Το 10 του Μ. Καραγάτση

Ας γελάσω. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Καραγάτση και ο τίτλος μια εκ των πρώτων κριτικών μου στο RG. Ποτέ μου δεν σκέφτηκα να γυρίσω και να διαβάσω ξανά αυτές τις κριτικές ξέροντας ότι πια δεν θα μου αρέσουν και κατα πάσα πιθανότητα δεν θα με αντιπροσωπεύουν. Εφόσον όμως διάβασα για νιοστή φορά το βιβλίο, νομίζω δικαιούμαι μια δεύτερη ευκαιρία προσέγγισης, ειδικά τώρα που το ατελείωτο αυτό έργο του Καραγάτση βρίσκεται στη σκιά του Γιούγκερμαν και την Μεγάλης Χίμαιρας.

Ένα φαλιρισμένο εργοστάσιο στον Πειραιά μετατρέπεται σε συγκρότημα κατοικιών. Οι πρωταγωνιστές, όλοι διαφορετικοί μεταξύ τους και προικισμένοι ο καθένας με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του, ζουν στο μεταίχμιο της αλλαγής δύο εποχών. Από την μια το Κέντρο του Πειραιά με τα εμπορικά Μέγαρα και από την άλλη οι συνοικίες της φτωχολογιάς που περιτριγυρίζονται από χωράφια και παράγκες. Στο 10 τώρα, τον μικρόκοσμο των δεκάδων δωματίων, επικρατεί το αδιαχώρητο. Οι ένοικοι μιλούν ο καθένας την δική του γλώσσα και όλοι ξέρουμε το τέλος της Βαβέλ.

Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι δεν ξέρουμε το τέλος του 10. Ο Καραγάτσης έφυγε από την ζωή πριν προλάβει να το τελειώσει, αφήνοντας πίσω του μονάχα το κείμενο και μερικά τετράδια με σημειώσεις. Μελετητές υποστηρίζουν ότι η συνολική έκταση του βιβλίου θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή του Γιούγκερμαν. Καθόλου απίστευτο αν υπολογίσει κανείς το εύρος των πρωταγωνιστών και την μέχρι τώρα πορεία του έργου. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι το βιβλίο εντελώς τυχαία σταματά σε ένα αφηγηματικό σταυροδρόμι, που αν θέλετε την άποψή μου, βγάζει σε λαβύρινθο. Όλες οι ιστορίες θα μπορούσαν να συνεχιστούν, θα μπορούσαν όμως και όχι. Τελειώνοντας το αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν είναι άρτιο, το περίεργο όμως είναι ότι δεν σε ξενίζει. Η παραπάνω άποψη προφανώς δεν βρίσκει όλους σύμφωνους, αλλά είναι το προσωπικό μου απόσταγμα από τουλάχιστον έξι αναγνώσεις του βιβλίου. Εν ολίγοις, με δυσαρέστησαν αρκετά πράγματα, αλλά όχι το τέλος. Το ατελείωτο της υπόθεσης δίνει μια σουρεαλιστική μαγεία στο νατουραλισμό της γραφής. Ναι, είναι μια από τις γοητευτικές πλευρές του βιβλίου.

Για όσους έχουν διαβάσει τον Γιούγκερμαν και την Μεγάλη Χίμαιρα, το 10 δεν θα αποτελέσει έκπληξη. Είναι σαφέστατα ένα πολύ πιο φιλόδοξο έργο, αλλά δεν επιτυγχάνει τον συγκεκριμένο σκοπό του. Παρόλα αυτά, η γραφή του Καραγάτση, αν και εκ πρώτης όψεως δεν παρουσιάζει εμφανείς διαφορές, στο 10 είναι πιο ώριμη. Οι περιγραφές είναι πιο κοφτές, κυριαρχεί ο διάλογος προσφέροντας αμεσότητα, ο συναισθηματισμός είναι μετριασμένος και τοποθετημένος σε καίρια σημεία. Ακόμα και ατελές, το 10 συγγραφικά είναι κομψοτέχνημα!

d37d2-2015-05-262b01-22-042b1

Ας γελάσω λοιπόν. Αυτά ήταν τυπικά τα λόγια ίσως του μεγαλύτερου έλληνα λογοτέχνη. Από όσα βιογραφικά στοιχεία έχω διαβάσει για τον Καραγάτση, μάλλον η εν λόγω φράση πρέπει να ήταν από τις μεγαλύτερες ειρωνείες που του επιφύλαξε η ζωή. Όπως και να χει, διαβάζοντας κανείς το 10 περπατάει πάλι στις γειτονιές του Πειραιά και μπορεί να λείπει η Καλαμάτα του Σκλαβογιάννη και η Θεσσαλονίκη του Καραμάνου, αλλά ακόμα και έτσι παραμένει πάντα άξιο τέκνο του δημιουργού του.


*Εμ, για όσους ακόμα δεν έχουν διαβάσει το 10 και για δικούς τους λόγους δεν μπορούν να το βρούν, μπορούν να το κατεβάσουν και να το διαβάσουν ολόκληρο σε pdf εδώ.

Το ποίημα της εβδομάδας

Παγκόσμια ημέρα ποίησης σήμερα και θα το γιορτάσουμε με -τι άλλο;- το ποίημα της εβδομάδας! Ξέρω, η επιλογή είναι τετριμμένη, δυστυχώς όμως ο περιορισμένος χρόνος δεν μου επιτρέπει κάτι πιο εντυπωσιακό. Παρόλα αυτά, θα σας δώσω μια μικρή συμβουλή για σήμερα. Μην ποστάρετε κάποιο ποίημα, μην διαλαλήσετε στα κοινωνικά δίκτυα την αξία της ποίησης και το χρέος του ποιητή. Το έκαναν άλλοι πριν από εσάς και από μένα. Αντίθετα, σήμερα γιορτάστε τα ποιήματα της ζωής σας, τα κατά δικά σας ποιήματα. Τους ανθρώπους που σας φωτίζουν με το πνεύμα, τις ιδέες και τις πράξεις τους. Διαλέξετε για εκείνους μερικούς στίχους, πάρτε βαθιά ανάσα και αφιερώστε τους. Έτσι και το ποίημα θα πάρει την δόξα που του αξίζει και μερικά χαμόγελα θα λάμψουν στην αυγή της άνοιξης. Τα λέω σε σας για να τα ακούω εγώ, μην νομίζετε. Αλλά καλύτερα ας ακούσουμε την Ιστορία του Mark Strand!

Η ιστορία

Είναι η παλιά ιστορία: παράπονα για το φεγγάρι
που βυθίζεται στη θάλασσα, για τα αστέρια που ξεθωριάζουν με το πρώτο φως,
για το γκαζόν που το βρέχει η δροσιά, για το ασημένιο γκαζόν, για το γκαζόν που κρυώνει.

Και συνεχίζει το δρόμο της: ένας άντρας κοιτά τη σκιά του
και λέει πως είναι η στάχτη του εαυτού του που πέφτει, λέει ότι οι μέρες του
είναι οι πραγματικές μαύρες τρύπες στο διάστημα.
Αλλά τίποτα από αυτά δεν είναι αλήθεια.

Ξέρεις ποια ιστορία εννοώ: είναι αυτή για τα λεπτά που πεθαίνουν,
και τις ώρες, και τα χρόνια: είναι η ιστορία που λέω
για μένα, για σένα, για τον καθένα.

Ο Αλκίνοος θα είναι πάντα δικός μας

Με αφορμή τις εμφανίσεις του στο Κύτταρο, πλέκουμε το εγκώμιο ενός σύγχρονου ποιητή.

Σάββατο βράδυ, Ηπείρου και Αχαρνών γωνία. Οι περισσότεροι μουσικόφιλοι αναγνωρίζουν εύκολα το σκηνικό. Το Κύτταρο θα έχει πάλι κάποια live μουσική βραδιά.

Σάββατο βράδυ, Ηπείρου και Αχαρνών γωνία. Ο Αλκίνοος στο καθιερωμένο του πλέον στέκι περιμένει τους φίλους του – γιατί τόσα που έχει μοιραστεί μαζί τους μέσα από τα τραγούδια του, φίλοι είναι – να τραγουδήσουν και να σταματήσουν για λίγο το χρόνο. Όπως μόνο εκείνος ξέρει να κάνει. Γιατί ναι, μπορεί να έχει αλλάξει την εμφάνισή του, να έχει κόψει την αλογοουρά με την οποία τον αγαπήσαμε και να έχει αφήσει γένια αλλά είναι ακόμη ο ίδιος. Μπορεί να κοντεύει τα πενήντα αλλά μοιάζει ακόμα έφηβος. Μπορεί να έχει ωριμάσει μουσικά αλλά εκείνες τις ιστορίες που λέει πριν τα τραγούδια του, τις λέει με την ίδια αθωότητα και το ίδιο χιούμορ. Μπορεί να έχουν περάσει χρόνια από τότε που έγραψε το «Δεν μπορώ» ή το «Όνειρο ήτανε» αλλά αν τον ακούσεις να τα ερμηνεύει ζωντανά και κλείσεις τα μάτια σου, θα ορκιστείς πως είσαι εκεί, τότε που αποτύπωνε για πρώτη φορά αυτά που ένιωθε στο χαρτί.

Έτσι ένιωσα και εγώ. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα live και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα είναι η τελευταία. Υποσχέθηκα πως θα τον αφήσω ξανά να με απομονώσει από όλους και όλα και να με μεταφέρει στον δικό του μικρό επίγειο παράδεισο γεμάτο μελωδίες, ταξίδια και όνειρα. Γιατί την στιγμή που κλείνουν οι πόρτες στο Κύτταρο και εκείνος βγαίνει στην σκηνή αυτό συμβαίνει.

alkinoos1

Χωρίς καθυστέρηση και λίγο μετά τις δέκα και μισή ο Αλκίνοος και οι τέσσερις πλέον συνοδοιπόροι του γέμισαν τη σκηνή και μας καλωσόρισαν δύο φορές. Μία με την «Ζήνωνος» και μετά άλλη μία, κανονικά αυτή τη φορά, με τον Αλκίνοο να χαμογελά σαν ντροπαλός έφηβος καθώς μας παρουσίαζε τους υπόλοιπος μουσικούς και μας ζητούσε συγνώμη για την ώρα που χρειάζονται για κούρδισμα. Τόνισε πως όλα τα όργανα -στη σκηνή υπήρχε από κρητική λύρα έως κοντραμπάσο- είναι έγχορδα και πως το κούρδισμα αξίζει τον κόπο. Τον χειροκροτήσαμε όλοι. Φάνηκε να ντρέπεται. Ακολούθησαν γνωστά τραγούδια όπως η «Παράκληση» και ο «Προσκυνητής» αλλά και μικροί διάλογοι με το κοινό. Έπειτα για περίπου δέκα λεπτά η σκηνή άδειασε για να ξεκουραστούμε εμείς όπως είπε ο Αλκίνοος και μετά ήρθε το δεύτερο μέρος. Τώρα το κοινό είχε αφεθεί πολύ περισσότερο από πριν, τραγουδούσε δυνατά και ζητούσε τα δικά του αγαπημένα τραγούδια. Κάποια στιγμή ακούστηκε κάποιος να φωνάζει για την αγορά του Αλ Χαλίλι. Ο Αλκίνοος γύρισε προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή με ένα έντονο βλέμμα και δεν είπε τίποτα. Όλοι ξέσπασαν σε γέλια. Μαζί κι αυτός.

Συνέχισε με άλλες επιτυχίες του, και αν και δύσκολο, θα ξεχωρίσω τις ερμηνείες του στον «Βόσπορο» και την «Πατρίδα». Και στα δύο κομμάτια το ηχητικό αποτέλεσμα όλων των έγχορδων ήταν απλώς μαγικό και οι λέξεις έμοιαζαν να βγαίνουν από την ψυχή του Αλκίνοου και να έρχονται σε εμάς τόσο απλόχερα που πραγματικά σκέφτηκα πως ένας τέτοιος άνθρωπος μόνο καλοσύνη πρέπει να κρύβει μέσα του. Ο Αλκίνοος ευχαρίστησε τους συνεργάτες του, μας χαιρέτησε και χάθηκε. Όσο γρήγορα χάθηκε τόσο γρήγορα επέστρεψε. Μόνος του αυτή τη φορά. Φόρεσε την κιθάρα του και μας χάρισε λίγη ακόμη μαγεία με τραγούδια όπως το «Δεν Μπορώ» και φυσικά το «Στην αγορά του Αλ Χαλίλι». Δεν ξέρω αν ήταν μέσα στο πρόγραμμα ή απλώς το χρωστούσε σε εκείνη τη φωνή. Θα πιστέψω πως απλώς έτσι ένιωσε και το είπε. Έφυγα λίγο πριν τελειώσει. Χαίρομαι που δεν τον είδα να φεύγει μια για πάντα από τη σκηνή. Στο μυαλό μου έμεινε καθισμένος να τραγουδά «θα πληρώσω όσο όσο να μου κάνουν μία μελανιά…»

Η ώρα δύο και ενώ γυρνάω σπίτι προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει με τον Αλκίνοο. Όλοι λένε πόσο απλός και καθημερινός είναι, μα κρύβει μέσα του κάτι πολύ μαγικό για να είναι μονάχα απλός. Δε μπορεί. Θα ΄ναι κάτι παραπάνω. Ίσως η σωστή λέξη για να τον προσδιορίσουμε είναι ταπεινός, όχι απλός. Ο Αλκίνοος ξέρει πως με τη μουσική και τους στίχους του αγγίζει τον κόσμο όσο λίγοι, αλλά φαίνεται να μην νιώθει καθόλου ιδιαίτερος για αυτή την ιδιαίτερη ικανότητά του. Δεν ξέρω αν φταίνε τα παιδικά του χρόνια στην Κύπρο, το μεγάλο ταλέντο του ή ο χαρακτήρας του, ξέρω όμως πως όταν τραγουδάει έτσι ταπεινά, με πάθος και γαλήνη μαζί, με το βλέμμα κατεβασμένο και τη φωνή του ήρεμη, μοιάζει τουλάχιστον όμορφος.

αλκινοος2

Και μετά σε κάθε χειροκρότημα, όταν κοιτάει το κοινό ντροπαλά και χαμογελά σαν παιδί που το αποδέχεται ο κόσμος για πρώτη φορά, τότε ξέρω πως δεν έχει μεγαλώσει καθόλου. Είναι ακόμα νέος και θα παραμείνει για πάντα. Γιατί έχει για οδηγό το ταλέντο και την ελπίδα και αυτά σίγουρα  δεν γερνούν ποτέ.

«Κάτω από ένα τραπέζι,  το θυμάμαι σαν τώρα,
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες
μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ.
Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν,
τι ωραία που πέφτουν….» 
τραγουδά και μας επιτρέπει να μπούμε για λίγο στην καρδιά του, στο σπίτι των συναισθημάτων του , στο εργαστήρι όλων αυτών των ποιημάτων, στους εφιάλτες που κατάφερε να κάνει όνειρα.

Γι΄αυτό σας λέω, ο  Αλκίνοος ότι και αν γίνει, όσα χρόνια και αν περάσουν, όπως και αν έχει τα μαλλιά του, θα είναι πάντα ο Αλκίνοος. Όχι ο Ιωαννίδης. Είναι πολύ δικός μας για να τον λέμε έτσι. Νομίζω πως ούτε και ο ίδιος θα το ήθελε.

Ο Αλκίνοος θα είναι στο Κύτταρο στις 17 & 18 και 24 & 25 Μαρτίου. 

Το ποίημα της εβδομάδας

Ο André Breton γράφει το ποιήμα «Le verbe être» και εκατό χρόνια μετά το διαβάζουμε μαζί και το ζούμε χώρια.

Le verbe être

Γνωρίζω την απελπισία στα κύρια σημεία της. Η απελπισία δεν έχει φτερά, δεν στηρίζεται απαραίτητα σ’ένα ξέστρωτο τραπέζι, σε μια βεράντα κοντά στη θάλασσα το βράδυ. Είναι η απελπισία και δεν είναι η επιστροφή μιας ποσότητας από μικρά γεγονότα όπως οι σπόροι που εγκαταλείπουν, την ώρα που πέφτει η νύχτα, ένα χαράκωμα για ένα άλλο. Δεν είναι τα βρύα πάνω σε μια πέτρα ή το ποτήρι για να πιούμε. Είναι ένα καράβι ραντισμένο με χιόνι αν θέλετε, όπως τα πουλιά που γκρεμίζονται και το αίμα τους δεν έχει καθόλου πυκνότητα. Γνωρίζω την απελπισία στα κύρια σημεία της. Ένα πολύ μικρό σχήμα, οριοθετημένο από ένα κόσμημα για τα μαλλιά.

fondation-pierre-arnaud-lens-art-valais-andre-breton-wall-sabine-weiss-1530

T2 Trainspotting: Επιστροφή στα 90s

«Πρώτα παρουσιάζεται μια ευκαιρία και μετά… Μετά έρχεται η προδοσία…» Πιστοί λάτρεις του Trainspotting ενωθείτε και ανακαλέστε στην μνήμη σας τις περιπέτειες της παλιοπαρέας του Εδιμβούργου! Κοιτάξετε πίσω από τις λέξεις και συνδέστε τις με το Γεγονός! Το σίκουελ της κλασικής καλτ δημιουργίας είναι εδώ και υπόσχεται να σας δώσει γερά χτυπήματα στο στομάχι με βασικό της όπλο την επίκληση στην νοσταλγία σας!

T2 Trainspotting Poster

Τι κι αν πέρασαν 21 χρόνια από το 1996, το έτος εκείνο οπότε και μας πρωτοσυστήθηκαν ο Renton και η αλλοπρόσαλλη κομπανία του; Η ιστορία έρχεται να συνεχιστεί με εν μέρει ανανεωτικές διαθέσεις, αν και στον πυρήνα της το μοτίβο εξακολουθεί να είναι παρόμοιο: αλητήριοι αντιήρωες επιστρέφουν στα παλιά τους λημέρια, επανενώνονται και εμπλέκονται σε νέες παράνομες δραστηριότητες κι επικίνδυνες περιπέτειες. Ο σκηνοθέτης της πρώτης ταινίας Danny Boyle καταπιάνεται έτι μία φορά με την μεταφορά των χαρακτήρων του συγγραφέα Irvine Welsh στο πανί, στηρίζοντας το σενάριο αυτήν την φορά στο μυθιστόρημα με τίτλο “Porno”, έργο που με τη σειρά του αποτελεί τη συνέχεια της κλασικής συλλογής διηγημάτων του “Trainspotting”. Και καθώς το καστ ηθοποιών παραμένει ίδιο και απαράλλαχτο, ο κόσμος των ναρκωτικών, των εθισμών και των εμμονών ξαναζωντανεύει για να έρθει σε επαφή με την βιομηχανία του πορνό, την κερδοσκοπική μανία, τα άσβηστα πάθη, τις διαλυμένες οικογένειες και τα μαραμένα όνειρα. Παρελθόν και παρόν δεν αργούν να γίνουν ένα σε μια ταινία που η λυσσαλέα διάθεση για εκδίκηση καραδοκεί σε κάθε γωνιά και που κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να ξεχάσει τους εφιάλτες της προ δεκαετιών περασμένης νιότης του.

Εμμένοντας στην πλοκή του φιλμ κι έχοντας επίγνωση του ότι ισορροπεί αξιοθαύμαστα -όπως άλλωστε και ο προκάτοχός του- ανάμεσα στο δράμα και την μαύρη κωμωδία, το T2 Trainspotting έρχεται να λύσει τις απορίες όλων του των πιστών σχετικά με το τι συνέβη στην θρυλική τετράδα μετά την προδοσία και την φυγή του Mark προς άγνωστη κατεύθυνση και με μοναδικό του συνοδοιπόρο ένα σακίδιο γεμάτο λίρες. Με φόντο ένα Εδιμβούργο άλλοτε μαγευτικό κι άλλοτε άκρως παρακμιακό, το νήμα πιάνεται απ’ όπου αφέθηκε: ο άσωτος πρωταγωνιστής μας επιστρέφει έπειτα από δυο δεκαετίες αλλαγών και μεταστάσεων σε αυτό ακριβώς το μοναδικό μέρος που αποκάλεσε ποτέ του «σπίτι», ερχόμενος σε επαφή με το παρελθόν και όλα τα πρόσωπα που το σημάδεψαν. Ο Sick Boy, ο Spud, ο Begbie, ακόμα και η Diane θα κάνουν την εμφάνισή τους στην ταινία, την στιγμή που ελάχιστοι νέοι χαρακτήρες με καίριο ρόλο θα ενταχθούν στην μυθολογία της και θα αναταράξουν την ροή της. Με τις σακατεμένες ζωές των απανταχού ηρώων στο προσκήνιο, η επιδίωξη για το εύκολο κέρδος είναι κι εδώ γεγονός αδιαμφισβήτητο, την ίδια στιγμή που σ’ αυτήν την ιδιαίτερη ιστορία επανασύνδεσης συνταιριάζουν αρμονικά τα αμφίθυμα συναισθήματα της αγάπης και του μίσους, οι μεγάλες προσδοκίες και οι παντός είδους απογοητεύσεις.

Παρεάκι

Κι ενώ οι ερμηνείες από το σύνολο των ηθοποιών είναι εξαιρετικές, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον βρετανό σκηνοθέτη Danny Boyle, ο οποίος απέδειξε για ακόμα μια φορά το ταλέντο του. Έχοντας συνηθίσει το κοινό στις έντονες κινήσεις της κάμερας, τις ζωηρές χρωματικές παλέτες και την προσεγμένη φωτογραφία, αυτή τη φορά γοητεύει με την χρήση μιας σαγηνευτικής νέον αισθητικής, τις ψαγμένες σινεφίλ αναφορές του και τα πρωτότυπα σκηνοθετικά παιχνιδάκια, στα οποία και επιδίδεται μανιωδώς. Αυτό, όμως, που τελικά κρατάει τον θεατή δεν είναι άλλο παρά η αξιοποίηση ενός ευφάνταστου μοντάζ που περιπλέκει επιτυχώς το παρόν με το παρελθόν, καθώς συνθέτει αβίαστα ένα σύμπαν αναδρομών από τα άγνωστα παιδικά χρόνια των πρωταγωνιστών μέχρις ότου και τις γνωστότατες και εμβληματικές σκηνές της πρωταρχικής ταινίας του ’96, κατορθώνοντας μια μαγευτική σύμπλεξη διαφορετικών χωροχρονικών επιπέδων με την κυρίως πλοκή.

Συμπερασματικά και ως απάντηση στην ερώτηση ενός δύσπιστου σχετικά με το αν η συνέχεια του Trainspotting αξίζει, η απάντηση που εμείς τουλάχιστον θα δίναμε είναι αρκούντως θετική. Αφήστε, λοιπόν, κατά μέρος οιεσδήποτε προκαταλήψεις έχετε σχετικά με τις ταινίες σίκουελ, καθώς αυτή εδώ ξεφεύγει από τον κανόνα που υποδεικνύει φιλμικές συνέχειες με μηδενική πρωτοτυπία και παρωχημένη φιλοσοφία. Το T2 Trainspotting, πέρα από κακεντρεχείς κριτικές και αβάσιμες κατηγορίες, αποτελεί πρώτα και πάνω απ’ όλα ένα σίκουελ που σέβεται τον εαυτό του, όπως ακριβώς σέβεται και τον προκάτοχό του. Πιστό στις αρχικές του ιδέες, το φιλμ σαφώς δεν έχει την λάμψη μιας πρωτότυπης δημιουργίας, ωστόσο είναι ικανό να κερδίσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό θεατή παρουσιάζοντας μια μεστή ιστορία με αρχή, μέση, τέλος και φυσικά χαρακτήρες που έχουν εξελιχθεί και διαμορφωθεί ρεαλιστικά υπό το πρίσμα δυο ολάκερων δεκαετιών.

Renton & Sick Boy

Στην τελική, η καινούρια αυτή κινηματογραφική δημιουργία του Boyle έχει ως βασικό της στόχο να τσιγκλήσει παιχνιδιάρικα το υποσυνείδητό μας και να θρέψει το αίσθημα της νοσταλγίας μας, φέρνοντάς μας σε επαφή για μια ύστατη φορά με τους αντιήρωες-σύμβολα της ποπ κουλτούρας του ’90 που -χωρίς καλά-καλά να καταλάβουμε πώς- αγαπήσαμε. “Nostalgia, that’s why you‘re here. You’re a tourist in your own youth”, διακηρύσσει ένας εκ των πρωταγωνιστών, κλείνοντας εμπιστευτικά το μάτι σε όλους εμάς τους θεατές που δεν μπορούμε παρά να ταυτιστούμε με τα λεγόμενά του.

Choose Life. Choose a Job. Choose T2 Trainspotting.

Gif

Καλή εβδομάδα και καλές προβολές!

Dear Uncle Charles

Αγαπητέ θείε Charles,

σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου σου και πολλοί από τους αναγνώστες σου θα σε θυμηθούν. Θα σε θυμηθούν γιατί διάβασαν τα λόγια σου για την ζωή και τον έρωτα, ακόμα και αν απέφυγαν όσα έγραψες για τον θάνατο. Θα σε θυμηθούν γιατί ζωή και έρωτας δεν λογίζεται χωρίς τον θάνατο. Και εσύ τα έζησες όλα, έγραψες για όλα και στο τέλος έφυγες από όλα. Όπως θα φύγουμε και εμείς.

Θείε Charles αναρωτιέμαι αν κατέκτησες τελικά όλο τον κόσμο ή αν αρκέστηκες στο τίποτα. Για σένα υπήρχαν μονάχα αυτές οι δύο επιλογές, ακόμα και αν μερικές φορές φαινόσουν αρκετά μίζερος και για τις δύο. Είχες όλο τον κόσμο όταν είχες δίπλα σου την Γυναίκα; Κατέκτησες τα πέρατα στη μέθη σου; Είδες στους τσακωμούς, στα γέλια και στα κλάμματα όσα εμείς δεν μπορούμε να δούμε; Γνώρισες έξυπνους ανθρώπους; Άφησες να σε σκοτώσει ότι αγάπησες; Πέθανες πολλές φορές πριν τελικά πεθάνεις; και κάτι τελευταίο, βρήκες την Jane εκεί που πήγες; Γιατί εγώ την έχω χάσει τελευταία.

Μιας και ανέφερα την Γυναίκα, εχθές ήταν η Παγκόσμια Μέρα της. Γυναίκες σε όλο τον κόσμο βγήκαν και διαδήλωσαν υπέρ των ίσων δικαιωμάτων, υπέρ των ίσων ευκαιριών, υπέρ τους τέλος πάντων. Εσένα, θείε Charles, οι μισές από αυτές σε λατρεύουν σαν θεό και οι άλλες σε μισούν επίσης σαν θεό. Μισογύνη θεό. Δεν έχουν διαβάσει Καραγάτση μάλλον. Αλλά και να είχαν πάλι δεν θα άλλαζε η γνώμη τους θείε. Γιατί έναν άνδρα που κοιτάει τις γάμπες μιας Γυναίκας, αλλά μιλάει για την ψυχή της, Όλες μας τον φοβόμαστε. Έναν άνδρα που παραδέχεται πως έχει ερωτευτεί μονάχα μια φορά στη ζωή του δεν τον Φοβόμαστε, τον Μισούμε. Και εσύ τα έκανες και τα δύο. Πως τα κατέφερες έτσι που τελικά πρόφτασες την γιορτή του πιο θαυμαστού σου ποιήματος και μετά έφυγες. Εσύ που ερωτεύτηκες την Γυναίκα του Lawrence, που είδες πέρα απ τις γυμνές λέξεις και τα γυμνά της στήθη. Εσύ, τελικά, την χάρηκες;

Χθες είδα έναν άνθρωπο να προσπαθεί να αυτοκτονήσει θείε Charles. Κατέβηκε στις ράγες του μετρό και πήγε προς το σκότος. Ένας άνδρας μεγάλης ηλικίας που δεν βρισκόταν σε κάποια διαδήλωση ούτε κάποιο μπαρ, που είχε βαρεθεί να περπατάει στις φλόγες ενός κόσμου χιλιοκαμένου και που ήθελε να δώσει ένα τέλος. Για αυτόν ποιος θα διαδηλώσει; Εσύ που μίλησες για τις φλόγες, τις τίγρης και τα μπλε πουλιά, τα άπιαστα τα κεκλεισμένα. Εσύ που μίλησες για όσους πίνουν μόνοι τους και στέκονται απέναντι σε όλους τους άλλους. (Να ένας δικός μας, πρέπει να τον σώσουμε). Φώναξαν την ασφάλεια και πρόλαβαν και τον απομάκρυναν. Πάντα η γνωστή λύση, αλλά για αυτή έχουν μιλήσει άλλοι ποιητές. Δίπλα μου οι διαδηλώτριες παραπονιόντουσαν για την καθυστέρηση. Δεν ήξεραν, δεν ενδιαφέρονταν; Ελπίζω το πρώτο. Φοβάμαι το δεύτερο.

Δεν συμπαθούσες αυτούς τους ανθρώπους, με αυτά που βλέπω ούτε εγώ τους συμπαθώ. Γιατί έχω και εγώ ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου και το κρατάω γερά κλειδωμένο μην το δει κανείς, μόνο κάτι βράδια το αφήνω να βγαίνει, όπως έκανες εσύ. Μα δίπλα μου τα πρωινά δεν ξυπνάει κάποια πόρνη χασμουρίζοντας ούτε με περιμένει μια γραφομηχανή και ένα ραδιόφωνο που παίζει κλασσική μουσική. Είμαι μόνη στο άδειο δωμάτιο και ακούω τους παφλασμούς των φτερών του. Άραγε το πουλί του χθεσινού άνδρα να δραπέτευσε ή να ψόφησε μέσα στο κελί του; Αυτό ακούστηκε πολύ δικό σου…

Γι αυτό όσοι ζουν σε νεκρές πόλεις γεμίζουν με αδιαφορία και φόβο. Όταν πεθαίνουν πραγματικά, οι κηδείες είναι περιττές. Εσύ που για όλα έγραψες άλλαξε το Παρίσι σου με την Αθήνα μου. Μια πόλη που μυρίζει παρελθόν και απ’ την ψυχή της απλώνεται παγωνιά.

Τώρα που γνωριστήκαμε
και ξέρουμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον
ας χωριστούμε
μ’ένα απλό αντίο.

~ Falsely yours, Jane

B_Bukowsky.jpg


Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή την επέτειο θανάτου του Charles Bukowski, ο οποίος όπου και αν βρίσκεται ελπίζω δίπλα του να έχει ένα μπουκάλι ουίσκι και μια ωραία γυναίκα, και την δικιά μου επικαιρότητα. Το χθεσινό περιστατικό είναι πραγματικό. Κράτησε μόλις τρια λεπτά, αλλά νομίζω μέσα μου θα κρατήσει για καιρό ακόμα. Δεν έγινε τίποτα, δεν πρόλαβε να γίνει, αλλά αυτό δεν είναι ζωή και με τρομάζει. Γράμμα, λοιπόν, ψυχοθεραπεία. Μιας που ούτε στον Charles μπορώ να τα πω ούτε σε κανέναν άλλο.

Το ποίημα της εβδομάδας

Εμπειρίκος, επιτέλους. Στο ποίημα της εβδομάδας θα φιλοξενήσουμε το «Θα περιμένουμε» από την Οκτάνα, το ομώνυμο βιβλίο του ποιητή και προσωπική φανταστική του πόλη. Αύριο στο Μωβ Σκίουρο θα γίνει ένα αφιέρωμα στον Εμπειρίκο και την συγκεκριμένη ποιητική συλλογή, καλώς ερχόντων των πραγμάτων θα είμαι και εγώ εκεί να την θαυμάσω!

Θα περιμένουμε

 Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο μας με το πολύτιμο φορτίο
Το τραίνο μιας άλλης ώρας
Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο που δεν μπορεί μια και ξεκίνησε να σταματήσει
Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
Σε τόπο που νά’ ναι μεσημέρι
Ή σ’ άλλον που νά’ ναι βράδυ
Μα θα περάσει.

Κι εμείς θα περιμένουμε
Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
Να κουραστεί σε στέππες και σε πάμπες
Και σ’ επικίνδυνες ανηφοριές
Το τραίνο μας, που σίγουρα θα φτάσει.

Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.

c4f4ab6daec6f7ac60bfac99e1ed9286.jpg

*Συνδυασμός Εμπειρίκου, Μιγιαζάκι και Trainspotting.