Ένα bazaar και ένα πορτοφόλι μετά

Προσπάθησες. Απέτυχες. Άνευ σημασίας. Να προσπαθήσεις ξανά. Να αποτύχεις ξανά. Να αποτύχεις καλύτερα, που λέει και ο πολυαγαπημένος Μπέκετ. Ειλικρινά, η σημερινή μέρα δεν νομίζω ότι θα μπορέσει να φτάσει σε αποτυχία καμία άλλη μέρα της μέχρι πρότινος ζωής μου. Και δεν φταίει τόσο ούτε η ζέστη που κάνει τους δρόμους να φαίνονται πιο θολοί και από την παραλία του Ξένου ούτε τα σκουπίδια που θυμίζουν εικόνες βγαλμένες από το περί Τυφλότητας του Σαραμάγκου. Εντάξει θα μου πεις, τι γκρινιάζεις, δυστοπία δεν ήθελες; Πάρτην, να την χαίρεσαι! Ναι, οκ, ήταν ανάγκη μέσα σε όλα να χάσω και το πορτοφόλι με ταυτότητες, χρήματα και διάφορα άλλα έγραφα που για να τα ξαναποκτήσω η δημόσια γραφειοκρατία θα μου πιεί το αίμα; Φυσικά και όχι, αλλά είπαμε, κάθε φορά αποτυγχάνουμε καλύτερα. Παρόλα αυτά, πριν χάσω πορτοφόλι και μυαλό, πέρασα μια βόλτα και από το bazaar της Άγρα. Όπως βλέπετε και στην φωτογραφία κινήθηκα εκ τους ασφαλούς με δύο επιλογές που ήθελα καιρό στην βιβλιοθήκη μου.

20170623_220314.jpg

Εκτός από Bolanio, Bradbury και κάτι σκόρπιους Εμπειρίκους με μια δόση Καββαδία, το bazaar είχε αρκετές αστυνομικές, φιλοσοφικές και φωτογραφικές επιλογές. Ονόματα γνωστά και πολυδιαβασμένα όπως του Μαρή και της Highsmith είχαν την τιμητική τους, αλλά και έργα λιγότερο γνωστών συγγραφέων όπως του Αγαπητού και του Ambler προτιμήθηκαν εξίσου από τους αγοραστές. Οι εκπτώσεις κυμαίνονται στο πενήντα της εκατό και αν αναλογιστεί κανείς την ποιότητα και την καλαισθησία των εκδόσεων νομίζω ήταν αρκετά λογικές. Ο αριθμός των επιλεγμένων έργων ήταν σχετικά μικρός, αδιαμφισβήτητα όμως άξιζε τον κόπο η επίσκεψη και το ξεροστάλιασμα στο λιοπύρι.

To bazaar θα συνεχιστεί μέχρι την Κυριακή 25 του μηνός και οι ώρες λειτουργίας του βιβλιοπωλείου είναι από τις 11 μέχρι τις 20:30. Τέλος, σε όποιον επιθυμεί να πάει μέχρι την Ζωοδόχου Πηγής 99 θα πρότεινα να πάρει λεωφορείο ή κάποιο άλλο μέσο μέχρι εκεί. Αυτή η ζέστη δεν παλεύεται…

Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε της Κατερίνας Γώγου

Είτε την θυμάσαι ως παρτσακλό στο Μια τρελή τρελή οικογένεια είτε ως αγία των Εξαρχείων, η Κατερίνα Γώγου είναι ένα πρόσωπο που δεν θα σβηστεί εύκολα από το θυμητικό σου. Ούτε η εικόνα της ούτε τα λόγια της. Πιστή στις ιδέες της, η Γώγου έζησε σε μιαν εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί και άφησε τον σημάδι της τόσο με την περσόνα όσο και με τα ποιήματά της. Στο «Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε» συγκεντρώνεται όλο το ποιητικό της έργο, η οργή, το παράπονο, οι φόβοι και το θάρρος της. Αν και ο κόσμος έχει αλλάξει από το μακρινό 1978, οι στίχοι από τα Τρία Κλικ Αριστερά δεν θα μπορούσαν να είναι ποτέ πιο επίκαιροι. «Εντάξει. Δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε. Μονάχα όταν βρέχει, βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας. Και καπνίζουμε». Ακόμα και ο καιρός σιγοντάρει τα λόγια της… Ακολουθούν κάποια αγαπημένα μου ποιήματα και ένα αρχείο με την συλλογή, γιατί τέτοια βιβλία πρέπει να διαβάζονται, ακόμα και αν είναι σε ηλεκτρονική μορφή.

katerinagwgou1412349957.jpg

Τρία Κλικ Αριστερά

Αυτός εκεί
ο συγκεκριμένος άνθρωπος
είχε μια συγκεκριμένη ζωή
με συγκεκριμένες πράξεις,
Γι’ αυτό και
η συγκεκριμένη κοινωνία
για το συγκεκριμένο σκοπό
τον καταδίκασε
σ’ έναν αόριστο θάνατο

Το Νανούρισμα

Τώρα είναι ήσυχα.
Η θάλασσα λείπει μακριά
και τα κοράκια δεν τρώνε
σάπια συκώτια απ’ το ουίσκι,
Μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι.
Το κόμμα διασπάστηκε στα χίλια
κι ο Μπερλίγκουερ
έπλεξε με το βελονάκι κουβέρτα
να κουκουλώσουμε τις ταξικές ανησυχίες μας,
Ησύχασε. Με λίγη ρέγουλα θα τη σκαπουλάρουμε
Η τάξη που θα φερνε την αλλαγή αποκοιμήθηκε
Μπορούμε κι εμείς να παίξουμε την ηγεσία
Κοιμήσου… τώρα είναι ήσυχα. Η εποχή μας,
Νάνι φαΐ και πήδημα
Οι τραμπούκοι προσεύχονται στο μαξιλάρι μας
κι οι δολοφόνοι δουλεύουν για μας.

Η ελευθερία μου είναι στις σόλες
των αλήτικων παπουτσιών μου,
Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω
Μπορώ να σεργιανίσω
ό,τι ώρα μου γουστάρει
Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας
στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε
την ώρα που απαυτωνόσαστε
την ώρα που κάνετε το χρέος σας
στα παιδιά σας
στο σωματείο σας
την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα
πως τρώτε αυγολέμονο
και τρώτε σκατά
μπορώ και περπατάω με τ’ αλήτικα παπούτσια μου
πάνω απ’ τις στέγες σας
-όχι, ρε παιδάκι μου, σαν εκείνη
την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς
δεν πιάνετε το κανάλι μου
μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος
ανθρωπάκια χέστες κατά βάθος σάς λυπάμαι
αλλά τώρα δεν χάνω το χρόνο μου μαζί σας
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας
η ελευθερία σας
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου
θά ‘ρθει η ώρα που θα τις γλείφετε
και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας «θαύμα θαύμα»
αυτά τα παπούτσια
ποτέ δεν ξεκουράζονται κι ούτε βιάζονται
όταν εγώ καθαρίσω από δω
θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο
δεν λειώνουν όσες πρόκες κι αν ρίχνετε στο δρόμο
σας βαράνε στο δόξα πατρί σας
θά ‘ρθει η ώρα που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο
«συνοδοιπόροι» κι «αποστάτες»
να βάψετε τα δικά σας
μα η μπογιά
δεν θα πιάνει
ό,τι κι αν κάνετε, όσα κι αν δίνετε
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το κόκκινο το δικό μας.

Ιδιώνυμο

Αν καμιά φορά με πιάσεις να λέω ψέματα
-σταμάτα να σου πω
μη βιάζεσαι και μελες ψεύτρα.
Είναι τώρα που δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια
και μπερδεύω πού σταματάει τ’ όνειρο
και πού αρχίζει η αλήθεια.

Πάει Αυτό ήταν
Χάθηκε η ζωή μου, φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρόμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σου χαδείξει στη στροφή του δρόμου,
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ

Το ξύλινο παλτό

Άσπρη είναι η αρία φυλή
η σιωπή
τα λευκά κελιά
το ψύχος
το χιόνι
οι άσπρες μπλούζες των γιατρών
τα νεκροσέντονα
η ηρωίνη.
Αυτά λίγο πρόχειρα
για την αποκατάσταση του μαύρου

Απόντες

Πώς με κοιτάζει έτσι
αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί
πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι.
Πώς θροΐζει μέσα μου
αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό
πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι.
Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο
κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά
δείχνει παντού και πουθενά
τι θέλει το φεγγάρι.
Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα
κάνει τόση αντήχηση μέσα μου
μου διογκώνει το Εγώ μου.
Ποιανής σελήνης έκλειψη
ποιου φεγγαριού η χάση
μαζί σηκώνει μέσα μου
άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου
πώς με κοιτ.
Πώς σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει
αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης.

Ο μήνας των μαγωμένων σταφυλιών

Εσύ
Εσένα που αγάπησα.
Κοίτα άμα πεις κι όπως πάντα μεθύσεις
μην πεις ποτέ πως μ’ αγάπησες.
Δεν θ’ άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
σε ξεροπόταμους να πλέω.

Νόστος

Αυτή κλαίει
θέλει να φύγει από δω
απ’ την πνιγμένη λίμνη
η άγκυρα που της κάρφωσαν στο λαιμό
δεν την αφήνει να προχωρήσει.

inexarchia_gogoy_katerina_1

Μπορείτε να κατεβάσετε την συλλογή εδώ

Πάω να κοιμηθώ.
Έχω να ονειρευτώ
–λεπτομέρειες δηλαδή μείνανε
απ’ αύριο δεν θα κλαίει κανένας.

Box Office Poison του Alex Robinson

Κόμιξ έχω διαβάσει ελάχιστα. Θυμάμαι ακόμα και ως παιδί η ιδέα του μικρού βιβλίου με τα ζωγραφισμένα μίκι μάους και τους μικρούς διαλόγους ποτέ δεν με ενθουσίαζε. Ίσως αυτή είναι και η βασική αιτία που παρά τα τόσα βιβλία που πιάνω στα χέρια μου κάθε χρόνο, τα κόμιξ και τις γραφικές νουβέλες τα αποφεύγω ασυνείδητα. Ήδη από πέρυσι, διαβάζοντας κάποια πολυσυζητημένα και πολυδιαβασμένα έργα του είδους, η άποψη μου άρχισε να αλλάζει προς το καλύτερο. Παρόλα αυτά, ακόμα δεν ξέρω πως να τα αξιολογήσω, δεν γνωρίζω σχεδόν τίποτα για το σχέδιο, τα χρώματα και την τεχνοτροπία εκτός από τα απολύτως εμφανή. Όταν όμως διαβάζω κάτι καλό, όπως κι αν είναι το σχέδιο ή όσο χοντρές και αν είναι οι γραμμές του, μπορώ να καταλάβω αν είναι διαφορετικό από άλλα και αν έχει πράγματι κάτι να μου δώσει. Το Box Office Poison του Alex Robinson, πάντως, ανήκει στην κατηγορία του διαφορετικού και σίγουρα έχει να δώσει αρκετά σε όποιον το πιάσει στα χέρια του!

Αυτό που λατρεύω στις γραφικές νουβέλες είναι ότι ο αριθμός των σελίδων δεν αλλάζει από έκδοση σε έκδοση. Ξέρω πως είναι κάπως κουτό αυτό που μόλις επισήμανα, αλλά πάντα μου προκαλούσαν μια κάποια σύγχυση οι μεγάλες αριθμητικές αποκλείσεις από το ένα μετάφρασμα στο άλλο. Στις γραφικές νουβέλες δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα και ο μικρός, αλλά απαιτητικός, ψυχαναγκασμός μου κοιμάται ήσυχος. Το Box Office Poison λοιπόν αριθμεί 606 σελίδες και ουσιαστικά μας παρουσιάζει την ζωή έξι ανθρώπων στην Νέα Υόρκη. Πάρτι, ανεργία, όνειρα, βιβλία, ταινίες, κόμιξ, έρωτες, μουσικές, απιστίες, όλα όσα απασχολούν έναν άνθρωπο λίγο πριν την τρίτη δεκαετία της ζωής του περνάνε μπροστά απ τα μάτια του αναγνώστη. Η πλοκή είναι καθόλα ρεαλιστική και δεν υπάρχει ούτε ένα ψήγμα μπέρτας ή μαγικού καπέλου. Κάλλιστα στη θέση ενός εκ των πρωταγωνιστών θα μπορούσα να είμαι εγώ ή εσύ. Βασικά σίγουρα είμαι εγώ, γιατί ο Sherman έχει αδυναμία στους Velvet Underground!

Όταν πρωτοεκδόθηκε το Box Office ήταν σε συνέχειες και σε ασπρόμαυρο σχέδιο. Λίγο αργότερα και αφότου αποφασίστηκε να κυκλοφορήσει ως ολοκληρωμένη γραφική νουβέλα το σχέδιο έγινε έγχρωμο. Οι ενότητες χωρίζονται ομαλά νοηματικά, αλλά αυτό που μου άρεσε πάρα πολύ ήταν ότι στην αρχή κάθε κεφαλαίου οι πρωταγωνιστές καλούνταν να απαντήσουν σε μια ερώτηση. Ανάλογα την προσωπικότητα και τα ενδιαφέροντα του καθενός διάβαζες ξεχωριστές και πολύ αστείες απαντήσεις, οι οποίες δεν βοηθούσαν πάντα στην συνέχεια τις πλοκής. Ήταν όμως ένας πάρα πολύ έξυπνος τρόπος να επισημανθεί η αλλαγή και να δοθούν κάποια επιπρόσθετα χαρακτηριστικά στους ήρωες.

Ο ίδιος ο κομίστας, ο Alex Robinson, έχει δώσει πολλά αυτοβιογραφικά του στοιχεία στους πρωταγωνιστές με κύριο όλων την αγάπη του για τα κόμιξ και το σχέδιο. Μάλιστα φαίνεται πως τα κατάφερε τόσο καλά που παρά το γεγονός ότι το Box Office ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά του συμπεριλήφθηκε ανάμεσα στις 100 καλύτερες γραφικές νουβέλες όλων των εποχών. Την συγκεκριμένη λίστα βέβαια δεν την εμπιστεύομαι γιατί λείπει το Daytripper.

maxresdefault.jpg

Συνοψίζοντας, το Box Office Poison είναι ένα σημαντικό στο είδος του έργο. Ενώ στην αρχή δεν το είχα εκτιμήσει όσο θα έπρεπε, με τον καιρό πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται αραιά και που κάποιες καθημερινές καταστάσεις που θα μπορούσαν να έχουν ξετρυπώσει απ τις σελίδες του και αυτό με κάνει να το αξιολογώ εκ νέου κάθε φορά. Κάτι τελευταίο, αν σκέφτεται κανείς να αγοράσει την ελληνική έκδοση, ας το αποφύγει. Πολύ ακριβή, χωρίς λόγο. Προτιμείστε καλύτερα την αγγλική, είναι φτηνότερη και αρκετά εύκολη.

Νέα ρότα για τον «Εξάντα»*

*Αναδημοσίευση από την Καθημερινή.

exantas1-thumb-large.jpg

Με πυρετώδεις ρυθμούς προχωρούν οι διαδικασίες αναγέννησης και ανανέωσης των εκδόσεων «Εξάντας». Δύο χρόνια σχεδόν μετά τον θάνατο, το 2015, της ιδρύτριάς τους, Μάγδας Κοτζιά, της ιστορικής αυτής προσωπικότητας των Γραμμάτων που μαζί με τη Νανά Καλλιανέση του Κέδρου και την Ιωάννα Χατζηνικολή των ομώνυμων εκδόσεων άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στη σύγχρονη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική εκδοτική δημιουργία.

Η εξαγορά ολοκληρώθηκε λίγο πριν από το Πάσχα του 2017. Οι εκδόσεις Μίλητος του Νίκου Χαϊδεμένου απέκτησαν το brandname και το απόθεμα των βιβλίων του «Εξάντα». Το στοίχημα και η πρόκληση τώρα είναι όχι μόνο να διατηρηθεί αξιοπρεπώς η αχλύς της αίγλης του «Εξάντα», το όνομά του, ως προς την ποιότητα και τα σημεία αναφοράς του, από το 1974 κι ύστερα που διαδραμάτισε τον δικό του ξεχωριστό ρόλο στα εκδοτικά πεπραγμένα της χώρας, αλλά και να δοθεί το στίγμα της νέας του πορείας, ο επαναπροσανατολισμός του, σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη και για τον χώρο του βιβλίου.

Επικεφαλής σε αυτό το εγχείρημα είναι η Μαρία Γυπαράκη, με σπουδές στη Γαλλία στην ιστορία, την αρχαιολογία και το θέατρο και παρουσία στη σκηνοθεσία σε έργα του λυρικού θεάτρου. Ισχυρό χαρτί στα χέρια του εκδοτικού είναι η αλησμόνητη για τους βιβλιόφιλους «Λευκή Σειρά» με τα κλασικά κείμενα του «Εξάντα».

Σύμβουλος για τη «Λευκή Σειρά» έχει αναλάβει ο Αγης Αθανασιάδης, συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου Booktalks στο Παλαιό Φάληρο. Προσεχώς αναμένονται, σύμφωνα με τους υπεύθυνους του εκδοτικού οίκου, οι πρώτες επανεκδόσεις της «Λευκής Σειράς» στα έργα των: Ντε Σαντ («120 μέρες των Σοδόμων»), Μπαλζάκ («Χαμένες ψευδαισθήσεις», «Η γεροντοκόρη», «Ο οίκος Νυσενζέν»), Ντίκενς («Ιστορία δύο πόλεων»), Σταντάλ («Το μοναστήρι της Πάρμας»), Φλομπέρ («Μαντάμ Μποβαρί»), Ουίλιαμ Θάκερεϊ (Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας»), αλλά και η «Πάπισσα Ιωάννα» του Εμμανουήλ Ροΐδη, τα «Ποιήματα και πεζά» του Διονυσίου Σολωμού και «Τα ρόδινα ακρογιάλια» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Tο πρώτο νέο βιβλίο που σηματοδοτεί και το καινούργιο ξεκίνημα της «Λευκής Σειράς» είναι η έκδοση ενός μεταφραστικού άθλου διάρκειας είκοσι ετών και έργου ζωής από τον Ιωάννη Κοιλή: πρόκειται για το «Simplicius Simplicissimus», ένα μπαρόκ γερμανικό μυθιστόρημα του Hans Jacob Christoffel von Grimmelshausen. Σύμφωνα με τη Μαρία Γυπαράκη, θα κυκλοφορήσει και σε εκατό συλλεκτικά δερματόδετα αντίτυπα.

Εκτός «Λευκής Σειράς» ξανακυκλοφορούν από τα κλασικά έργα ο δίτομος «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, καθώς και «Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς» και «Η επιστροφή του Σέρλοκ Χολμς» του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ. Για την ερχόμενη χρονιά, αναμένεται ο «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ» του Ντίκενς σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ, αλλά και η τετραλογία του Φορντ Μάντοξ Φορντ, «Parade’s end», σε μετάφραση της Αντωνίας Μπελίκα-Κουμπαρέλη.

Και νέα σειρά «Black Velvet»…

Μια νέα σειρά που προστίθεται στον νέο, «αναγεννημένο» Εξάντα είναι αυτή της νουάρ αστυνομικής λογοτεχνίας που θα φέρει το όνομα «Black Velvet» (Μαύρο Βελούδο) και θα εγκαινιαστεί με το βιβλίο του Γάλλου Emile Gaboriau «Η υπόθεση Λερούζ» σε μετάφραση του Γιώργου Ξεναρίου.

Η ίδια η Μαρία Γυπαράκη μεταφράζει και το αστυνομικό «Τεκίλα φραπέ» (Nadine Monfils) για τη σειρά της αστυνομικής λογοτεχνίας, ενώ μιλάει με πολλή φροντίδα για τα απομνημονεύματα της Μάρθα Γκράχαμ, που ετοιμάζονται για τη σειρά των βιβλίων Τέχνης σε μετάφραση της Παρασκευής Ματσούκα. Στον τομέα του δοκιμίου, θα κυκλοφορήσει επίσης «Ο Πούτιν από το Α ως το Ω» του Vladimir Fédorovski πάλι σε μετάφραση της Μαρίας Γυπαράκη.

Στόχος της διεύθυνσης του εκδοτικού οίκου, που προς το παρόν λειτουργεί στον Αγιο Δημήτριο, στην έδρα των εκδόσεων Μίλητος, είναι να δοθεί και η απαιτούμενη σημασία στα πανεπιστημιακά βιβλία, ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση για την ελληνική λογοτεχνία.

Ιστορίες του κ. Κόυνερ του Μπέρτολτ Μπρεχτ

Όπως αναφέραμε και σε προηγούμενες αναρτήσεις, τα μικρά βιβλία έχουν μεγάλη αξία. Τι γίνεται όμως όταν ένα μικρό βιβλίο απαρτίζεται από μικρές πολυάριθμες ιστορίες και μάλιστα γραμμένες από την πένα του Μπέρτολτ Μπρεχτ; Το αποτέλεσμα δεν είναι παρά μεγάλο, ευφυές, διαχρονικό και χωράει σε έναν τίτλο και εκατόν έξι σελίδες: Ιστορίες του κ. Κόυνερ.

Ο μόχθος των αρίστων

«Με τι ασχολείσθε;» ρώτησαν τον κύριο Κ. και ο κύριος Κ. απάντησε: «Είμαι πολύ απασχολημένος: ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου».

Ότι και αν πούμε για τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, για την ζωή και το έργο του, νομίζω θα είναι τρομακτικά λίγο μπροστά σε όσα ιδανικά υπηρέτησε και ανύψωσε με την τέχνη του. Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου το 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και μεγάλωσε σ΄ένα αυστηρό και έντονα θρησκευτικό οικογενειακό περιβάλλον. Ξεκίνησε να φοιτά στην Ιατρική σχολή του Μονάχου, από την οποία όμως ποτέ δεν αποφοίτησε. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως νοσοκόμος και άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1919 συστηματοποιείται η επαφή του με τον Κομμουνισμό και μερικά χρόνια αργότερα, το 1923, γράφεται στην Μαρξιστική Εργατική Σχολή. Το ίδιο χρονικό διάστημα λαμβάνει το πρώτο του βραβείο και αρχίζει να καθιερώνεται ως θεατρικός συγγραφέας. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1933, η πέμπτη πιο επικίνδυνη προσωπικότητα στη Γερμανία, όπως τον είχε χαρακτηρίσει το Εθνοσοσιαλιστικό κόμμα, αυτοεξορίζεται. Σταθμοί της Εξορίας του ήταν η Δανία, η Φιλανδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Το 1948 επέστρεψε στην Ανατολική Γερμανία, όπου και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του με την δεύτερη σύζυγο και γυναίκα της ζωής του, Χέλενε Βάιγκελ.

vreht-708

Παρά τον έντονο αντιεξουσιαστικό και μαρξιστικό χαρακτήρα των έργων του, ο Μπρεχτ χαίρει σεβασμού και θαυμασμού παγκοσμίως, ακόμα και από ανθρώπους που δεν ασπάζονται τις ίδιες ιδέες μαζί του, ως ένας από τους μεγαλύτερους δραματουργούς του περασμένου αιώνα. Οι τεχνικές και η φιλοσοφία της σκηνοθεσίας επηρεάζουν μέχρι και σήμερα τον θεατρικό χώρο, ενώ το γραπτό του έργο συνολικά χαρακτηρίζεται από διαχρονικότητα και καλαισθησία.

Οργή και νουθεσία

Ο κύριος Κόυνερ είπε: «Είναι δύσκολο να νουθετήσεις εκείνους που σε εξοργίζουν. Είναι όμως ιδιαίτερα αναγκαίο, γιατί κυρίως εκείνοι το χρειάζονται».

Οι Ιστορίες του κύριου Κόυνερ άρχισαν να γράφονται το 1935 και τελείωσαν λίγο πριν τον θάνατο του συγγραφέα, στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το βιβλίο περιλαμβάνει σχεδόν ενενήντα ιστορίες έκτασης μιας σελίδας με καθημερινά στιγμιότυπα από την ζωή του κ. Κόυνερ. Σκοπός τους είναι η αποτύπωση της κοινωνικής κριτικής και η ανάδειξη της ηθικής του Μπρεχτ. Παρά το μικρό τους μέγεθος, το διττό των νοημάτων, το διδακτικό ύφος και πολλές φορές η ειρωνεία που χρησιμοποιείται απαιτούν πολλοστές αναγνώσεις για να μπορέσει ο δέκτης να λάβει όλο το φάσμα των μηνυμάτων αυτής της λαμπρής πένας.

[Σφάλμα και πρόοδος]

Όταν σκέφτεται κανείς μόνο τον εαυτό του, δεν μπορεί να πιστέψει πως πέφτει σε σφάλματα που δεν τον αφήνουν να πάει μπροστά. Γι αυτό πρέπει κανείς να σκέφτεται εκείνους που εξακολουθούν να δουλεύουν. Μόνο έτσι αποφεύγει τα αδιέξοδα.

Ανεξαρτήτου προτιμήσεως μικρών ή μεγάλων σε μέγεθος βιβλίων, θεωρώ ότι οι Ιστορίες του κ. Κόυνερ είναι ένα απαραίτητο σύγγραμμα για κάθε βιβλιοθήκη. Είτε διαβαστούν απνευστί όλες μαζί είτε αποσπασματικά, έχουν σίγουρα πολλά να δώσουν στους αναγνώστες τους.

Η ιδιωτική ζωή των δέντρων του Alejandro Zambra

Ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω ποιός είναι ο λόγος που οι περισσότεροι αναγνώστες έχουν συνδέσει το μεγάλο όγκο των βιβλίων με την καλή λογοτεχνία. Σίγουρα ένα βιβλίο με πολλές σελίδες είναι πιο χορταστικό και σου κρατάει περισσότερο καιρό συντροφιά, αλλά εξίσου δυνατά συναισθήματα μπορεί να σου προκαλέσει και ένα μικρότερο έργο. Ας μην ξεχνάμε τις περιπτώσεις του Ξένου του Camus και της Μεταμόρφωσης του Kafka. Δύο ολιγοσέλιδα αριστουργήματα του περασμένου αιώνα που συνεχίζουν να μαγεύουν και να επηρεάζουν τους αναγνώστες μέχρι και σήμερα.

Το προτεινόμενο βιβλίο αυτής της ανάρτησης δεν έχει σίγουρα ούτε το βάθος ούτε την αίγλη των δύο προηγούμενων παραδειγμάτων, αλλά αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή ανάμεσα στους εκδοτικούς καταλόγους αυτής της χρονιάς. Η νουβέλα του Alejandro Zambra με τίτλο Η ιδιωτική ζωή των δέντρων αριθμεί μόλις 94 σελίδες και διαβάζεται σε μία μέρα, αλλά υπόσχεται να συντροφεύσει τον αναγνώστη της για πολύ καιρό αργότερα.

O Alejandro Zambra, ήδη γνωστός στα ελληνικά γράμματα από το Τρόποι να γυρίσεις σπίτι, γεννήθηκε το 1975 στο Σαντιάγκο της Χιλής. Διδάσκει λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο Diego Portales και παράλληλα αρθρογραφεί λογοτεχνικές κριτικές στον Χιλιανό τύπο. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές και τρία πεζά, όλα μικρά σε έκταση και μεταφρασμένα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη (Μπονσάι) και Ίκαρος ( Τρόποι να γυρίσεις σπίτι, Η ιδιωτική ζωή των δέντρων).

«Η ζωή είναι ένα πελώριο άλμπουμ όπου φυλάς ένα παρελθόν στιγμιαίο, με χρώματα εκκωφαντικά και παγωμένα»

Ο Χούλιο, σύζυγος της Βερόνικας και θετός πατέρας της Ντανιέλας, αφιερώνει τις Κυριακές του στη συγγραφή. Τα βράδια για να κοιμίσει το κορίτσι σκαρφίζεται ιστορίες με δέντρα. Το βράδυ όμως αυτής της Κυριακής τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Βερόνικα έχει αργήσει και ο Χούλιο την περιμένει εναγωνίως φοβούμενος για το χειρότερο. Τι θα πει στην μικρή Ντανιέλα αν η μητέρα της δεν επιστρέψει; Ποιά ιστορία θα σκαρφιστεί;

Η ιδιωτική ζωή των δέντρων είναι ένα βιβλίο δίχως αρχή, μέση και τέλος. Όλη η υπόθεση του διαδραματίζεται ουσιαστικά σε ένα βράδυ. Η αφήγηση είναι γεμάτη αναδρομές και προλήψεις ενώ το ύφος είναι φιλικό με έντονα στοιχεία προφορικότητας και ανά διαστήματα θύμιζε παραμύθι, όχι απαραίτητα για μικρά παιδιά.

«Η μνήμη δεν είναι καταφύγιο. Μένει ένα ασυνάρτητο ψέλλισμα ονομάτων δρόμων που δεν υπάρχουν πια»

Πρόκειται για ένα πάρα πολύ γλυκό βιβλίο στο σύνολό του. Σου αφήνει κάτι μέσα σου, ειδικά αν έχεις βρεθεί και εσύ σε κάποια παρόμοια κατάσταση. Στη κατάσταση, δηλαδή, που χρειάζεσαι τα παραμύθια για να μπορέσεις να καταλάβεις και να ανταπεξέλθεις στην καθημερινότητα. Αυτή η αναγκαιότητα είναι πιο συχνή στη παιδική ηλικία, αλλά είναι και κάτι που δεν σταματάει να αναζητεί ποτέ καθώς μεγαλώνει ο άνθρωπος.

Ένα επίσης πολύ ιδιαίτερο κομμάτι του βιβλίου είναι ο τρόπος που αποδίδεται η σχέση πατριού και κόρης. Δεν είναι απλά κάτι που υπάρχει, ξεκίνησε μεν από τυχαιότητα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παραμένει μια σχέση παγωμένη και αμετάβλητη. Όπως όλες οι σχέσεις, έτσι και αυτή χτίζεται σιγά σιγά και δοκιμάζεται με σκαμπανεβάσματα και απρόοπτα.

Κλείνοντας, θα ήταν απερισκεψία εκ μέρους μου να μην αναφερθώ στη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, έναν μεταφραστή που θαυμάζω τόσο για την μεταφραστική ικανότητά του όσο και για το προσωπικό αναγνωστικό του γούστο. Με όποιο έργο και αν καταπιαστεί ο Κυριακίδης, είτε πρόκειται για κάποιο βαβελικό πόνημα των ou.li.po είτε για κάποιο ισπανόφωνο μυθιστόρημα της τελευταίες δεκαετίας, το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Η ιδιωτική ζωή των δέντρων, αν και μικρό σε μέγεθος βιβλίο, δεν θα ήταν τόσο προσφιλής στο αναγνωστικό κοινό χωρίς τις επεξηγηματικές σημειώσεις του μεταφραστή.


Και επειδή άνθρωπο που αγαπάει και μεταφράζει τον Περέκ τον αγαπάμε και εμείς, διαβάστε την  πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Κυριακίδη στο Popaganda!

Αντιδικίες του Τίτου Πατρίκιου

Συνήθως τα βιβλία που προτείνω ανήκουν στο είδος της πεζογραφίας και σπάνια παρεκκλίνω από αυτό. Αυτή τη φορά ελλείψει χρόνου και διάθεσης τα πεζογραφήματα θα παραγκωνιστούν και την θέση του θα πάρει μια ποιητική συλλογή, οι Αντιδικίες του Τίτου Πατρίκιου. Ένα μικρό έργο τέχνης, μόλις εξήντα σελίδων, που διαβάζεται μέσα σε ελάχιστη ώρα και που με τους στίχους του χρωματίζει περασμένες και μελλοντικές στιγμές. Επειδή όμως η ποίηση δεν επιδέχεται κριτικής, θα παραθέσω τα αγαπημένα μου αποσπάσματα από την συλλογή και τα συμπεράσματα δικά σας.

Ο ΦΡΑΓΜΟΣ

Ακόμα και το τέλειο να φτάσω, έλεγα,
με τη σειρά του θα γίνει ένας φραγμός
που θα ναι αδύνατον να ξεπεράσω.
Με τέτοιες σκέψεις λιγάκι βολευόμουνα
μέσα στις άγονές μου μέρες.

ΜΕΣ ΣΤΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑ

Ο χρόνος μου λεηλατημένος.
Οι χίλιες καθημερινές ανάγκες
σαν πεινασμένα αγριόσκυλα
του ξεκολλάν κι ένα κομμάτι.

ΔΟΚΙΜΕΣ

Λοιπόν δοκίμασα και την εκδίκηση.
Πάλι εγώ ήμουν ο χαμένος.

ΗΣΥΧΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Οι έτοιμες, ησυχασμένες απαντήσεις
δε γίνεται πια να με χορτάσουν
όπως δεν επαρκούνε σε μια πόρνη
οι ταχτικοί, αξιοπρεπέστατοι πελάτες της.

ΛΕΩ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΩ

Λέω να τελειώνω εδώ.
Θα ΄τανε πιο καλά.
(Για μένα σίγουρα.
Κι ελπίζω για άλλους.)
Μα δεν μπορώ.
Μεσ’απ τη στάχτη της φωνής μου
ξαναρχίζω.

Η ΣΑΡΚΑ

Η σάρκα μου
πάντα πονάει στα χτυπήματα
πάντοτε χαίρεται στα χάδια.
Ακόμα τίποτα δεν έμαθε.

ΕΠΟΥΛΩΣΗ

Το θέλεις δεν το θέλεις
κλείσαν με τον καιρό πολλές πληγές.
Και ποιος να δει πως σέρνονται
βουβά, κάτω απ το δέρμα
σαν εσωτερικές αράχνες…

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Και σένα, αν με τα τόσα που περάσαμε
τίποτα μέσα σου δε σακατεύτηκε,
μην πολυκαμαρώνεις.
Ίσως,
δεν είχες τίποτα να διακινδυνεύσεις.

*Οι Αντιδικίες κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ύψιλον

20170515_131105