Νυχτερινό Δελτίο του Πέτρου Μάρκαρη

Άκουσα για πρώτη φορά το όνομα του κ. Μάρκαρη μερικά χρόνια πριν σε μια εκπομπή των Πρωταγωνιστών με θέμα την Χρυσή Αυγή. Ήταν 2012, ένα κόμμα με εθνικιστικά ιδεώδη είχε μπει πανηγυρικά στα έδρανα της Βουλής και όλοι απορούσαν από που ήρθε και τι θα γίνει με αυτό. Στην εκπομπή ακούστηκαν πολλές απόψεις, όλες ενδιαφέρουσες, άλλα ο λόγος του Μάρκαρη με μαγνήτισε. Δεν έλεγε κάτι που το άκουγα για πρώτη φορά, αλλά ήταν ο τρόπος και οι κατευθύνσεις του τέτοιες που ήταν πιο κοντά στην δική μου ιδιοσυγκρασία. Πολλά βιβλία του έχουν πέσει στα χέρια μου από τότε, αλλά μόλις φέτος κατάφερα να διαβάσω το πρώτο, αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω στην σημερινή ανάρτηση, το Νυχτερινό Δελτίο.

Ο Πέτρος Μάρκαρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1937. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Αυστρία και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα το 1964. Ένα μόλις χρόνο μετά εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το θεατρικό έργο Η ιστορία του Αλή Ρέτζο. Έχει εργαστεί ως σεναριογράφος θεατρικών και κινηματογραφικών έργων, μεταφραστής (μάλιστα, με διακρίσεις στον συγκεκριμένο τομέα) και έχει διατελέσει πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Το 1995 κυκλοφόρησε το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα, το Νυχτερινό Δελτίο, όπου μας γνώρισε με τον κεντρικό ήρωα των περιπετειών του, τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο. Έκτοτε, ακολούθησαν αρκετά αστυνομικά μυθιστορήματα και αρκετές συμμετοχές σε συλλογή έργα.

Δύο πτώματα Αλβανών βρίσκονται σε ένα φτωχικό σπίτι στο Ρέντη και ένοχος κρίνεται ένας συμπατριώτης των θυμάτων. Η υπόθεση ετοιμάζεται να κλείσει στα γραφεία της αστυνομικής διεύθυνσης, όταν μια δαιμόνια δημοσιογράφος βάζει φωτιές στον υπεύθυνος της υπόθεσης, τον αστυνόμο Χαρίτο. Ο Χαρίτος ξεκινάει την έρευνα από την αρχή, μα πριν κιόλας προλάβει να την ολοκληρώσει ενημερώνεται για έναν τρίτο φόνο, αυτόν της δημοσιογράφου. Η υπόθεση ξεκινάει δυναμικά και συνεχίζει περίπου έτσι μέχρι την μέση του βιβλίου. Έπειτα, οι παράλληλες ιστορίες μπλέκονται και μέχρι να λυθούν στο τέλος ο αναγνώστης βρίσκεται σε μια συνεχόμενη σύγχυση.

20170218_1401570

Για να είμαι ειλικρινής η πλοκή δεν με ενθουσίασε. Πιο συγκεκριμένα, την θεωρώ κάπως τραβηγμένη σε ορισμένα σημεία και αρκετά θολή σε μερικά άλλα. Αυτό όμως που μου έκανε την καλύτερη εντύπωση και είναι η κινητήριος δύναμη αυτής εδώ της ανάρτησης είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Κώστας Χαρίτος. Πρόκειται για έναν πενηντάρη οικογενειάρχη αστυνομικό, ο οποίος παρόλη την σαπίλα και την προχειρότητα που φέρει ο κλάδος του, θέλει να κάνει καλά την δουλειά του. Είναι πονηρός όσο πρέπει, τα λέει όπως πρέπει και δεν τρέφει αυταπάτες ούτε για την δουλειά ούτε για την οικογένεια του. Μέσω του ήρωα του ο Μάρκαρης μιλάει για την οικογένεια, τα σώματα ασφαλείας και την κοινωνία της δεκαετίας του ’90, η οποία ελάχιστα έχει αλλάξει από τότε. Πολλοί παρομοιάζουν τον Χαρίτο με τον σύγχρονο απόγονο του Μπέκα, αλλά έχοντας διαβάσει μονάχα ένα βιβλίο δεν μπορώ να εκφέρω άποψη. Σίγουρα οι δύο ήρωες έχουν σημαντικές ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές, ειδικά στο συγγραφικό πλαίσιο.

Το Νυχτερινό Δελτίο είναι ένα καλό βιβλίο στο σύνολό του. Είναι εύκολο ανάγνωσμα και το προτείνω στους λάτρεις του είδους, αλλά και σε όσους ψάχνουν ενδιαφέρουσες φωνές στην ελληνική γραμματεία.

Τα τρία επίπεδα της ζωής του Julian Barnes

Η μεγαλύτερη επιτυχία μιας ανάγνωσης είναι όταν γίνεται στην κατάλληλη στιγμή. Μέχρι τώρα έχω σταθεί τυχερή αρκετές φορές, πολλά τα βιβλία που διάβασα σε κατάλληλες στιγμές. Ακόμα όμως μεγαλύτερη επιτυχία είναι όταν κάθε βιβλίο του ίδιου συγγραφέα σε βρίσκει την κατάλληλη στιγμή και από τέτοιες επιτυχίες δεν έχω πολλά παραδείγματα, μονάχα αυτό του Julian Barnes. Ένα χρόνο μετά το Ένα κάποιο τέλος, διάβασα επιτέλους Τα τρία επίπεδα της ζωής, ένα μικρό μεγάλο βιβλίο.

Ο Julian Barnes γεννήθηκε στην Αγγλία το 1946 και σπούδασε στο City of London School. Μετά την αποφοίτησή του δούλεψε σαν λεξικογράφος στο Oxford English Dictionary, ενώ λίγο αργότερα άρχισε να εργάζεται σαν κριτικός λογοτεχνίας και τηλεόρασης σε διάφορα έντυπα. Στα γράμματα εμφανίστηκε το ΄80 και από τότε έχει εκδόσει αρκετά μυθιστορήματα και συλλογές δοκιμίων. Τα Tρία επίπεδα της ζωής το 2013 και ανήκουν στο είδος των απομνημονευμάτων, αν και από τις πρώτες σελίδες δεν γίνεται αντιληπτό.

«Χάνεις, λοιπόν, τον κόσμο ολόκληρο για μια ματιά; Ασφαλώς και τον χάνεις. Γι’ αυτό υπάρχει άλλωστε ο κόσμος· για να τον χάνεις κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες.»

Τα τρία επίπεδα της ζωής είναι ένα μυθιστόρημα χωρισμένο σε τρία μέρη, φαινομενικά άσχετα το ένα με το άλλο. Η πρώτη ιστορία μας μιλά για αερόστατα, η δεύτερη για μποέμ έρωτες και η τρίτη για τον θάνατο της συζύγου του συγγραφέα και όσα ακολούθησαν αυτού. Τίποτα δεν είναι άσχετο όπως μεταξύ τους. Κάθε σχέση είναι ένα αερόστατο, το ύψος της πτήσης είναι όσα διογκώνουν την σχέση και φυσικά η λήξη αυτής είναι το μόνο βέβαιο, είτε μιλάμε για εναέριες βόλτες είτε για επίγειες σχέσεις. Αυτά και άλλα τόσα. Ένα μικρό βιβλίο, μόλις εκατών κάτι σελίδων, που κουβαλά μέσα του ένα απύθμενο βάθος.

IMG_2908.JPG

«Ζούμε στην επιφάνεια, στη γη, κι όμως –γι’ αυτό– οι βλέψεις μας είναι υψιπετείς. Ενώ σερνόμαστε στο έδαφος, απλώνουμε καμιά φορά το χέρι ψηλά φτάνοντας μέχρι τους θεούς. Μερικοί πετούν στον ουρανό με την τέχνη, άλλοι με τη θρησκεία· οι περισσότεροι τον έρωτα. Όταν όμως πετάς ψηλά, μπορεί και να τσακιστείς. Λίγες είναι οι ομαλές προσγειώσεις. Μπορεί να βρεθείς να σκας στο έδαφος με ορμή που τσακίζει κόκαλα ή να σε παρασύρει ο σιδηρόδρομος σε ράγες ξένης χώρας. Κάθε ερωτική ιστορία είναι εν δυνάμει μια ιστορία ψυχικής οδύνης. Κι αν όχι στην αρχή, τότε αργότερα. Κι αν όχι για τον ένα, τότε για τον άλλο. Μερικές φορές και για τους δύο.»

Ο λόγος του Barnes στην αρχή φαίνεται ουδέτερος, στα όρια του αδιάφορου, και συνεχίζει φορτώνοντας συναισθηματισμό μέχρι την τελική ιστορία. Για αυτή την τελική ιστορία, την προσωπική του συγγραφέα, θα ήθελα να μιλήσω λίγο παραπάνω. Αλλά όποια λόγια και αν πεις μπροστά στην μαύρη τρύπα της απώλειας θα χαθούν. Είναι ήδη σχεδιασμένο από καταβολής κόσμου και αυτό δεν θα αλλάξει.

«Δεν πιστεύω ότι θα την ξαναδώ ποτέ. Δεν θα την ξαναδώ, δεν θα την ξανακούσω, δεν θα την αγγίξω, δεν θα την αγκαλιάσω, δεν θα προσέξω αυτά που μου λέει και δεν θα γελάσω με αυτά που μου λέει· δεν θα στήσω ποτέ ξανά αυτί για να ακούσω τα βήματά της, δεν θα χαμογελάσω στο άκουσμα της εξώπορτας που ανοίγει, δεν θα κουρνιάσω στο κορμί της, ούτε αυτή στο δικό μου. Δεν πιστεύω επίσης ότι θα ξαναβρεθούμε με κάποια άυλη μορφή. Πιστεύω ότι ο νεκρός είναι νεκρός. Κάποιοι θεωρούν τη θλίψη σαν ένα είδος βίαιου αν και δικαιολογημένου οικτιρμού του ίδιου του εαυτού· κάποιοι άλλοι ότι πρόκειται απλώς για την αντανάκλαση ενός ανθρώπου στα μάτια του θανάτου· άλλοι πάλι λένε ότι λυπούνται αυτόν που επέζησε, γιατί αυτός περνάει το ζόρι, ενώ ο αγαπημένος νεκρός δεν υποφέρει πια. Οι προσεγγίσεις αυτού του είδους επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πένθος αποδυναμώνοντάς το – το ίδιο κάνουν και με τον θάνατο. Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος του πένθους μου απευθύνεται σε εμένα τον ίδιο –κοίτα τι έχασα, κοίτα πώς μίκρυνε η ζωή μου–, το μεγαλύτερο μέρος όμως, το πολύ μεγαλύτερο, έχει να κάνει από την αρχή με εκείνη: κοίτα τι έχασε τώρα που έχασε τη ζωή της. Τώρα που έχασε το σώμα της, το πνεύμα της, την ακτινοβόλα περιέργειά της για τα πράγματα της ζωής. Μερικές φορές μου φαίνεται σαν ο μεγαλύτερος χαμένος, ο πραγματικά αποστερημένος, να είναι η ίδια η ζωή, γιατί δεν αποτελεί πια αντικείμενο της ακτινοβόλας περιέργειάς της.»

Όπως και στο Ένα κάποιο τέλος, ο συγγραφέας παίζει πάλι με τον αθέατο μίτο ενός νοήματος που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακολουθήσει πολλές φορές ασυναίσθητα στη ζωή μας. Βρίσκω λοιπόν φυσιολογικό το γεγονός ότι σε πολλούς δεν έκανε εντύπωση αυτό το βιβλίο. Στην εποχή που ζούμε, εξάλλου, τα περισσότερα από όσα νιώθουμε ή βιώνουμε έχουν πάψει να μας κάνουν εντύπωση, ακόμα και η τόσο ανθρώπινη-απάνθρωπηθέα του θανάτου.

Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου

Είσαι στο φανάρι, περιμένεις να ανάψει πράσινο για να πατήσεις γκάζι και να πας επιτέλους σπίτι σου και ξαφνικά χάνεις το φως σου. Όλα γύρω σου σκοτεινιάζουν και εσύ συνειδητοποιείς, φυσικά με τον πιο άσχημο τρόπο, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Τα μάτια σου ήταν η ζωή σου. Τι κάνεις τώρα λοιπόν; Κάπως έτσι ξεκινάει το βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου με τίτλο Περί τυφλότητος, αλλά δεν μένει εκεί. Το μυθιστόρημα κοιτάει, χωρίς στην ουσία να βλέπει, πέρα από τις αισθήσεις που χάθηκαν και αποδεικνύει με τον πιο εύστοχο τρόπο ότι η οργανική τύφλωση δεν είναι τίποτα μπροστά στην συνειδησιακή.

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 σε ένα χωριό έξω από την Λισσαβώνα. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας του δεν του επέτρεψε να φοιτήσει σε κλασικό γυμνάσιο, για αυτό παρακολούθησε μαθήματα σε τεχνικό. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε σε αρκετά τεχνικά επαγγέλματα μέχρι τελικά να καθιερωθεί στο χώρο των γραμμάτων. Εκτός από το λογοτεχνικό του έργο, έχει γράψει ποιήματα, σενάρια, έχει εργαστεί για χρόνια ως δημοσιογράφος και το 1998 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Έφυγε από την ζωή τον Ιούνιο του 2010 σε ηλικία 87 ετών. Το Περί Τυφλότητος εκδόθηκε το 1995 και αποτελεί μια αλληγορία γύρω από την όραση και την τύφλωση, δύο ενέργειες -και όχι αισθήσεις- τόσο περιοριστικές όσο και απεριόριστες ταυτοχρόνως.

Πώς είναι ο κόσμος, είχε ρωτήσει ο γέρος με την μαύρη καλύπτρα, κι η γυναίκα του γιατρού απάντησε, Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, ανάμεσα στους λίγους και τους πολλούς, ανάμεσα σε αυτό που ζούμε κι αυτό που έχουμε μπροστά μας για να ζήσουμε, Κι οι άνθρωποι πως είναι, ρώτησε η κοπέλα με τα μαύρα γυαλιά, Είναι σαν φαντάσματα, έτσι πρέπει να νιώθει ένα φάντασμα, να έχει τη βεβαιότητα ότι η ζωή υπάρχει, γιατί έτσι λένε οι τέσσερις αισθήσεις, αλλά να μην μπορεί να την δει, Έχει πολλά αυτοκίνητα εδώ γύρω, ρώτησε ο πρώτος τυφλός, που δεν μπορεί να ξεχάσει ότι του έκλεψαν το δικό του, Είναι σωστό νεκροταφείο. Ούτε ο γιατρός ούτε η γυναίκα του πρώτου τυφλού έκαναν ερωτήσεις, για ποιο λόγο, αφού οι απαντήσεις θα ήταν ανάλογες με τούτες. Το αγοράκι με τον στραβισμό είναι ικανοποιημένο που φοράει τα παπούτσια που πάντα ονειρευόταν, και δεν καταφέρνει να τον λυπήσει καν το γεγονός ότι δεν τα βλέπει. Ίσως για αυτό εκείνο δεν μοιάζει με φάντασμα. Κι άλλο τόσο θα ήταν άδικο να αποκαλέσουμε ύαινα το σκύλο με τα δάκρυα που ακολουθεί τη γυναίκα του γιατρού, αντί να παίρνει στο κατόπι την νεκρή σάρκα, συνοδεύει κάτι μάτια που το ξέρει καλά πως είναι ζωντανά.

Όλα κυλούν όπως πρέπει, όταν μια ωραία πρωία (μεσημέρι ήταν) ξεσπάει ένα αιφνίδιο κύμα τύφλωσης. Οι άνθρωποι χάνουν το φως τους κυριολεκτικά παντού, όταν οδηγούν, όταν μαγειρεύουν, όταν κάνουν έρωτα. Τα περιστατικά είναι όλο και περισσότερα, ενώ τα αίτια ανεξήγητα. Η Κυβέρνηση αποφασίζει να χωρίσει τους τυφλούς από τους όσους ακόμα βλέπουν και τους τοποθετεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι Τυφλοί, μόνοι και αβοήθητοι πλέον, φτιάχνουν την δικιά τους κοινότητα με τους δικούς τους άγραφους κανόνες. Μια κοινότητα των τεσσάρων αισθήσεων που δεν αργεί να καταρρεύσει και να τους πλακώσει. Ανάμεσα τους όμως βρίσκεται μια γυναίκα, η γυναίκα του Γιατρού, που ακόμα βλέπει.

IMG_2519.JPG

Εγκρίνει και ο Πίου!

Όλοι, λίγο πολύ, μπορούμε να σκεφτόμαστε τι θα γινόταν σε έναν κόσμο τυφλών, ακόμα και αν δεν θέλουμε να το κάνουμε. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι η οργανική τύφλωση αυτό που θα μετατρέψει την ζωή μας σε κολαστήριο, αλλά η ίδια μας η αδυναμία να δούμε πέρα από αυτή, να κατανοήσουμε την ανάγκη να παραμείνουμε άνθρωποι και χωρίς τα μάτια μας. Αυτό προσπαθεί να μας πει ο Σαραμάγκου, ή μάλλον καλύτερα και αυτό προσπαθεί να μας πει.

Το περί τυφλότητας είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Όχι τόσο για την αλληγορία που το μονοπωλεί, όσο γενικότερα για το σύνολό του. Στο παραπάνω απόσπασμα είναι φανερές οι ιδιαιτερότητες της πένας του Σαραμάγκου. Προτάσεις με μεγάλη έκταση, απουσία σημείων στίξεων, γραφή σχεδόν γραφειοκρατική (όπως είχε επισημάνει και η Τζο). Στοιχεία δηλαδή που επιδρούν σε βάθος μαζί με την θεματολογία του έργου στον αναγνώστη. Ένα ακόμα στοιχείο που μου άρεσε πολύ είναι η έλλειψη ονομάτων. Σε ένα κόσμο τυφλών το όνομα παίζει μεγάλο ρόλο, θα αναρωτηθεί κανείς. Αλλά ο Σαραμάγκου δεν μασάει από τέτοια. Οι πρωταγωνιστές του έχουν χαρακτήρα και δεν χρειάζονται τα ονόματα για να ξεχωρίσουν.

Κάποτε ένας φίλος μου είπε ότι το όνομα είναι η πρώτη κοινωνική σύμβαση που κάνουμε, έστω και εν αγνοία μας, από εκεί και έπειτα, είπε, έρχεται το χάος. Δεν ξέρω αν είχε δίκιο. Το μόνο που ξέρω είναι ότι το χάος έρχεται με πολύ λιγότερα από ένα απλό όνομα, χρειάζεται μονάχα την παραδοχή του (σου).

Λίγη Ζωή της Hanya Yanagihara

Δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι πολωμένες βαθμολογίες και οι κριτικές που μάλλον θύμιζαν περισσότερο φορτισμένες συναισθηματικά εξομολογήσεις. Κάτι το καλό promotion από τις εκδόσεις, κάτι η φυσική μου κλήση προς το κλαίειν, αποφάσισα να το πάρω. Καλά να πάθω!

Hanya Yanagihara γεννήθηκε το 1974 στην Καλιφόρνια, μεγάλωσε όμως στην Χαβάι, την οποία και θεωρεί πατρίδα της. Είναι αρθρογράφος και συγγραφέας και η Λίγη Ζωή είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της.

IMG_2873.JPG

Η ιστορία είναι -πλέον- γνωστή. Τέσσερις φίλοι προσπαθούν να στρώσουν την ζωή τους στη Νέα Υόρκη. Ο ανώριμος Τζέι Μπι, ο μπερδεμένος αλλά καλόκαρδος Μάλκομ, ο όμορφος Γουίλεμ και ο συνεσταλμένος Τζουντ παλεύουν με το μέλλον μπροστά τους και με το παρελθόν πίσω τους. Μονάχα που ο Τζουντ δεν μιλάει ποτέ για το παρελθόν. Δεν αναφέρει ποτέ την οικογένεια του. Σωπά όταν τον ρωτούν που μεγάλωσε. Τραβιέται όταν πάνε να τον αγκαλιάσουν. Είναι εκεί μαζί τους, αλλά ένα κομμάτι του λείπει ηθελημένα. Μεγαλώνοντας η κατάσταση μεταξύ των τεσσάρων φίλων αλλάζει. Η παρέα σπάει στην καθημερινότητα. Ο πυρήνας του Τζουντ και του Γουίλεμ όμως παραμένει ακέραιος και δυναμώνει με τον καιρό. Ο ένας έχει τον άλλον ανάγκη για να συνεχίσει. Ο ένας διώχνει τα φαντάσματα του άλλου.

Ολόκληρη η ιστορία γυρνάει σαν γαϊτανάκι γύρω από το παρελθόν του Τζουντ. Το τραγικό παρελθόν ενός παιδιού που πέρασε δια πυρός και σιδήρου και κατάφερε, αν και όχι αλώβητο, να σταθεί στα πόδια του και να συνεχίσει την ζωή του. Όλα αυτά τα μαθαίνουμε σε αναδρομικά κομμάτια, που σπάνε την αφήγηση και δίνουν -ένα κάποιο- σασπένς στην όλη ιστορία. Ένα αρκετά δυνατό χαρακτηριστικό του βιβλίου επίσης είναι και η ψυχογραφηση των ηρώων. Η Γιαναγκιχαρα έχει φτιάξει ολοκληρωμένος χαρακτήρες με υπόσταση και ψυχή. Τα προβλήματα όμως ξεκινούν όταν η ίδια πρέπει να διαχειριστεί αυτούς τους ήρωες.

Πέρα από την ψυχογραφηση και την πολλά υποσχόμενη αρχή του έργου, η πλοκή είναι βουτηγμένη -μην πω πνιγμένη- στην υπερβολή. Ακόμα και οποία καλά στοιχεία είχε, ή τέλος πάντων όσα σε μένα φάνηκαν καλά, πνίγηκαν στο τσουνάμι της υπερβολής. Ρε παιδιά, δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα και έλεγα δεν μπορεί, έχει κι άλλο; Και φτάνω στο τελευταίο μέρος πεπεισμένη πια ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να με εκπλήξει. Και μαντέψτε: υπήρξε! Όλος αυτός ο συμπιεσμένος πόνος φάνταζε πλαστός από ένα σημείο και έπειτα. Σαν κακοστημένη εξομολόγηση σε πανελ του Μικρούτσικου ένα πράγμα.

Υπήρχαν και άλλα δεδομένα που δεν μου κολλούσαν στο βιβλίο βέβαια. Δευτερεύοντα μεν, αλλά δεν θα γλυτώσουν την αναφορά δε. Πρώτο και σημαντικότερο, η ομοφυλοφιλία και ο ανώριμος τρόπος που παρουσιάζεται. Εκτός από το δίδυμο Τζουντ-Γουίλεμ, η Γιαναγκιχαρα σκορπά καθ’όλη την έκταση του μυθιστορήματος ομοφυλόφιλους χαρακτήρες απλόχερα. Μπορεί η κοινωνία της Νέας Υόρκης να παρουσιάζεται τόσο προοδευτική και γαμάτη και πραγματικά εύχομαι να ήταν όλες οι κοινωνίες του κόσμου έτσι, να μπορούσες ελεύθερα να είσαι αυτός που νιώθεις ότι είσαι χωρίς περιορισμούς και λογοκρισία, αλλά μου χτυπάει κάπως περίεργα που σχεδόν οι μισοί χαρακτήρες του έργου ήταν ή υπήρξαν κατά διαστήματα ομοφυλόφιλοι. Άλλη μια υπερβολή; Πιθανό. Μια κοινωνική πραγματικότητα που δεν είμαι σε θέση να διαβεβαιώσω; Επίσης, πιθανό. Εγώ όμως το βλέπω περισσότερο σαν ένας πλάγιος αλλά σίγουρος δρόμος πωλήσεων. Και υπογραμμίζω ξανά: δεν έχω κανένα πρόβλημα με την ομοφυλοφιλία, αλλά με τον τρόπο που την χρησιμοποιεί η συγγραφέας.
Δεύτερον, πως είναι δυνατόν να μιλάμε για μια τόση δυνατή φιλία, με τόσο γερά θεμέλια και μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα, όταν οι μέτοχοι αυτής αγνοούν στοιχεία και κομμάτια του ενός «φίλου», δεν αναγνωρίζουν τις αδυναμίες και τις τάσεις αυτοκαταστροφής του και μένουν άπραγοι μπροστά στην διάθεση αυτοτραυματισμού του. Ξέρω πως πολλοί δεν θα συμφωνήσουν μαζί μου σε αυτό το σημείο. Παρόλα αυτά, μέχρι σχεδόν την μέση του βιβλίου δεν είδα και καμία χειροπιαστή απόδειξη της φιλίας των τεσσάρων. Μου έδωσαν την εντύπωση ότι συγκυριακά έμεναν ενωμένοι και η αγάπη τους ήταν αρκετά εύθραυστη.

Πραγματικά ήθελα να μου αρέσει αυτό το βιβλίο. Ήθελα να με αγγίξει, να κλάψω, να το αγαπήσω. Φάνταζε όμως τόσο πλαστό στα μάτια μου, που τελικά το αντιπάθησα. Μάλλον έτσι εξηγούνται οι πολωμένες βαθμολογίες που ανέφερα στον πρόλογο.

Δεν συνηθίζω να προτείνω βιβλία που δεν μου άρεσαν και δεν θα το κάνω ούτε και τώρα. Το βιβλίο είναι δίκοπο μαχαίρι και εγώ αθώους δεν παίρνω στον λαιμό μου. Διαβάστε το, μην το διαβάσετε, το ίδιο μου κάνει. Αν θέλετε να κλάψετε πάντως ακούστε καλύτερα το Lonely Day των System of a down. Όσο να πεις είναι 900 σελίδες ελαφρύτερο.

Στον Δρόμο του Jack Kerouac

«Τι είναι αυτό το συναίσθημα που σας σφίγγει όταν φεύγετε με τ’αμάξι αφήνοντας πίσω σας ανθρώπους που τους βλέπετε να μικραίνουν μέσα στη πεδιάδα μέχρι που τελικά εξαφανίζονται; Είναι ο απέραντος δρόμος που μας βαραίνει κι είναι ο αποχαιρετισμός.»

Από την εφηβεία μου γυροφέρνω αυτό το βιβλίο και όλο το αναβάλω. Όλοι οι γνωστοί και φίλοι (με μοναδική εξαίρεση τον πατέρα μου και έναν πολύ καλό μου φίλο) είχαν παράπονα από το βιβλίο. Το παρατούσαν στη μέση, δυσκολεύονταν, έβρισκαν ανούσιο το θέμα του. Τους καταλαβαίνω. Η γραφή δεν είναι εύκολη και το θέμα του επαναλαμβάνεται από ένα σημείο και μετά. Σε κάποια σημεία είναι κουραστικό, ενώ σε κάποια άλλα είναι έτσι δοσμένη η αφήγηση που χάνεσαι. Πολλά ονόματα, πολλοί τόποι, πολλοί δρόμοι. Κι όμως. Το σπουδαίο με αυτό το βιβλίο είναι ότι οι ίδιοι λόγοι που μπορεί να σε κουράσουν μπορεί να σε κάνουν και να το λατρέψεις. Εγώ το λάτρεψα.

«Αλλά τότε πήγαιναν χορεύοντας μέσα στους δρόμους σαν τρελοί και σερνόμουν από πίσω τους όπως κάνω σε όλη μου τη ζωή για ανθρώπους που μ΄ ενδιαφέρουν, γιατί οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που είναι τρελοί για ζωή, τρελοί για κουβέντα, τρελοί να σωθούν, που θέλουν να τα χαρούν όλα μέσα σε μία και μόνο στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται, ή λένε ένα κοινότοπο πράγμα, αλλά που καίγονται, καίγονται όμοιοι με τις κίτρινες μυθικές φωτιές των ρωμαϊκών πυρσών, εκπυρσοκροτώντας σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στ’ άστρα…»

Αυτά είναι τα λόγια του Σαλ, του πρωταγωνιστή μας, ο οποίος με παρέα ή χωρίς οργώνει όλη τη χώρα με αμάξι. Το βιβλίο δεν έχει υπόθεση, είναι μονάχα οι περιπέτειες στις πόλεις που συναντά, τους ανθρώπους που γνωρίζει και τα ευτράπελα στα οποία μπλέκεται. Πότε οτοστόπερ και πότε συνοδηγός του φίλου του, Ντην, ο Σαλ εξερευνά τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα σε μία χώρα που όσο μεγάλη και αν φαίνεται δεν τον χωράει. Ερωτεύεται, πίνει, μιλάει για βιβλία που του αρέσουν, γράφει, ζητάει δανεικά για να μπορεί να συνεχίσει και συνεχίζει. Είναι ωραίος τύπος ο Σαλ, γιατί έχει συνειδητοποιήσει κάτι που εμείς έχουμε ξεχάσει πια. Ο δρόμος είναι η ζωή.

Ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι ένα μανιφέστο γύρω από την ελευθερία, από την ανάγκη του ανθρώπου να το σκάσει από τους τοίχους που τον πνίγουν και να βρεθεί στους ανοιχτούς χώρους και τις ανοιχτές αγκαλιές που πρέπει να βρίσκεται. Ο Κέρουακ στα λέει όλα αυτά δίχως φαμφάρες και μελοδραματισμούς. Σου δείχνει απλά την ζωή και σε καλεί να προχωρήσεις στον δικό σου δρόμο είτε είναι ο Route 66 είτε η Εγνατία Οδός (την πέταξα την σαχλαμάρα μου δεν κρατήθηκα!).

Είναι όμως, όπως είπα και στην αρχή, ένα δύσκολο βιβλίο. Όχι σαφώς από νοηματική άποψη, αλλά από την θεματολογία και την εκτέλεση του. Θέλεις χρόνο για να χωνέψεις τον ποιητικό αλλά και χειμαρρώδη λόγο του Κέρουακ και σίγουρα μετά το δεύτερο road trip θες να δεις και κάτι άλλο στην πλοκή. Παρόλα αυτά, αξίζει σίγουρα να διαβαστεί. Δεν αποτελεί αυθαίρετα το ευαγγέλιο της beat generation και ούτε πρόκειται για μύθο η επιρροή αυτού του έργου σε μια ολόκληρη γενιά. Τείνω να πιστεύω μάλιστα πως αν και η δική μου γενιά είχε τέτοιες (λογοτεχνικές και μη) επιρροές θα ήταν πολύ καλύτερη.

Θα κλείσω αυτή την ανάρτηση γνωρίζοντας ότι σας χρωστάω δύο λόγια για τον συγγραφέα (κατα πως φαίνεται βέβαια θα ασχοληθούμε μαζί του εκτενέστερα τον επόμενο καιρό) και παραθέτοντας ένα ακόμα απόσπασμα από το τελευταίο μέρος του βιβλίου στο οποίο ο Κέρουακ σχολιάζει τους Ινδιάνους του Μεξικό, μια ακόμα μειονότητα που υποφέρει κάτω από τον πολιτειακό ζυγό αιώνες τώρα και περιμένει καρτερικά την δικαίωσή του.

«Αυτοί οι άνθρωποι ήταν αναμφίβολα Ινδιάνοι και δεν είχαν τίποτα κοινό με τους Πέντρος και τους Πάντσος του ηλίθιου φολκλόρ της εκπολιτισμένης Αμερικής – έχουν εξογκωμένα μήλα και σχιστά μάτια και υπερβολικά γλυκούς τρόπους· δεν ήταν τρελοί, δεν ήταν καραγκιόζηδες· ήταν Ινδιάνοι γεμάτοι μεγαλείο και σοβαρότητα, ήταν η πηγή του ανθρώπινου είδους και οι πατέρες του. Η θάλασσα είναι κινέζικη, μα η γη ινδιάνικη. Ακλόνητοι όπως οι βράχοι στην έρημο, είναι και αυτοί μέσα στην έρημο της <<ιστορίας>>. Και το γνωρίζουν αυτό καθώς εμείς περνούμε, σαν ψηλομύτες, λεφτάδες και ατομιστές Αμερικάνοι που έρχονται να γλεντήσουν στα χώματά τους· ήξεραν ποιος είναι ο πατέρας και ποιος ο γιός της παμπάλαιας ζωής πάνω σε αυτή τη γη και απέφευγαν κάθε είδους σχόλιο.»

2017-01-09 06.32.39 2.jpg

Τα δέκα αγαπημένα βιβλία της χρονιάς

Εύχομαι να είστε όλοι κάπου ζεστά, με πολλά μελομακάρονα και ένα γατί να γουργουρίζει στα πόδια σας. Σήμερα αποφάσισα να κάνω μια ακόμα λίστα, αυτή την φορά με τα αγαπημένα βιβλία της χρονιάς. Σας έχω πάρει μονότερμα με τα βιβλία τον τελευταίο καιρό, αλλά υπόσχομαι πως θα ακολουθήσει ανάλογο ποστ και για ταινίες. Το δυστύχημα βέβαια είναι ότι θα γράψω και για αυτό εγώ!

*Το τοπ 10 δεν θα είναι αριθμημένο, μιας που κάτι τέτοιο θα ήταν πραγματικά δυσβάσταχτο, και φυσικά δεν θα περιλαμβάνει μονάχα βιβλία που έχουν εκδοθεί φέτος.

2016-12-24 02.35.36 1.jpg

Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ

Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που έπιασε αυτό το βιβλίο στα χέρια του και δεν το αγάπησε! Η ιστορία του Αντριά έχει χαρακτηριστεί ως το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς και όχι άδικα. Επιπλέον, με το Confiteor ξεκινήσαμε μια πρωτότυπη αλυσίδα ανάγνωσης. Το αντίτυπο μου έχει περάσει μέχρι στιγμής από αρκετά χέρια και ελπίζω να έχει αγγίξει και αρκετές ψυχές. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε σε παλαιότερη κριτική.

Γιούγκερμαν του Κ. Μ. Καραγάτση

Έχετε βαρεθεί να ακούτε/να διαβάζετε πόσο πολύ αγαπώ τον Καραγάτση. Θα με ανεχτείτε για ακόμα μια φορά, γιατί δεν θα μπορούσε να υπάρχει λίστα αγαπημένων χωρίς αυτή τη βιβλιάρα. Ο Γιούγκερμαν, τον οποίο τίμησα δύο φορές φέτος, είναι ένα σύγχρονο έπος. Οι χαρακτήρες, η πλοκή, η γλώσσα, όλα είναι ερωτεύσιμα σε αυτό το έργο ζωής. Ακόμα και οι ιστορίες αγάπης που σκαρφίζεται ο Καραγάτσης είναι υπέρτατες. Να το διαβάσετε, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, και αν το έχετε κάνει, να το ξαναδιαβάσετε!

Η γραμμή του ορίζοντος του Χρήστου Βακαλόπουλου

Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Kυψέλη, η Eλλάδα και ο πλανήτης Γη. Και αν υπήρχαν μονάχα τρία βιβλία στον κόσμο, η Γραμμή του Ορίζοντος θα ήταν ένα από αυτά. Δεν ξέρω γιατί με άγγιξε τόσο πολύ αυτό το βιβλίο. Ήταν το ύφος, η θεματολογία, οι ιδέες; Δεν ξέρω. Ίσως φταίει ότι το διάβασα σε μια ιδιαίτερη περίοδο που ήθελα να αγκιστρωθώ κάπου. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, ο Χρήστος μου μίλησε .

Η Καρδερίνα της Donna Tartt

Στο συγκεκριμένο βιβλίο αξίζει μια μεμονωμένη κριτική, αλλά για την ώρα δεν έχω ούτε το χρόνο ούτε έμπνευση και σίγουρα χρειάζεσαι έμπνευση για να γράψεις για ένα τόσο υπέροχο βιβλίο. Σε 989 σελίδες η Tartt αναφέρει τρεις φορές τους Velvet Underground και σε ένα σημείο παραθέτει και έναν στίχο από το εμβληματικό After Hours. Πολύ θέλω να ερωτευτώ αυτό το βιβλίο; Πέρα από τους V. U. όμως, που μπορεί κάποιος από εσάς κακώς να μην τους ακούσει, το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί. Χθες!

Χορείες Χώρων του Georges Perec

Αχ αυτός ο τρελός υπέροχος τύπος και όσα τρελά υπέροχα γράφει! Για να καταλάβετε ο εναλλακτικός τίτλος του βιβλίου θα μπορούσε να είναι Πως να βρεθείς από το κρεβάτι σου στην άκρη του σύμπαντος. Και όμως γίνεται, απλά, μέσα σε 100 σελίδες.

Τα Άνθη του Κακού του Charles Baudelaire

Χάρη σε ένα πανεπιστημιακό μάθημα που παρακολουθούσα φέτος ήρθα ακόμα κοντά με την ποίηση του Baudelaire. Είδα πως έβλεπε τον κόσμο (και) αυτός ο θεότρελος τύπος και πως μπορεί να δουλέψει ένας μεταφραστής πάνω σε αυτό. Θα ήταν άδικο μετά από τόσους μήνες να μην σας προτείνω την τελευταία μετάφραση του Σημηριώτη από τις εκδόσεις Γράμματα.

Τα ποιήματα του Charles Bukowski

Τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα και κάτι μου λέει πως θα τα ξαναδιαβάσω και πάλι, αυτή τη φορά ελπίζω στη μετάφραση ενός φίλου. Ότι κι αν πιστεύουν οι άλλοι για τον Πορνόγερο του βρόμικου ρεαλισμού, εμένα η γνώμη μου δεν θα αλλάξει ποτέ. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες όλων των εποχών για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ήθελε να γίνει ποτέ κάτι τέτοιο. Εντάξει, και γιατί έγραψε ένα μυθικό ποίημα για μια Jane. Όλα για μια Jane γίνονται στο κάτω κάτω…

Το Απομυθοποιημένο Τέρας του Άκη Χανδρινού

«Έτσι εξακολουθείς να συμβαδίζεις με τα αναπάντητα ερωτήματα να σέρνονται σκιές μαζί με την σκιά σου, έτσι που ο εαυτός σου να μην είναι παρά μια βασανισμένη συνείδηση μέσα σ’ ένα άρρωστο κορμί. Και καταντάει το αύριο σαν αύριο να μη μοιάζει όπως λέει και ο ποιητής.. Αυτές οι πολυβιωμένες εμπειρίες σκοτώνουν σιγά σιγά την ευαισθησία που τόσο πολύ βασανίστηκες για να διατηρήσεις μέσα στην καθημερινή σου κόλαση. Και δεν υπάρχει πια ελπίδα για επικοινωνία. Και η ροκ σου συνείδηση γίνεται μια πικρή ρεμπέτικη απομόνωση. Η νομοτέλεια είναι μια σύμβαση του νόμου με τη ζωή μας. Είμαι ένας ευτυχισμένος δυστυχής, ή απερίφραστα είμαι ένας μαζοχιστής. Όταν εξιδανικεύεις κάτι με την φαντασία σου είναι σα να μισείς την πραγματικότητα.» 

Νομίζω ότι όλα μου τα επιχειρήματά μου μπορούν να δοθούν στο παραπάνω απόσπασμα. Ξέρω πως δεν μπορείτε να βρείτε το βιβλίο στο εμπόριο, υπόσχομαι όμως από την νέα χρονιά να ανεβάζω αραιά και που κομμάτια από αυτό το 30ασέλιδο σουρεαλιστικό συντριβάνι.

Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ του D. H. Lawrence

Άλλη μια συνειδητή επανάληψη εκ μέρους μου, αλλά τι να κάνω; Απολογισμός είναι αυτός, άδικο θα ήταν να μην βρίσκεται εδώ αυτό το βιβλίο. Έχουν περάσει μήνες από την τελευταία φορά που το διάβασα, αλλά ακόμα θυμάμαι αυτολεξεί σχεδόν την περιγραφή όπου η Κονστάνς έκλαιγε δίπλα στους φασιανούς. Προσωπικά σε αυτή τη μικρή στιγμή εγώ είδα την μεγάλη στιγμή της ύπαρξης. Το δικαίωμα να αγγίξει μια γυναίκα κάτι τόσο κοντινό όσο και μακρινό, την μητρότητα. Τι σας λέω χρονιάρες μέρες και εγώ ε;

Οι Μεγάλες Προσδοκίες του Charles Dickens

Ξέρω ότι στην τελευταία θέση μπορεί να περιμένατε κάτι πιο σύγχρονο, αλλά δυστυχώς δεν θα σας κάνω το χατίρι. Οι Μεγάλες Προσδοκίες είναι ίσως το τελευταίο βιβλίο της χρονιάς που διαβάζω και δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο τρόπο να κλείσω αυτό τον κύκλο. Το διάβασα πρώτη φορά πριν από εφτά χρόνια και άθελά του, ή μάλλον καλύτερα, άθελά μου σημάδεψε μια πολύ ιδιαίτερη περίοδο για μένα. Με τις Μεγάλες Προσδοκίες αποχαιρέτησα για πάντα έναν άνθρωπο, καλωσόρισα έναν άλλον και υποδέχθηκα και τον ίδιο μου τον εαυτό σε μια νέα τάξη πραγμάτων που κρατάει εώς σήμερα. Τέλος, με την δεύτερη αυτή ανάγνωση κατάλαβα πόσο μέσα μου είχε διεισδύσει αυτό το βιβλίο, πόσο με είχε αγγίξει και πόσο επηρέασε τις μετ έπειτα επιλογές μου. Γοητευτικά τρομακτικό, όχι το βιβλίο, αυτό που μου συνέβει με το βιβλίο!

Πάλι παραείπα πολλά, πάλι το άρθρο βγήκε μεγάλο και πάλι γκρινιάζω. Τι να κάνουμε! Σας εύχομαι να περάσετε καλά Χριστούγεννα με αυτούς που σας αγαπάνε και κυρίως με αυτούς που αγαπάτε εσείς!

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Guenassia

Μπορείς να προσπαθήσεις να ξεφύγεις από την πραγματικότητα, να κοροιδέψεις τον περίγυρό σου, να κρυφτείς πίσω από το προσωπείο της αρετής, να στρουθοκαμηλίσεις, να επινοήσεις δικαιολογίες και προσχήματα, να ξεγλιστρήσεις και να κάνεις πίσω• το μέλλον εξαρτάται από την ικανότητά σου να ελίσσεσαι και η ευτυχία απ΄την ικανότητά σου να λουφάζεις. Όμως η αλήθεια γυρίζει πάντα μπούμερανγκ. Αρνείσαι να το βάλεις στα πόδια και βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού. Αν δεν πηδήξεις πρέπει να πληρώσεις το τίμημα.

Παρίσι, δεκαετία του ’60, Rive Gauche, βιβλία, μπιστρό, παρέες, μυστικά και ένας απρόοπτος έρωτας έξω από έναν κινηματογράφο, ή αλλιώς η αγάπη μου για σένα είναι σαν το ροδάκινο*. Όλα τα παραπάνω θα εξηγηθούν στις σελίδες του πολυαγαπημένου βιβλίου του Jean-Michel Guenassia, η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων. Τι λέτε, πάμε για ένα χρονοτάξιδο στη Γαλλία του ’60;

0 Jean-Michel Guenassia γεννήθηκε το 1950 στο Αλγέρι, σπούδασε νομικά και εγάστηκε ως δικηγόρος. Στο συγγραφικό του βιογραφικό έχει αρκετά σενάρια και θεατρικά έργα, καθώς και τρία λογοτεχνικά βιβλία. Η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων εκδόθηκε το 2011 και ουσιαστικά είναι το βιβλίο στο οποίο ο Guenassia οφείλει την παγκόσμια επιτυχία και όχι άδικα!

20161219_201428.jpg

Είναι από τις λίγες φορές, πραγματικά, που σκέφτηκα να παραθέσω την περίληψη του βιβλίου στην κριτική για να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται. Όχι γιατί έχει καμία περίπλοκη υπόθεση, αλλά γιατί είναι αντικειμενικά πολύ όμορφη. Παρόλα αυτά θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω την ολοδικιά μου εικόνα της ιστορίας, ακόμα και αν χαθεί η μαγεία της εκδοτικής περίληψης. Ο Μισέλ Μαρίνι μεγαλώνει στο Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ενώ μέσα στον μικρόκοσμο του αντηχούν οι μελωδίες της ροκ, τα λόγια των μεγάλων κλασσικών και οι φώνες της μάνας του, στον έξω κόσμο μαίνεται ο πόλεμος της Αλγερίας. Σιγά σιγά η καθημερινότητα, και όχι μόνο, διαβρώνει την οικογενειακή εστία και ο Μισέλ βρίσκει καταφύγιο στην παρέα. Όχι σε μια οποιαδήποτε παρέα όμως! Γίνεται μέλος μιας λέσχης σκακιστών που απαρτίζεται από πρόσφυγες κομμουνιστικών χωρών. Εκεί θα μάθει σκάκι, θα δει τον Sartre και τον Kessel (και τι δεν θα έδινα να τον δω και εγώ αυτόν!) και θα ακούσει τις ιστορίες σύγχρονων ηρώων και θυτών. Οι ώρες που ο Μισέλ θα περάσει στο πίσω μέρος ενός μπιστρό, σε μια αίθουσα που λέγεται η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων, θα του αλλάξουν την ζωή. Πιο συγκεκριμένα, θα αλλάξουν τον ίδιο. Φιλία, έρωτας, γνώση και δυσκολίες θα φιλτραριστούν από αυτή την μικρή αίθουσα, το προπύργιο μιας εποχής που χάνεται.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο χρονολογικά σε οχτώ ενότητες, οι οποίες έχουν κύριο μίτο τους την ιστορία του μικρού πρωταγωνιστή. Παρακολουθώντας τον Μισέλ να μεγαλώνει και να αντιμετωπίζει την ζωή με διαφορετικά μάτια μέρα με την μέρα, βλέπουμε εναλλάξ και τις ιστορίες των μελών της λέσχης. Ένα έξυπνο αφηγηματικό τρικ που απορροφά τον αναγνώστη και δεν τον αφήνει να πάρει ούτε ανάσα. Παράλληλα, μαθαίνουμε αρκετά κοινωνικά και ιστορικά στοιχεία για μια περίπλοκη περίοδο της σύγχρονης Γαλλίας, που, αν δεν κάνω λάθος – και αν κάνω διορθώστε με, δεν ξέρουμε και πολλά πράγματα. Παραδείγματος χάριν, μου γεννήθηκε αμέσως η επιθυμία να ψάξω περισσότερα στοιχεία γύρω από τον θεσμό της αποικιοκρατίας και το τέλος της στην Αλγερία. Τέλος, όσον αφορά την γλώσσα του έργου, είναι τόσο όμορφα μεταφρασμένη από την Φωτεινή Βλαχοπούλου που θύμιζε γέννημα θρέμμα της ελληνικής.

Εν κατακλείδι, η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων αξίζει κάθε διθυραμβική κριτική που έχει γραφτεί για τον τίτλο της. Παρόλα αυτά, ενώ σαν έργο βασίζεται στην πλοκή του, είναι εμφανές ότι ο συγγραφέας έχει δώσει μεγάλη προσοχή στην επίγευση που θα αφήσει στον αναγνώστη. Αίσθηση την οποία κορυφώνει μάλιστα με το τέλος που δίνει. Ίσως σε αυτό το σημείο κάποιοι αναγνώστες να μην ενθουσιάστηκαν και να μην ένιωσαν την Αισιοδοξία του βιβλίου. Όπως και να’χει, στην Λογοτεχνία έχει σημασία το ταξίδι και όχι ο προορισμός, και το ταξίδι της Λέσχης δεν θα απογοητεύσει κανέναν!