Λίγη Ζωή της Hanya Yanagihara

Δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι πολωμένες βαθμολογίες και οι κριτικές που μάλλον θύμιζαν περισσότερο φορτισμένες συναισθηματικά εξομολογήσεις. Κάτι το καλό promotion από τις εκδόσεις, κάτι η φυσική μου κλήση προς το κλαίειν, αποφάσισα να το πάρω. Καλά να πάθω!

Hanya Yanagihara γεννήθηκε το 1974 στην Καλιφόρνια, μεγάλωσε όμως στην Χαβάι, την οποία και θεωρεί πατρίδα της. Είναι αρθρογράφος και συγγραφέας και η Λίγη Ζωή είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της.

IMG_2873.JPG

Η ιστορία είναι -πλέον- γνωστή. Τέσσερις φίλοι προσπαθούν να στρώσουν την ζωή τους στη Νέα Υόρκη. Ο ανώριμος Τζέι Μπι, ο μπερδεμένος αλλά καλόκαρδος Μάλκομ, ο όμορφος Γουίλεμ και ο συνεσταλμένος Τζουντ παλεύουν με το μέλλον μπροστά τους και με το παρελθόν πίσω τους. Μονάχα που ο Τζουντ δεν μιλάει ποτέ για το παρελθόν. Δεν αναφέρει ποτέ την οικογένεια του. Σωπά όταν τον ρωτούν που μεγάλωσε. Τραβιέται όταν πάνε να τον αγκαλιάσουν. Είναι εκεί μαζί τους, αλλά ένα κομμάτι του λείπει ηθελημένα. Μεγαλώνοντας η κατάσταση μεταξύ των τεσσάρων φίλων αλλάζει. Η παρέα σπάει στην καθημερινότητα. Ο πυρήνας του Τζουντ και του Γουίλεμ όμως παραμένει ακέραιος και δυναμώνει με τον καιρό. Ο ένας έχει τον άλλον ανάγκη για να συνεχίσει. Ο ένας διώχνει τα φαντάσματα του άλλου.

Ολόκληρη η ιστορία γυρνάει σαν γαϊτανάκι γύρω από το παρελθόν του Τζουντ. Το τραγικό παρελθόν ενός παιδιού που πέρασε δια πυρός και σιδήρου και κατάφερε, αν και όχι αλώβητο, να σταθεί στα πόδια του και να συνεχίσει την ζωή του. Όλα αυτά τα μαθαίνουμε σε αναδρομικά κομμάτια, που σπάνε την αφήγηση και δίνουν -ένα κάποιο- σασπένς στην όλη ιστορία. Ένα αρκετά δυνατό χαρακτηριστικό του βιβλίου επίσης είναι και η ψυχογραφηση των ηρώων. Η Γιαναγκιχαρα έχει φτιάξει ολοκληρωμένος χαρακτήρες με υπόσταση και ψυχή. Τα προβλήματα όμως ξεκινούν όταν η ίδια πρέπει να διαχειριστεί αυτούς τους ήρωες.

Πέρα από την ψυχογραφηση και την πολλά υποσχόμενη αρχή του έργου, η πλοκή είναι βουτηγμένη -μην πω πνιγμένη- στην υπερβολή. Ακόμα και οποία καλά στοιχεία είχε, ή τέλος πάντων όσα σε μένα φάνηκαν καλά, πνίγηκαν στο τσουνάμι της υπερβολής. Ρε παιδιά, δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα και έλεγα δεν μπορεί, έχει κι άλλο; Και φτάνω στο τελευταίο μέρος πεπεισμένη πια ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να με εκπλήξει. Και μαντέψτε: υπήρξε! Όλος αυτός ο συμπιεσμένος πόνος φάνταζε πλαστός από ένα σημείο και έπειτα. Σαν κακοστημένη εξομολόγηση σε πανελ του Μικρούτσικου ένα πράγμα.

Υπήρχαν και άλλα δεδομένα που δεν μου κολλούσαν στο βιβλίο βέβαια. Δευτερεύοντα μεν, αλλά δεν θα γλυτώσουν την αναφορά δε. Πρώτο και σημαντικότερο, η ομοφυλοφιλία και ο ανώριμος τρόπος που παρουσιάζεται. Εκτός από το δίδυμο Τζουντ-Γουίλεμ, η Γιαναγκιχαρα σκορπά καθ’όλη την έκταση του μυθιστορήματος ομοφυλόφιλους χαρακτήρες απλόχερα. Μπορεί η κοινωνία της Νέας Υόρκης να παρουσιάζεται τόσο προοδευτική και γαμάτη και πραγματικά εύχομαι να ήταν όλες οι κοινωνίες του κόσμου έτσι, να μπορούσες ελεύθερα να είσαι αυτός που νιώθεις ότι είσαι χωρίς περιορισμούς και λογοκρισία, αλλά μου χτυπάει κάπως περίεργα που σχεδόν οι μισοί χαρακτήρες του έργου ήταν ή υπήρξαν κατά διαστήματα ομοφυλόφιλοι. Άλλη μια υπερβολή; Πιθανό. Μια κοινωνική πραγματικότητα που δεν είμαι σε θέση να διαβεβαιώσω; Επίσης, πιθανό. Εγώ όμως το βλέπω περισσότερο σαν ένας πλάγιος αλλά σίγουρος δρόμος πωλήσεων. Και υπογραμμίζω ξανά: δεν έχω κανένα πρόβλημα με την ομοφυλοφιλία, αλλά με τον τρόπο που την χρησιμοποιεί η συγγραφέας.
Δεύτερον, πως είναι δυνατόν να μιλάμε για μια τόση δυνατή φιλία, με τόσο γερά θεμέλια και μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα, όταν οι μέτοχοι αυτής αγνοούν στοιχεία και κομμάτια του ενός «φίλου», δεν αναγνωρίζουν τις αδυναμίες και τις τάσεις αυτοκαταστροφής του και μένουν άπραγοι μπροστά στην διάθεση αυτοτραυματισμού του. Ξέρω πως πολλοί δεν θα συμφωνήσουν μαζί μου σε αυτό το σημείο. Παρόλα αυτά, μέχρι σχεδόν την μέση του βιβλίου δεν είδα και καμία χειροπιαστή απόδειξη της φιλίας των τεσσάρων. Μου έδωσαν την εντύπωση ότι συγκυριακά έμεναν ενωμένοι και η αγάπη τους ήταν αρκετά εύθραυστη.

Πραγματικά ήθελα να μου αρέσει αυτό το βιβλίο. Ήθελα να με αγγίξει, να κλάψω, να το αγαπήσω. Φάνταζε όμως τόσο πλαστό στα μάτια μου, που τελικά το αντιπάθησα. Μάλλον έτσι εξηγούνται οι πολωμένες βαθμολογίες που ανέφερα στον πρόλογο.

Δεν συνηθίζω να προτείνω βιβλία που δεν μου άρεσαν και δεν θα το κάνω ούτε και τώρα. Το βιβλίο είναι δίκοπο μαχαίρι και εγώ αθώους δεν παίρνω στον λαιμό μου. Διαβάστε το, μην το διαβάσετε, το ίδιο μου κάνει. Αν θέλετε να κλάψετε πάντως ακούστε καλύτερα το Lonely Day των System of a down. Όσο να πεις είναι 900 σελίδες ελαφρύτερο.

Το ποίημα της εβδομάδας

«Ποίηση, μόνο ποίηση, μίλα μου, μίλα μου, μίλα μου, μίλα μου, μίλα μου, μίλα, μίλα μου για ποίηση» έλεγε ο Μανώλης στα Φτηνά Τσιγάρα. Και ίσως είναι ένας από τους μοναδικούς σωστούς λόγους να μιλήσει κανείς. Για την Ποίηση και ειδικότερα την ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη. Ένα μικρό δείγμα από την συλλογή του Το θα και το να του Θανάτου.

Απόψε σκέφτομαι

Aυτούς που βασανίζονται κλεισμένοι, στο καβούκι τους
—Ν’ ακούνε μουσική και να καπνίζουν—
Αυτούς που αποπειράθηκαν ν’ αυτοκτονήσουν με ομορφιά
—Ρούφηξαν το βιτριόλι της και κάηκαν—
Αυτούς που ο φόβος τούς φυτεύει στις ερμιές
Αυτούς που άυπνοι αιωρούνται στον αέρα
Αυτούς που κάναν έρωτα και μείνανε πιο μόνοι
Αυτούς που ανέκφραστοι ακολουθούν μια νεκροφόρα μνήμη
Αυτούς που λιώνουν βουτηγμένοι στα χαρτιά
Αυτούς που βλέπουν τ’ όνομά τους στο κουδούνι
Και το χτυπούν δαιμονισμένα
να ξυπνήσει
ο ένοικος.

1or21b

Και οι 7 ήταν υπέροχες! (vol.2)

Με το νέο έτος να μετρά κιόλας δέκα ολόκληρες ημέρες και μ’ εμάς να σας ευχόμαστε κατ’ αρχάς -για ακόμα μια φορά- καλή χρονιά με υγεία, αγάπη και χαμόγελα, η ανασκόπηση των αγαπημένων ταινιών του 2016 συνεχίζεται ως εξής:

  • «Το Μέλλον»

things-to-come-5

Πιάνοντας τον κινηματογραφικό μίτο από εκεί που τον είχαμε αφήσει, η Isabelle Huppert μας συντροφεύει αναπόφευκτα για ακόμα μια φορά και σε μια ακόμα γαλλόφωνη ταινία με έντονο δραματικό στοιχείο. Η -προ ολίγων ωρών βραβευμένη στις Χρυσές Σφαίρες- ηθοποιός συνεργάζεται για πρώτη φορά με τη νεότατη σκηνοθέτιδα και σεναριογράφο Mia Hansen-Løve, μια πολλά υποσχόμενη και ήδη αναγνωρισμένη Γαλλίδα δημιουργό. Με την πλοκή του φιλμ να περιστρέφεται γύρω από μια μεσήλικη καθηγήτρια φιλοσοφίας, μάνας δυο παιδιών και φαινομενικά ευτυχισμένης συζύγου, της οποίας η ζωή δεν θα αργήσει να ανατραπεί πλήρως, η Hansen-Løve βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία για να πραγματευτεί τα αγαπημένα της θέματα, όπως την αγάπη, τη ζωή και το θάνατο, το χρόνο που κυλάει αδυσώπητα, μα -πάνω απ’ όλα- την επιθυμία ολοκληρωτικής ανασυγκρότησης του «είναι» ενός ανθρώπου που βαδίζει τον δικό του Γολγοθά. Κοινό και κριτικοί υποκλίνονται μπροστά σε δυο ταλέντα που εξέπληξαν με τις ξεχωριστές τους ικανότητες και που, όταν συναντήθηκαν, δημιούργησαν έναν εκρηκτικό συνδυασμό.

  • «Η Κόκκινη Χελώνα»

the-red-turtle-1

Ευάριθμες είναι οι φορές στην κινηματογραφική ιστορία που η δύναμη της απλότητας υπερτερεί των μεγαλόπνοων ειδικών εφέ και των περίπλοκων σεναριακών πειραμάτων, ειδικά όταν πρόκειται για ταινίες animation. Στην πρώτη του διεθνή συμπαραγωγή το ιαπωνικό Studio Ghibli -υπεύθυνο εκτός των άλλων για τη δημιουργία των πολυαγαπημένων “My Neighbor Totoro” και “Spirited Away”- κέρδισε το στοίχημα, αποδεικνύοντας πως ένα φιλμ δίχως λόγια μπορεί να κάνει τη διαφορά από τη στιγμή που εκμεταλλεύεται στο έπακρο και συνταιριάζει με τέχνη τις δυνατότητες που του δίνονται: καλαίσθητα σχέδια, εξαιρετικό μουσικό θέμα και -προπαντός- καλοδουλεμένο σενάριο. Ο Ολλανδός σκηνοθέτης Michael Dudok de Wit μπερδεύει ντελικάτα πραγματικότητα και φαντασία, συνθέτοντας την ιστορία ενός άντρα που ναυαγεί σε ένα ερημονήσι και ως άλλος Ροβινσώνας Κρούσος επιχειρεί να επιβιώσει και να ξεφύγει από αυτό, χωρίς ωστόσο να υπολογίζει τις προθέσεις μιας μυστηριώδους κόκκινης χελώνας που έχει βαλθεί να του ανατρέψει κάθε σχέδιο και αυτοσχέδιο πλεούμενο… Είτε λυρικό παραμύθι, είτε φιλοσοφικό εμπύρευμα, η «Κόκκινη Χελώνα» θα παραμείνει στην καρδιά κάθε θεατή, πλέοντας στα πελάγη του μυαλού του για πολύ καιρό.

  • “Julieta”

julieta-7

Μετρ της θηλυκής ψυχοσύνθεσης και απεικόνισής της στην μεγάλη οθόνη, ο λατρεμένος σκηνοθέτης Pedro Almodóvar επιστρέφει μετά από τρία χρόνια απουσίας για να αποτυπώσει στην 21η μεγάλου μήκους ταινία του την ιστορία μιας ακόμα εύθραυστης και πληγωμένης γυναίκας, ενοποιώντας τρία διηγήματα της Καναδής νομπελίστριας συγγραφέως Alice Munro. Κάνοντας χρήση της χαρακτηριστικής χρωματικής του παλέτας, ο Ισπανός δημιουργός αφηγείται πάντα με στιλ τα πάθη της Julieta, η οποία έπειτα από ένα τυχαίο συμβάν εγκαταλείπει άξαφνα τον σύντροφό της, αναβάλλει την μετακόμισή της από τη Μαδρίτη στη Λισαβόνα και αποφασίζει να επανενωθεί με την επί δώδεκα χρόνια εξαφανισμένη κόρη της. Με αναδρομές στο παρελθόν, που χάρις στα έξυπνα σκηνοθετικά τερτίπια δεν ξενίζουν το κοινό, το παρελθόν της πρωταγωνίστριας ξεδιπλώνεται στο πανί και κάθε πτυχή του χαρακτήρα της είναι αναγνωρίσιμη σε τέτοιο σημείο, ώστε η ταύτισή μ’ εκείνη προκύπτει σ’ έναν βαθμό σχεδόν φυσικά. Υποψήφια για τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών το έτος που μας πέρασε, δεν θα προκαλούσε εντύπωση αν η ταινία αυτή κατάφερνε να κερδίσει μερικές υποψηφιότητες στα προσεχή Oscar και να χαρίσει στον Almodóvar το δεύτερό του χρυσό αγαλματάκι…

  • «Η Υπηρέτρια»

the-handmaiden-6

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως ο άνθρωπος που βρισκόταν πίσω από το ζοφερότατο θρίλερ του 2003 “Oldboy” είναι ο ίδιος που κάμποσα χρόνια αργότερα θα παρέδιδε στο φιλοθεάμον κοινό το εξίσου βαθιά σκοτεινό και συνάμα σαγηνευτικά ρομαντικό δράμα με τίτλο «Η Υπηρέτρια»; Αυτή είναι η τέχνη, μα και η ιδιοφυία του Park Chan-wook, του πολυσχιδούς αυτού auteur από τη Νότιο Κορέα που κατάφερε να συνδυάσει με τρόπο αψεγάδιαστο στοιχεία ψυχολογικού τρόμου και λάγνου ερωτισμού, δοσμένα μάλιστα μέσα σ’ ένα πλαίσιο ταινίας εποχής. Μεταφερόμενοι στην δεκαετία του 1930 και στην υπό ιαπωνική κατοχή Κορέα, παρακολουθούμε την ιστορία δυο νεαρών γυναικών, μιας πλούσιας Γιαπωνέζας αριστοκράτισσας και της καινούριας της Κορεάτισσας οικονόμου, της οποίας οι σκοποί δεν περιορίζονται μονάχα στο να φροντίζει με προσήλωση την κυρά της, καθώς συμμετέχει στο -συντόμως κατακερματισμένο- σχέδιο ενός αξιέραστου τσαρλατάνου που εποφθαλμιά την μεγάλη περιουσία της πρώτης. Η χημεία των πρωταγωνιστριών δεν χωράει αμφιβολίας, με τις ερμηνείες τους να καθηλώνουν, την ίδια στιγμή που ο φακός του Park Chan-wook, πιο ώριμος από ποτέ, συμβάλλει στην δημιουργία ενός φιλμ μοναδικής δυναμικής, του οποίου τόσο η κινηματογραφική όσο και η καλλιτεχνική αξία δύσκολα θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν.

Κάπου εδώ το αφιέρωμά μας στις ταινίες που ξεχωρίσαμε για το 2016 τελειώνει ολοκληρωτικά, με εμάς να συνεχίζουμε να σας ευχόμαστε καλές προβολές και γι’ αυτήν την χρονιά!

Καλή καρδιά και ψυχή βαθιά!

 

Στον Δρόμο του Jack Kerouac

«Τι είναι αυτό το συναίσθημα που σας σφίγγει όταν φεύγετε με τ’αμάξι αφήνοντας πίσω σας ανθρώπους που τους βλέπετε να μικραίνουν μέσα στη πεδιάδα μέχρι που τελικά εξαφανίζονται; Είναι ο απέραντος δρόμος που μας βαραίνει κι είναι ο αποχαιρετισμός.»

Από την εφηβεία μου γυροφέρνω αυτό το βιβλίο και όλο το αναβάλω. Όλοι οι γνωστοί και φίλοι (με μοναδική εξαίρεση τον πατέρα μου και έναν πολύ καλό μου φίλο) είχαν παράπονα από το βιβλίο. Το παρατούσαν στη μέση, δυσκολεύονταν, έβρισκαν ανούσιο το θέμα του. Τους καταλαβαίνω. Η γραφή δεν είναι εύκολη και το θέμα του επαναλαμβάνεται από ένα σημείο και μετά. Σε κάποια σημεία είναι κουραστικό, ενώ σε κάποια άλλα είναι έτσι δοσμένη η αφήγηση που χάνεσαι. Πολλά ονόματα, πολλοί τόποι, πολλοί δρόμοι. Κι όμως. Το σπουδαίο με αυτό το βιβλίο είναι ότι οι ίδιοι λόγοι που μπορεί να σε κουράσουν μπορεί να σε κάνουν και να το λατρέψεις. Εγώ το λάτρεψα.

«Αλλά τότε πήγαιναν χορεύοντας μέσα στους δρόμους σαν τρελοί και σερνόμουν από πίσω τους όπως κάνω σε όλη μου τη ζωή για ανθρώπους που μ΄ ενδιαφέρουν, γιατί οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που είναι τρελοί για ζωή, τρελοί για κουβέντα, τρελοί να σωθούν, που θέλουν να τα χαρούν όλα μέσα σε μία και μόνο στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται, ή λένε ένα κοινότοπο πράγμα, αλλά που καίγονται, καίγονται όμοιοι με τις κίτρινες μυθικές φωτιές των ρωμαϊκών πυρσών, εκπυρσοκροτώντας σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στ’ άστρα…»

Αυτά είναι τα λόγια του Σαλ, του πρωταγωνιστή μας, ο οποίος με παρέα ή χωρίς οργώνει όλη τη χώρα με αμάξι. Το βιβλίο δεν έχει υπόθεση, είναι μονάχα οι περιπέτειες στις πόλεις που συναντά, τους ανθρώπους που γνωρίζει και τα ευτράπελα στα οποία μπλέκεται. Πότε οτοστόπερ και πότε συνοδηγός του φίλου του, Ντην, ο Σαλ εξερευνά τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα σε μία χώρα που όσο μεγάλη και αν φαίνεται δεν τον χωράει. Ερωτεύεται, πίνει, μιλάει για βιβλία που του αρέσουν, γράφει, ζητάει δανεικά για να μπορεί να συνεχίσει και συνεχίζει. Είναι ωραίος τύπος ο Σαλ, γιατί έχει συνειδητοποιήσει κάτι που εμείς έχουμε ξεχάσει πια. Ο δρόμος είναι η ζωή.

Ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι ένα μανιφέστο γύρω από την ελευθερία, από την ανάγκη του ανθρώπου να το σκάσει από τους τοίχους που τον πνίγουν και να βρεθεί στους ανοιχτούς χώρους και τις ανοιχτές αγκαλιές που πρέπει να βρίσκεται. Ο Κέρουακ στα λέει όλα αυτά δίχως φαμφάρες και μελοδραματισμούς. Σου δείχνει απλά την ζωή και σε καλεί να προχωρήσεις στον δικό σου δρόμο είτε είναι ο Route 66 είτε η Εγνατία Οδός (την πέταξα την σαχλαμάρα μου δεν κρατήθηκα!).

Είναι όμως, όπως είπα και στην αρχή, ένα δύσκολο βιβλίο. Όχι σαφώς από νοηματική άποψη, αλλά από την θεματολογία και την εκτέλεση του. Θέλεις χρόνο για να χωνέψεις τον ποιητικό αλλά και χειμαρρώδη λόγο του Κέρουακ και σίγουρα μετά το δεύτερο road trip θες να δεις και κάτι άλλο στην πλοκή. Παρόλα αυτά, αξίζει σίγουρα να διαβαστεί. Δεν αποτελεί αυθαίρετα το ευαγγέλιο της beat generation και ούτε πρόκειται για μύθο η επιρροή αυτού του έργου σε μια ολόκληρη γενιά. Τείνω να πιστεύω μάλιστα πως αν και η δική μου γενιά είχε τέτοιες (λογοτεχνικές και μη) επιρροές θα ήταν πολύ καλύτερη.

Θα κλείσω αυτή την ανάρτηση γνωρίζοντας ότι σας χρωστάω δύο λόγια για τον συγγραφέα (κατα πως φαίνεται βέβαια θα ασχοληθούμε μαζί του εκτενέστερα τον επόμενο καιρό) και παραθέτοντας ένα ακόμα απόσπασμα από το τελευταίο μέρος του βιβλίου στο οποίο ο Κέρουακ σχολιάζει τους Ινδιάνους του Μεξικό, μια ακόμα μειονότητα που υποφέρει κάτω από τον πολιτειακό ζυγό αιώνες τώρα και περιμένει καρτερικά την δικαίωσή του.

«Αυτοί οι άνθρωποι ήταν αναμφίβολα Ινδιάνοι και δεν είχαν τίποτα κοινό με τους Πέντρος και τους Πάντσος του ηλίθιου φολκλόρ της εκπολιτισμένης Αμερικής – έχουν εξογκωμένα μήλα και σχιστά μάτια και υπερβολικά γλυκούς τρόπους· δεν ήταν τρελοί, δεν ήταν καραγκιόζηδες· ήταν Ινδιάνοι γεμάτοι μεγαλείο και σοβαρότητα, ήταν η πηγή του ανθρώπινου είδους και οι πατέρες του. Η θάλασσα είναι κινέζικη, μα η γη ινδιάνικη. Ακλόνητοι όπως οι βράχοι στην έρημο, είναι και αυτοί μέσα στην έρημο της <<ιστορίας>>. Και το γνωρίζουν αυτό καθώς εμείς περνούμε, σαν ψηλομύτες, λεφτάδες και ατομιστές Αμερικάνοι που έρχονται να γλεντήσουν στα χώματά τους· ήξεραν ποιος είναι ο πατέρας και ποιος ο γιός της παμπάλαιας ζωής πάνω σε αυτή τη γη και απέφευγαν κάθε είδους σχόλιο.»

2017-01-09 06.32.39 2.jpg

Το ποίημα της εβδομάδας

Καλή χρονιά εύχομαι σε όλους. Το σημερινό ποίημα είναι ας πούμε ανακάλυψη των ημερών, μιας που μόλις χθες πρωτοδιάβασα Mark Strand. Μου αρέσουν τα μεγάλα λόγια, όπως σε όλους εξάλλου, αλλά αυτό δεν είναι ένα από αυτά• ο Strand είναι ένας από τους καλύτερους ποιητές που έχω διαβάσει. Απολαύστε τον στο ποιήμα του Τα απομεινάρια.

Τα απομεινάρια

Αδειάζω τον εαυτό μου από τα ονόματα των άλλων.
Αδειάζω τις τσέπες μου.
Αδειάζω τα παπούτσια μου και τα αφήνω δίπλα στο δρόμο.
Τη νύχτα γυρίζω πίσω τα ρολόγια·
ανοίγω το οικογενειακό άλμπουμ
και με κοιτάζω όταν ήμουν αγόρι.

Τί έχει να κερδίσει; Οι ώρες έχουν κάνει τη δουλειά τους.
Λέω τ’ όνομά μου. Λέω αντίο.
Οι λέξεις ακολουθούν η μια την άλλη προς την κατεύθυνση που φυσάει ο άνεμος.
Αγαπώ τη γυναίκα μου αλλά τη διώχνω .

Οι γονείς μου σηκώνονται απ’ τους θρόνους τους
μες στα λευκά δωμάτια από σύννεφα. Πώς να τραγουδώ;
Ο χρόνος μού λέει τι είμαι. Αλλάζω και πάλι ίδιος μένω.
Αδειάζω τον εαυτό μου απ’ τη ζωή μου
και η ζωή μου εξακολουθεί να υπάρχει.

strand2

*Αρχική δημοσίευση του ποιήματος στο fteraxinasmag.wordpress.com

Λίγα λόγια για το τέλος

Κάλε μου φίλε,

σου γράφω για να παρηγορηθώ και εξαιτίας της απόστασης τρέλα θα εξηγηθώ. Ο Πιου συνεχίζει το ρυθμικό πουρπουρητό του χαιδεύοντας το κεφάλι του πάνω μου. Δεν έχει καταλάβει ότι σήμερα θα αλλάξει ο χρόνος. Ήταν άρρωστος τις τελευταίες μέρες και η σημερινή του βελτίωση μας καθησύχασε και τους δυο. Την περισσότερη ώρα τρώει ορεξάτος δίπλα στον Χαρούκι και τις υπόλοιπες ώρες κυνηγάει την αγκαλιά μου. Τι περίεργο βιβλίο και αυτό (Ο Κάφκα στην ακτή), είμαι στη μέση περίπου και με έχει βοηθήσει να καταλάβω τόσα πολλά για εκείνον. Και εμένα. Λες να το σκάσω και να πάω να μείνω σε μια βιβλιοθήκη; Άραγε θα δεχτούν μαζί και τον Πίου; Ξέρεις ο Πίου επικοινωνεί με τους ανθρώπους, όχι με τον τρόπο που επικοινωνεί ο  Νακάτα με τις γάτες, αλλά με έναν πολύ δικό του ξεχωριστό τρόπο. Τώρα το καταλαβαίνω.

Ωραίο ήταν το βιβλιοτάξιδο και φέτος. Πέρασα από πολλές χώρες, γνώρισα πολλούς ανθρώπους, χάρτινους μεν, αλλά κάποιοι από αυτούς ήταν αληθινοί και ορκίζομαι για αυτό. Ταινίες δεν είδα πολλές, μονάχα σε πολλοστή επανάληψη τα άπαντα του Μιγιαζάκι και τα Φτηνά Τσιγάρα. Α και τον Donnie Darko. Δεν θέλω να τον ξεχνάω, είδα και αυτόν. Η τελευταία ταινία που είδα πάντως ήταν η Κόκκινη Χελώνα του Studio Ghibli, αλλά θα μιλήσει η Ειρήνη για αυτή κάποια στιγμή. Θέλω μονάχα να σε παρακαλέσω να την δεις. Ξέρεις δεν έχει λόγια. Ένας ναυαγός σε ένα νησί που είναι άγνωστο αν πράγματι ζει αυτά που συμβαίνουν ή αν ονειρεύεται. Όλο διαδραματίζεται σε μια παραλία. Ξέρεις, πολλές φορές τα κύματα σε αυτή την παραλία παραμένουν ακίνητα και εσύ μπορείς να ανέβεις στην κορυφή τους και να δεις τον κόσμο από ψηλά. Άλλες φορές, το κύμα ξεβράζει πτώματα και άλλες ελπίδες σε καβούκια. Έτσι είναι οι ταινίες του Ghibli. Δεν ξέρεις αν κολυμπάς στο πέλαγος ή στον έναστρο ουρανό. Να την δεις σε παρακαλώ. Από όλα αυτά που γνωρίζεις για μένα θέλω να θυμάσαι και αυτό. Έστω και αργά.

Από μουσική πάλι δεν φέτος. Δηλαδή, άκουσα πολλή μουσική, αλλά είναι άγνωστη σε σένα. Είναι, ήταν δηλαδή, μόνο για μένα. Και ακόμα την ακούω. Έχω κάνει ένα playlist που ξεκινά από την είσοδο της πολυκατοικίας και με φτάνει στα σκαλιά της σχολής. Μερικές φορές περισσεύει χρόνος και τότε ακούω Lou Reed ή Παυλίδη. Τα γνωστά. Άλλες φορές πάλι ακούω ραδιόφονο. Μετράω τα τραγούδια που βάζουν από GNR και Aerosmith. Τώρα τελευταία μετρούσα και τα τραγούδια των Floyd. Old habits die hard που λέει και ο Mick Jagger. Καλύτερη από την μουσική που ακούω τώρα πάντως δεν υπάρχει. Ο Πίου συνεχίζει το γουργουρητό…

Μα, από τότε που λείπεις, παρατήρησα ξανά πως ο γεροχρόνος έφυγε μα κάτι ακόμα εδώ δεν προχωρά. Δεν προχωρά φίλε μου. Και όχι γιατί δεν θέλω, αλλά γιατί πρέπει να σταματήσω. Μην τρομάζεις. Είναι τώρα καιρός που θέλω να στο πω. Να ξηγηθώ, όπως είπα και στην αρχή. Τι επιλογές είχα; Οι στιγμές φεύγουν, οι άνθρωποι επίσης. Κανένας μας δεν μένει ίδιος. Γιατί να μείνω εγώ; Και πιο σημαντικό από όλα, γιατί να μείνει αυτό εδώ το μπλογκ; Όχι, δεν θα το κλείσουμε. Τι είμαστε; Μαγαζί να κατεβάσουμε ρολά; Απλά, να, όταν τούτο εδώ ξεκίνησε πριν ενάμιση χρόνο ήταν μια ανάσα για τρία ζευγάρια χέρια. Και ακόμα είναι, μην με παρεξηγείς. Απλά πλέον δεν είναι η προτεραιότητά μας. Αυτή η λέξη θα με ρημάξει μια μέρα και να μου το θυμηθείς. Αυτή η λέξη θα με χωρίσει από σένα λίγο περισσότερο από όσο μας χωρίζει η απόσταση. Θα τα λέμε, όπως έχουμε συνηθίσει, απλά πιο αραιά. Γιατί καλέ μου φίλε, εν τέλει (και αυτό μου πήρε εικοσιένα χρόνια για να το χωνέψω) δεν έχει σημασία κάθε πότε θα μιλάμε, αλλά το τι θα λέμε. Και δεν θέλω να σε βλέπω και να σου λέω τα νέα της Μαρίας και του Κώστα μονάχα. Θέλω όταν σε βλέπω να σου μιλάω για ταξίδια, για εμπειρίες και γεύσεις πρωτόγνωρες. Αυτή την περίοδο της ζωής μου όμως ό,τι κι αν πω έχει ήδη ειπωθεί. Και θέλω το χώρο μου. Τον χρόνο μου.

Βλέπεις, αδερφέ μου, τι σου αραδιάζω, ακριβέ μου; Μα, εδώ κοντεύω να φλιπάρω, έστω σαν όνειρο αν το πάρω! Και τώρα που μιλάμε για όνειρα, μάλλον ο Πίου βλέπει ένα. Ίσως είναι στην παραλία της Χελώνας ή ίσως κάπου πιο μακρυά, σε μια παραλία που οι γέροι κάνουν σαπ, οι κοπέλες προσπαθούν να πιάσουν άγριες ψαροτραφούσες γάτες και η Παναγία αναστήνεται. Ίσως πάλι να ονειρεύεται τις λιακάδες στο γκαζόν και τα βιβλία που είχε για μαξιλάρι, τον ήχο του ανέμου ανάμεσα στον πλάτανο και τα κύματα που σκάνε κάτω στους βράχους. Μπορεί να ονειρεύεται και σένα, που ξέρεις. Το άδικο είναι πως ποτέ δεν θα το μάθεις.

Ο χρόνος που μετράει σε λίγο δεν θα είναι εδώ, θα τον φάω ή θα με φάει, αυτά είχα να σου πω. Το μοναδικό πράγμα που μου απομένει για να κλείσω αυτό το γράμμα είναι να σου ευχηθώ για το νέο έτος. Και τι να σου ευχηθώ αλήθεια; Δεν νομίζω πως θα αλλάξει κάτι, αυτά μόνο στις ταινίες γίνονται που λέει και ο αγαπημένος Woody Allen. Ο κόσμος θα συνεχίσει να επιπλέει σε βάλτο και εμείς θα συνεχίσουμε να προσποιούμαστε ότι βρισκόμαστε σε κρουαζιέρα στα νησιά της Καραιβικής. Θα σου πω όμως δυο λόγια με όλη μου την καρδιά και ελπίζω να τα ακούς κάθε μέρα και όχι μονάχα τη σημερινή. Ελπίζω να τα κάνεις κομμάτι σου και να τα ψιθυρίζεις (αθώος) στ’όνειρά σου. Διάβαζε λιγότερα βιβλία, δες λιγότερες ταινίες και άκου λιγότερη μουσική. Αν μπορείς, και στο εύχομαι με όλη μου την ύπαρξη, βρες κάτι να σε γεμίζει τόσο πολύ ώστε να μην κάθεσαι μπροστά απ΄την οθόνη για να με διαβάζεις. Γιατί να θυμάσαι, δεν βρίσκεσαι μπροστά, αλλά πίσω της• είσαι δέσμιος της. Βγες έξω και χόρεψε μέσα στο δρόμο, τρέξε μαζί με τον άνεμο, μπες σε ένα αμάξι και πήγαινε σε έναν άγνωστο τόπο να γνωρίσεις έναν ξένο που μονάχα ξένος δεν είναι. Ζήσε. Γιατί πως θα διαβάσεις αύριο Λειβαδίτη αν δεν έχεις νιώσει τα βέλη του έρωτα να σ’ αιματοκυλούν; Πως θα γελάσεις με εκείνο το γλυκόπικρο φθινωπωρινό χαμόγελο (σου) με τις ταινίες του Jean Pierre Jeunet αν δεν έχεις μετρήσει τους οργασμούς δύο ερωτευμένων ένα απόγευμα σε ένα συνοικιακό στενό; Πως θα ταξιδέψεις στο φεγγάρι με τον Sinatra αν φοβάσαι τ’ αστέρια; Πες μου, πως;

Βγες έξω και ζήσε, έστω και χωρίς εμένα. Βάλε φωτιά στο χάρτινο ουρανό.

Καλέ μου φίλε, με έφαγαν ο χρόνος και οι λέξεις τελικά. Άλλο ένα παραλήρημα. Και να σκεφτεί κανείς ότι είχα ετοιμάσει ολόκληρο επίσημο λόγο για σήμερα. Γελάει και ο Πίου με τα σχέδια μου όπως γελούσες πάντα και εσύ μαζί μου.

Καλή χρονιά και να θυμάσαι πως ακόμα και οι μεγαλύτεροι επιστήμονες δεν βρέθηκαν πιο κοντά σε ανεξερεύνητους πλανήτες από έναν (ή και δύο) απλό ονειροπόλο!

23600520756_70329c262d_b

Sweet Jane

Και οι 7 ήταν υπέροχες! (vol.1)

Τέλη έτους και παντός είδους ανασκοπήσεις είθισται -ως γνωστών- να πηγαίνουν μαζί, τη στιγμή που απ’ τo τριπάκι της σύνταξης ετήσιου απολογισμού, είναι η αλήθεια, πως λίγοι θα γλιτώσουν. Κι ενώ κατάλογοι με τα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς, τα πιο αγαπημένα μουσικά κομμάτια, τα καλύτερα βιβλία και ούτω καθ’ εξής «καραδοκούν» σε κάθε διαδικτυακή γωνιά, έτσι κι εμείς δεν θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τη δελεαστική -αν μη τι άλλο- διαδικασία της δημιουργίας μιας -μη αριθμητικά ταξινομημένης- λίστας με τις αγαπημένες ταινίες για τη φετινή σεζόν. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν μας αφενός την αναγνώριση τους τόσο από κοινό όσο και από κριτικούς κι αφετέρου τις ημερομηνίες διανομής τους στην χώρα μας, παρουσιάζουμε τα εφτά εκείνα φιλμ που το 2016 μας έκλεψαν την καρδιά, φέρνοντας άλλοτε δάκρυα στα μάτια κι άλλοτε χαμόγελα στα χείλη.

  •  “La La Land”

%ce%bd%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%bf-1

Η εκπνοή του 2016 επεφύλασσε αρκετές χαρούμενες κινηματογραφικές εκπλήξεις, με μια από αυτές να είναι αδιαπραγμάτευτα αυτό το μιούζικαλ-υπερθέαμα, το οποίο χαρακτηρίζεται από πολλούς ως η καλύτερη ταινία της χρονιάς. Έχοντας ήδη στην κατοχή της πάνω από 80 κινηματογραφικά βραβεία και αποτελώντας φαβορί τόσο για τα Oscar όσο και για τις Χρυσές Σφαίρες, η ταινία αυτή είναι σκηνοθετικό και σεναριακό δημιούργημα του νεότατου Damien Chazelle, του ανθρώπου που πριν δυο χρόνια μας χάρισε το εξαιρετικό “Whiplash”. Αυτή τη φορά ο Chazelle επιστρατεύει τους Ryan Gosling και Emma Stone, οι οποίοι ενσαρκώνουν αντίστοιχα έναν πιανίστα της τζαζ σκηνής και μια σερβιτόρα που φιλοδοξεί να γίνει ηθοποιός, τη στιγμή που ο έρωτας δεν θα αργήσει να τους χτυπήσει την πόρτα. Αρκεί, όμως, ο φτερωτός θεός για να κρατήσει κοντά τους δυο εραστές ή μήπως το κυνήγι μιας καριέρας στο λαμπερό -μα και πολλές φορές αδηφάγο- Λος Άντζελες φτάνει για να τους χωρίσει;

  • “Toni Erdmann”

%ce%bd%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%bf-2

Λίγοι θα περίμεναν πως η Γερμανίδα σκηνοθέτιδα Maren Ade και η ταινία της “Toni Erdmann” θα έφευγαν από το φετινό Φεστιβάλ των Καννών έχοντας κερδίσει μονάχα ένα βραβείο -αυτό της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Ταινιών Κινηματογράφου, από τη στιγμή που κοινό και κριτικοί είχαν παραληρήσει με την γλυκόπικρη ιστορία ενός πατέρα που κάνει κάτι παραπάνω από φιλότιμες προσπάθειες, έτσι ώστε να επανενωθεί με την επί χρόνια απομακρυσμένη καριερίστρια κόρη του. Θίγοντας θέματα κοινωνικά με ιδιαίτερα πρωτότυπο και σκηνοθετικά καίριο τρόπο, η Ade κατάφερε να συνδυάσει στην τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της πηγαίο συναίσθημα και σπιρτόζικο χιούμορ με απόλυτη επιτυχία, ισορροπώντας με χάρη ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, παραδίδοντάς μας ένα φιλμ για την οικογένεια, στο οποίο και θα αναφερόμαστε για χρόνια.

  • «Εκείνη»

%ce%bd%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%bf-2

Από το μιούζικαλ στη δραμεντί κι από τη δραμεντί σε ένα καταιγιστικό ψυχολογικό θρίλερ δια χειρός του εξ Ολλανδίας ορμώμενου Paul Verhoeven, ο οποίος αποτόλμησε για πρώτη φορά τη φετινή χρονιά να σκηνοθετήσει φιλμ στη γαλλική γλώσσα. Ο σκηνοθέτης του «Βασικού Ενστίκτου» επέλεξε να αποτυπώσει στην μεγάλη οθόνη μια μεταφορά της βραβευμένης νουβέλας του Philippe Djian με τίτλο “Oh…”, πραγματευόμενος την ιστορία μιας δυναμικής κι επιτυχημένης διευθύντριας εταιρίας βιντεοπαιχνιδιών, η οποία μετά τον βιασμό της από έναν άγνωστο μέσα στο ίδιο της το σπίτι θα επιδοθεί σε ένα λυσσαλέο κυνηγητό του θύτη της, με μοναδικούς της στόχους την εκδίκηση και την προσωπική της λύτρωση. Μια μοναδική Isabelle Huppert στον πρωταγωνιστικό ρόλο απογειώνει το «Εκείνη», το οποίο δεν έχει να κάνει σε καμία περίπτωση με τα κενά χολιγουντιανά φιλμ του ιδίου είδους, που αναλώνονται σε κλισέ εκφράσεις, μάτσο πρωταγωνιστές και φλύαρες σκηνές δράσεις, ακριβώς διότι πρόκειται για μια ταινία εξαιρετικής δυναμικής, μα και απαράμιλλης αισθητικής.

Κάπου εδώ το πρώτο μέρος του αφιερώματός μας ολοκληρώνεται κι εμείς υποσχόμαστε πως το δεύτερο θα ακολουθήσει λίαν συντόμως!

Καλές προβολές και καλό υπόλοιπο εορτών!

Και μια μικρή υποσημείωση: Μετά από έναν μαραθώνιο άρθρων η Ιωάννα μας παίρνει μια μικρή ανάσα, καθώς η υποφαινόμενη συντάκτρια αυτού εδώ του κειμένου αποφάσισε να επιστρέψει στο SRG, ως άλλη άσωτη θυγατέρα που επιστρέφει στην οικία της…