμονικός, προβαίνοντας σε πράξεις ακραίες και καταστρέφοντας έτσι ένα ειδυλλιακό καλοκαίρι.

Φιλί

Η κάμερα του Παπαδημητρόπουλου παραμένει παιχνιδιάρα και ατίθαση σε όλο το μήκος της ταινίας, σαν να αντιπροσωπεύει αφενός την ορμή των αεικίνητων νεαρών πρωταγωνιστών της κι αφετέρου την κλονισμένη ψυχοσύνθεση του βασικού πρωταγωνιστή, ο οποίος και βασανίζεται από έναν έρωτα αρρωστημένο, οδηγούμενος από την πνευματική διαύγεια στο απόλυτο χάος. Την ίδια στιγμή κάτι άλλο που προκαλεί εντύπωση είναι η φυσικότητα στη ροή των διαλόγων, οι οποίοι και παραμένουν μακριά από τον στιλιζαρισμένο λόγο που συναντάμε ουκ ολίγες φορές σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση και που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα. Εδώ, ο σκηνοθέτης έχει πρωτοτυπήσει για ακόμα μια φορά, καθώς το σενάριο που έγραψε σε συνεργασία με τον Σύλλα Τζουμέρκα (“Χώρα Προέλευσης”) άφηνε την δυνατότητα στους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν, χαρίζοντας έτσι απλόχερα τον αυθορμητισμό στην ταινία.

Κι ενώ τέσσερις σχεδόν μήνες μετράνε ήδη από την πρώτη προβολή της ταινίας στις ελληνικές αίθουσες και μισό χρόνο αφότου το φιλμ έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο σημαντικότατο φεστιβάλ κινηματογράφου του Ρότερνταμ, το “Suntan” έχει καταφέρει να αφήσει θετικότατες εντυπώσεις σε θεατές και κριτικούς τόσο σε Ελλάδα όσο και σε εξωτερικό, ενώ έχει χαρίσει στον σκηνοθέτη του το βραβείο της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στο φετινό διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου του Εδιμβούργου. Έπειτα από όλα τα παραπάνω και έχοντας υπ’ όψιν τις διθυραμβικές κριτικές που η ταινία εξέλαβε από διεθνούς φήμης περιοδικά όπως το Variety, δεν είναι περίεργο να αναρωτηθούμε γιατί ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του «Νέου Ελληνικού Ρεύματος», του λεγόμενου και «Greek Weird Wave Cinema».

Ωστόσο, όπως είναι σύνηθες για όσες ταινίες κάνουν αίσθηση, το “Suntan” έχει χαρακτηριστεί από ορισμένους ως αιρετικά προκλητικό, ως ταινία δίχως φρένο, καθώς δεν είναι λίγες οι απροκάλυπτα ερωτικές σκηνές και τα χωρίς ταμπού περιφερόμενα γυμνά σώματα που παρελαύνουν στο κινηματογραφικό πανί. Και κάπως έτσι, το ερώτημα σχετικά με τον απώτερο σκοπό του σκηνοθέτη γεννιέται αναπόφευκτα: όλη αυτή η προβολή της σάρκας αποτελεί ή όχι σκηνοθετικό τερτίπι άντλησης της προσοχής; Η απάντηση που δίνεται, τουλάχιστον από εμάς, είναι πως όλα τα παραπάνω κάθε άλλο παρά τέτοιου είδους τεχνάσματα είναι, καθώς  πλοκή και δράση στην ουσία προχωρούν και αναπτύσσονται πάνω σ’ αυτήν ακριβώς την γύμνια που εξάπτει το ερωτικό αίσθημα κι αποτυπώνει σε όλο το μεγαλείο την ιδιαίτερη φύση της νεανικότητας και του σεξουαλικού της φιλελευθερισμού.

Κωστής

Συμπερασματικά, το “Suntan” είναι μια ταινία για στομάχια γερά, που κάποιος καλό θα ήταν να παρακολουθήσει αφού πρώτα θα έχει απαγκιστρωθεί από παντός είδους προκαταλήψεις και ταμπού. Το ηδονιστικό ελληνικό καλοκαίρι όπως αποτυπώνεται σε αυτό το φιλμ έχει, άλλωστε, πολλές πτυχές με άλλες να είναι φωτεινότατες κι άλλες σκοτεινότατες, οι οποίες και είναι στο χέρι και στη διάθεση του καθενός μας να τις ανακαλύψει και να τις βιώσει. Προσοχή, όμως, γιατί ο θερινός ήλιος είναι ύπουλος: σε άλλους χαρίζει ένα αισθησιακό μπρούτζινο χρώμα κι άλλους τους καίει ανελέητα…

 

Καλές προβολές και καλό υπόλοιπο καλοκαιριού!

“Florence Foster Jenkins” ή (Η ιστορία μιας προσωπικής αυταπάτης)

“Μερικοί ίσως να πουν πως δεν μπορούσα να τραγουδήσω, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει πως δεν το έκανα.” Αυτό το παράδοξο απόφθεγμα της Florence Foster Jenkins -που έμελλε να γίνει γνωστή και να περάσει στη λεγόμενη pop κουλτούρα ως η χειρότερη τραγουδίστρια όπερας- κάλλιστα θα μπορούσε να συνοψίσει ολάκερη τη ζωή της, μιας ζωής που σημαδεύτηκε από φιλόδοξες ονειροφαντασίες και τραγικά ποσοστά άγνοιας κινδύνου κι εθελοτυφλίας. Ποια ήταν όμως στ’ αλήθεια εκείνη η πιο φάλτσα σοπράνο που η χάρη της κατάφερε να φτάσει ως και τη σκηνή του διασημότατου συναυλιακού χώρο του Carnegie Hall στην Νέας Υόρκη και ποιο το ποιόν της; Αυτές κι άλλες απορίες καλούνται να απαντηθούν στην ταινία “Florence Foster Jenkins” που σε λιγότερο από μια βδομάδα κυκλοφορεί στις απανταχού ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.

Εμμένοντας για αρχή στην αληθινή Florence και ρίχνοντας μια ματιά στον βίο και την πολιτεία της, το πρώτο πράγμα που -αν μη τι άλλο- θα αναρωτηθούμε αργά ή γρήγορα είναι αν αυτή η πλούσια Αμερικανίδα, η επονομαζόμενη και «ντίβα του θορύβου», είχε πράγματι επίγνωση των πράξεών της όταν εξέθετε απροκάλυπτα τον ίδιο της τον εαυτό στους χλευασμούς και τις κοροϊδίες του κοινού. Για να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, η γεννημένη στα 1868 Florence μετά από έναν αποτυχημένο γάμο, μια μάχη με τη νόσο της σύφιλης και μια καριέρα ως δασκάλα πιάνου που έληξε άδοξα, αποφασίζει να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα μετακομίζοντας στην Νέα Υόρκη. Από εκεί και πέρα και παρά τις αρχικές οικονομικές της δυσκολίες, η τριαντάχρονη πλέον γυναίκα θα κυνηγήσει την αναγνώριση και την εδραίωση στην μουσική βιομηχανία, προσδοκώντας να γίνει μια διάσημη τραγουδίστρια όπερας.

Live 2

Η Florence Foster Jenkins επί το έργον.

Μέχρι εδώ κάποιος θα μπορούσε να πει πως όλα βαίνουν καλώς, όμως η αλήθεια είναι πως η Jenkins λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο… Οι φωνητικές της δυνατότητες ήταν -για να το πούμε ευγενικά- κάτω του μετρίου και παρά τα μαθήματα φωνητικής που έλαβε, η έλλειψη ρυθμού, μουσικότητας, τόνου και ταλέντου γενικότερα δεν μπορούσαν με τίποτα να αποκατασταθούν. Το κερασάκι, φυσικά, στην τούρτα ήταν πως η ίδια δεν είχε ουδεμία επίγνωση της καταστάσεως αυτής, με αποτέλεσμα  όχι μόνο να δίνει ρεσιτάλ από το 1912, αλλά και να συνδυάζει τις ήδη εκκεντρικές εμφανίσεις της με εξίσου υπερβολικά κουστούμια που σχεδιάζονταν εξ ολοκλήρου από την ίδια και απαρτίζονταν από φανταχτερές γιρλάντες και φτερά.  Κι ενώ κάποιος θα φανταζόταν πως κανένας σώφρων άνθρωπος δεν θα έμπαινε στην διαδικασία να παρακολουθήσει ένα τέτοιο ακραίο θέαμα, στην πραγματικότητα η διασκέδαση και το γέλιο, το οποίο προσέφερε ακούσια η Jenkins, συνέβαλλαν στο να αποκτήσει ένα κοινό που έμελλε να μην περιοριστεί στα μικρά σαλόνια που αρχικά συνήθιζε να δίνει παραστάσεις, αλλά που επρόκειτο να γεμίσει στις 25 Οκτωβρίου του 1944 το Carnegie Hall σε μια sold out συναυλία.

Η ιδιαίτερη ζωή αυτής της πιο φάλτσης σοπράνο δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες, που με έναυσμα αυτήν την ιδιάζουσα περσόνα δημιούργησαν τα δικά τους πορτρέτα εκκεντρικών προσωπικοτήτων. Ένας εξ αυτών ήταν και ο Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Xavier Giannoli με την ταινία του “Marguerite”, o οποίος το 2015 έδωσε την ευκαιρία στο κοινό να απολαύσει μια εξαιρετική Catherine Frot (“The Page Turner”, “Odette Toulemonde”) στον ρόλο μιας εξίσου ατάλαντης «οπερόφιλης» τραγουδίστριας που έζησε και έδρασε στο Παρίσι την δεκαετία του 1920. Φέτος είναι η σειρά του Χόλιγουντ να πάρει τα ινία, αποτυπώνοντας αυτή τη φορά στο πανί την πραγματική ιστορία της Florence. Πίσω από την κάμερα και στα σκηνοθετικά σκαριά αυτής της κωμικοτραγικής βιογραφίας, βρίσκουμε τον Βρετανό βετεράνο Stephen Frears, ο οποίος μας έχει προσφέρει περισσότερες από τριάντα ταινίες μεγάλου μήκους, κινηματογραφικές και μη, όπως την μουσική ρομαντική κομεντί “High Fidelity”, την οσκαρική μεταφορά της ζωής της βασίλισσας Ελισάβετ Β’ του Ηνωμένου Βασιλείου με τίτλο “The Queen”, καθώς και το συγκινητικό δράμα “Philomena” εν έτει 2013. Την ίδια στιγμή, μια επιπλέον ευχάριστη έκπληξη αποτελεί και η παρουσία του λατρεμένου συνθέτη Alexandre Desplat, γνώριμου συνεργάτη του Frears και κατόχου του Όσκαρ για την μουσική της ταινίας “The Grand Budapest Hotel” , ο οποίος και επενδύει μουσικά το φιλμ.

MerylΗ διανομή, ωστόσο, του καστ είναι αυτή που θα οδηγήσει τη γράφουσα στην πλησιέστερη κινηματογραφική αίθουσα, καθώς η υπέροχη Meryl Streep είναι αυτή που αναλαμβάνει να ενσαρκώσει την πρωταγωνίστριάς μας και να ξεδιπλώσει για ακόμα μια φορά το ταλέντο της. Οι κριτικοί θέλουν την Streep να αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για τον συγκεκριμένο ρόλο, αφού η ηθοποιός έχει καταφέρει να αποδώσει και να παρουσιάσει την προσωπικότητα της Jenkins με τις σωστές αναλογίες καρτουνίστικου ύφους και βαθιάς ευαισθησίας, σεβόμενη πρώτα απ’ όλα την αγάπη και το πάθος εκείνης της επίδοξης σοπράνο για τη μουσική. Κι ενώ πολλοί εικάζουν πως έπειτα απ’ αυτόν τον ρόλο η Streep κατευθύνεται για το τέταρτο Όσκαρ της, στο πλευρό της βρίσκουμε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους Βρετανούς ηθοποιούς. Εκείνος δεν είναι άλλος από τον συχνά παρεξηγήσιμο Hugh Grant που καλείται αυτή τη φορά να υποδυθεί τον κατά εφτά χρόνια νεότερο μάνατζερ και εραστή της Florence Foster Jenkins, τον σαιξπηρικό ηθοποιό με τ’ όνομα St. Clair Roberts.

Ακόμα κι αν μετά από αυτήν την… αποκάλυψη εύλογα γεννιέται η απορία σχετικά με το αν ο πάλαι ποτέ γόης των ’90s θα σταθεί αντάξιος συμπρωταγωνιστής της μεγάλης ηθοποιού, το μόνο σίγουρο είναι πως το καλοκαίρι του 2016 ανήκει δικαιωματικά στην Florence Foster Jenkins και την ιδιαίτερη ιστορία της ζωής της. Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε υπομονετικά μέχρι τις 16 Ιουνίου, οπότε και θα σπεύσουμε στον κοντινότερο θερινό -κατά προτίμηση- κινηματογράφο για να απολαύσουμε αυτήν τη πολυαναμενόμενη ταινία που έχει καταφέρει να συγκεντρώσει το εκπληκτικό ποσοστό 91% στον γνωστότατο ιστότοπο κριτικής Rotten Tomatoes. Το λοιπόν, οψόμεθα!

Παρεόνι

Υ.Γ. Παρακολουθήστε εδώ το trailer της ταινίας και ακούστε εδώ -με δική σας ευθύνη- την πραγματική Florence να ερμηνεύει το τραγούδι της Βασίλισσας της Νύχτας από τον “Μαγικό Αυλό” του Μότσαρτ.

Καλές προβολές και καλό Σαββατοκύριακο!