Το 10 του Μ. Καραγάτση

Ας γελάσω. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Καραγάτση και ο τίτλος μια εκ των πρώτων κριτικών μου στο RG. Ποτέ μου δεν σκέφτηκα να γυρίσω και να διαβάσω ξανά αυτές τις κριτικές ξέροντας ότι πια δεν θα μου αρέσουν και κατα πάσα πιθανότητα δεν θα με αντιπροσωπεύουν. Εφόσον όμως διάβασα για νιοστή φορά το βιβλίο, νομίζω δικαιούμαι μια δεύτερη ευκαιρία προσέγγισης, ειδικά τώρα που το ατελείωτο αυτό έργο του Καραγάτση βρίσκεται στη σκιά του Γιούγκερμαν και την Μεγάλης Χίμαιρας.

Ένα φαλιρισμένο εργοστάσιο στον Πειραιά μετατρέπεται σε συγκρότημα κατοικιών. Οι πρωταγωνιστές, όλοι διαφορετικοί μεταξύ τους και προικισμένοι ο καθένας με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του, ζουν στο μεταίχμιο της αλλαγής δύο εποχών. Από την μια το Κέντρο του Πειραιά με τα εμπορικά Μέγαρα και από την άλλη οι συνοικίες της φτωχολογιάς που περιτριγυρίζονται από χωράφια και παράγκες. Στο 10 τώρα, τον μικρόκοσμο των δεκάδων δωματίων, επικρατεί το αδιαχώρητο. Οι ένοικοι μιλούν ο καθένας την δική του γλώσσα και όλοι ξέρουμε το τέλος της Βαβέλ.

Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι δεν ξέρουμε το τέλος του 10. Ο Καραγάτσης έφυγε από την ζωή πριν προλάβει να το τελειώσει, αφήνοντας πίσω του μονάχα το κείμενο και μερικά τετράδια με σημειώσεις. Μελετητές υποστηρίζουν ότι η συνολική έκταση του βιβλίου θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή του Γιούγκερμαν. Καθόλου απίστευτο αν υπολογίσει κανείς το εύρος των πρωταγωνιστών και την μέχρι τώρα πορεία του έργου. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι το βιβλίο εντελώς τυχαία σταματά σε ένα αφηγηματικό σταυροδρόμι, που αν θέλετε την άποψή μου, βγάζει σε λαβύρινθο. Όλες οι ιστορίες θα μπορούσαν να συνεχιστούν, θα μπορούσαν όμως και όχι. Τελειώνοντας το αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν είναι άρτιο, το περίεργο όμως είναι ότι δεν σε ξενίζει. Η παραπάνω άποψη προφανώς δεν βρίσκει όλους σύμφωνους, αλλά είναι το προσωπικό μου απόσταγμα από τουλάχιστον έξι αναγνώσεις του βιβλίου. Εν ολίγοις, με δυσαρέστησαν αρκετά πράγματα, αλλά όχι το τέλος. Το ατελείωτο της υπόθεσης δίνει μια σουρεαλιστική μαγεία στο νατουραλισμό της γραφής. Ναι, είναι μια από τις γοητευτικές πλευρές του βιβλίου.

Για όσους έχουν διαβάσει τον Γιούγκερμαν και την Μεγάλη Χίμαιρα, το 10 δεν θα αποτελέσει έκπληξη. Είναι σαφέστατα ένα πολύ πιο φιλόδοξο έργο, αλλά δεν επιτυγχάνει τον συγκεκριμένο σκοπό του. Παρόλα αυτά, η γραφή του Καραγάτση, αν και εκ πρώτης όψεως δεν παρουσιάζει εμφανείς διαφορές, στο 10 είναι πιο ώριμη. Οι περιγραφές είναι πιο κοφτές, κυριαρχεί ο διάλογος προσφέροντας αμεσότητα, ο συναισθηματισμός είναι μετριασμένος και τοποθετημένος σε καίρια σημεία. Ακόμα και ατελές, το 10 συγγραφικά είναι κομψοτέχνημα!

d37d2-2015-05-262b01-22-042b1

Ας γελάσω λοιπόν. Αυτά ήταν τυπικά τα λόγια ίσως του μεγαλύτερου έλληνα λογοτέχνη. Από όσα βιογραφικά στοιχεία έχω διαβάσει για τον Καραγάτση, μάλλον η εν λόγω φράση πρέπει να ήταν από τις μεγαλύτερες ειρωνείες που του επιφύλαξε η ζωή. Όπως και να χει, διαβάζοντας κανείς το 10 περπατάει πάλι στις γειτονιές του Πειραιά και μπορεί να λείπει η Καλαμάτα του Σκλαβογιάννη και η Θεσσαλονίκη του Καραμάνου, αλλά ακόμα και έτσι παραμένει πάντα άξιο τέκνο του δημιουργού του.


*Εμ, για όσους ακόμα δεν έχουν διαβάσει το 10 και για δικούς τους λόγους δεν μπορούν να το βρούν, μπορούν να το κατεβάσουν και να το διαβάσουν ολόκληρο σε pdf εδώ.

Έθιμα Ταφής της Hannah Kent

Οι μικρές προκαταλήψεις που κάνουν την ζωή μας δυσκολότερη δεν περιορίζονται μονάχα στην υλική πλευρά της καθημερινότητας, αντιθέτως κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος και στον πνευματικό χώρο. Στην δικιά μου περίπτωση όλα άρχισαν πριν από μερικούς μήνες, όταν διάβασα τη Λίγη Ζωή και υποσχέθηκα να μην ακουμπήσω ξανά βιβλίο συγγραφέα που δεν έχει κλείσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του. Μετά διάβασα κάποια ποιήματα του Ρεμπώ και συνήλθα. Διότι, πραγματικά, δεν υπάρχει χειρότερη εκούσια φυλάκιση του ίδιου σου του εαυτού από τα στενοπά που έχεις δημιουργήσει εσύ ο ίδιος για να τον κλείσεις. Μετά από μια προσεκτική επιλογή και τον αδιάλεχτο παράγοντα των εναπομεινάντων βιβλίων στο επαρχιακό βιβλιοπωλείο, αγόρασα, διάβασα και λάτρεψα τα Έθιμα Ταφής της Hannah Kent.

Η Hannah Kent γεννήθηκε το 1985 στην Αδελαίδα της Αυστραλίας. Στα εφηβικά της χρόνια βρέθηκε ως υπότροφη της Λέσχης Ρόταρι στην Ισλανδία, όπου και άκουσε για πρώτη φορά την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, μιας γυναίκας που καταδικάστηκε σε θάνατο για την δολοφονία δύο ανδρών το 1829. Τα Έθιμα Ταφής είναι το πρώτο της βιβλίο, ενώ αυτό τον καιρό μεταφράζεται στα ελληνικά το δεύτερο με τίτλο «The good people».

«Είπαν ότι πρέπει να πεθάνω. Είπαν ότι έκλεψα την ανάσα άλλων ανθρώπων και τώρα πρέπει κι αυτοί να κλέψουν την δική μου. Φαντάζομαι, λοιπόν, πως είμαστε όλοι φλόγες κεριών που φέγγουν θαμπά, τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι και στο φύσημα του αέρα, και μέσα στην ησυχία της κάμαρας ακούω βήματα, βήματα τρομερά που έρχονται, έρχονται να με σβήσουν και να διώξουν τη ζωή μου μακριά από μένα σε μια γκρίζα τολύπα καπνού. Θα χαθώ, θα σκορπίσω στον αέρα και στη νύχτα. Θα μας σβήσουν όλους, τον έναν μετά τον άλλον, ώσπου να μείνει μόνο το δικό τους φως, και μ’αυτό να βλέπουν τον εαυτό τους. Που θα είμαι τότε εγώ;»

Τα Έθιμα Ταφής πραγματεύονται την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, όπως ανέφερα και παραπάνω, και πιο συγκεκριμένα τους μήνες πριν την εκτέλεση της, όταν την έστειλαν να περιμένει το τσεκούρι του δημίου σε ένα αγρόκτημα ενός κοινοτικού υπαλλήλου. Στην αρχή κανένα από τα μέλη της οικογένειας δεν ήθελε την Άγκνες ανάμεσα τους. Δεν ήταν μόνο ο φόβος που φώλιαζε στην καρδιά τους, ότι θα πλάγιαζαν στο ίδιο δωμάτιο με μια φόνισσα, αλλά και η κοινωνική κατακραυγή. Υποσυνείδητα φοβόντουσαν μην κολλήσουν και οι ίδιοι την ρετσινιά του κοινωνικού απόβλητου. Αχ, αθάνατη ανθρωπότητα! Με το πέρασμα του χρόνου όμως καταλαβαίνουν ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και οτι μια στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου δεν είναι ικανή να καθορίσει τον ίδιο τον άνθρωπο.

2017-03-06 09.30.22 1.jpg

Στο τέλος του βιβλίου, η Hannah μαζί με τις ευχαριστίες γράφει και ένα σημείωμα στους αναγνώστες για να τους υποδείξει τα αληθινά από τα μυθοπλαστικά στοιχεία. Ελάχιστα στοιχεία του βιβλίου είναι αμιγώς μυθοπλαστικά και τα περισσότερα από αυτά εξυπηρετούν καθαρά την ροή της πλοκής. Πριν προχωρήσει στη συγγραφή αυτού του ομολογουμένως αμφιλεγόμενου βιβλίου η συγγραφέας μελέτησε σε βάθος την υπόθεση, πήρε συνεντεύξεις και αναζήτησε μέχρι και τα ενοριακά βιβλία της εποχής, τα οποία λειτουργούσαν τότε ως κοινοτικοί κατάλογοι. Ήξερα ότι το ιστορικό μυθιστόρημα είναι από τα πιο δύσκολα είδη, δεν φανταζόμουν όμως ποτέ ότι κάποιος θα έμπαινε σε αυτό τον κόπο για να υπερασπιστεί την τιμή ενός ανθρώπου που δεν γνωρίζει ούτε θα γνωρίσει ποτέ και που στο κάτω κάτω δεν μπορεί να είναι σίγουρος για την αθωότητά του. Ίσως τελικά η ανθρωπότητα να έχει και την καλή της πλευρά.

Η γραφή, χωρίς καμία υπερβολή, είναι εξαιρετική. Η Hannah για να ελαφρύνει κάπως το βαρύ της θεματολογίας του μυθιστορήματός της εναλλάξει τα πρόσωπα των αφηγητών. Στια χωρία της Άγκνες επικρατεί η ποιητικότητα και η σοφία, ενώ διαδοχικά σε άλλα η θεολογική προσέγγιση, ο φόβος και η οργή. Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες από όταν τελείωσα το βιβλίο και τώρα είμαι πιο σίγουρη παρά ποτέ ότι τα Έθιμα Ταφής είναι δείγμα υψηλής λογοτεχνίας. Μαζί με τα ηθικοκοινωνικά ρεύματα της υπόθεσης ο αναγνώστης παίρνει πολλές λαογραφικές και ιστορικές πληροφορίες. Μπαίνει στη θέση του ανθρώπου που εργαζόταν ήλιο με ήλιο και που κοιμόταν σε μαξιλάρια από αποξηραμένα φύκια. Και περιμένει μαζί με την Άγκνες την εφαρμογή της καταδίκης της. Για μένα αυτό ακριβώς είναι η υψηλή λογοτεχνία.

Συστήνεται φυσικά!

Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη

Τα περισσότερα πράγματα στη ζωή μου τα κάνω αντίστροφα. Πάρτε για παράδειγμα αυτό εδώ το κείμενο, και κάθε κείμενο επί της ουσίας• ξέρω πως θα τελειώσει, αλλά δεν έχω ιδέα πως θα αρχίσει. Έτσι, όταν ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία που ανήκουν στο είδος του βρώμικου ρεαλισμού το έκανα και αυτό από την αντίθετη κατεύθηνση. Πρώτα ο αιχμηρός Guitierrez, έπειτα ο σαγηνευτικός Bukowski και τώρα, μόλις πριν από μερικές μέρες, ο αξιαγάπητος Carver. Αλλά πείτε μου, είναι αυτή λέξη για να χαρακτηρίσει τον Raymond Carver, τον μεγαλύτερο διηγηματογράφο της αμερικανικής γραμματείας; Αξιαγάπητος, ας είναι…

O Raymond Carver γεννήθηκε το 1938 στην Washington των Η.Π.Α. και έφυγε από την ζωή τον Αύγουστο του 1988. Με τον πατέρα του αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα, βασικότερο όλων ο χρόνιος εθισμός από το αλκοόλ. Από τον ίδιο εθισμό πέρασε και ο συγγραφέας στο μέλλον, αλλά κατάφερε σύντομα να απεξαρτηθεί. Παντρεύτηκε μικρός και ακολούθησε κάθε πιθανή εργασία που θα του εξασφάλιζε τα προς το ζην. Στη λογοτεχνική σκηνή εμφανίστηκε στις αρχές τις δεκαετίας του ’60 με την δημοσίευση του The Furious Seasons και έκτοτε ακολούθησαν πολλές ποιητικές και διηγηματικές συλλογές. Βασική του λογοτεχνική επιρροή ήταν ο Hemingway, ενώ και ο ίδιος αποτέλεσε πρότυπο για πολλούς γνωστούς σύγχρονους συγγραφείς (o Murakami είναι ένας από αυτούς). Η θεματολογία του έργου του, καθώς και η ταυτόχρονη άνθιση του Βρώμικου ρεαλισμού, τον κατέταξαν στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Προσωπικά, θεωρώ ότι απέχει πολύ από τα σκληροπυρηνικά έργα των μεταγενέστερων λογοτεχνών, οπότε οι μυθοπλασίες του μπορούν να διαβαστούν και από μη λάτρεις του είδους.

2017-02-23 05.47.52 1.jpg

«DRINKING’S funny. When I look back on it, all of our important decisions have been figured out when we were drinking»

Ο Carver δεν γράφει, φωτογραφίζει! Το Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη είναι μια συλλογή μικρών διηγημάτων γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Το περίεργο με αυτό το βιβλίο είναι ότι δεν θα σου πει τίποτα που δεν ξέρεις, τίποτα που δεν έχεις ζήσει ή που δεν έχει ζήσει ο διπλανός σου, κι όμως θα το αγαπήσεις. Οι ιστορίες δεν βγάζουν πουθενά, δεν έχουν αρχή ούτε τέλος. Ο συγγραφέας γράφει για ένα ζευγάρι που μαλώνει στο σαλόνι και τα ξαναβρίσκει στη κουζίνα, για μια μητέρα που το παιδί της το χτύπησε αυτοκίνητο, για έναν πατέρα που συζητάει με τον γιό του στο αεροδρόμιο, για μια παρέα που μιλάει για αγάπη με μεθυσμένες καρδιές και νηφάλια σκέψη. Μιλάει για μένα, για σένα, για όλους. Απλές καθημερινές εικόνες που μας προσπερνάνε σαν τους ανόρεχτους λεπτοδείχτες της καθημερινότητας.

Στην αρχή δεν καταλάβαινα γιατί τόσος λόγος γύρω από αυτό το βιβλίο. Περνώντας μια μια τις ιστορίες όμως απλά ένιωθα ότι δεν ήθελα να τελειώσουν. Είναι περίεργο πόσο διψάει ο αναγνώστης για τέτοιου είδους αφηγήσεις. Ξυπνάει μέσα του η επιθυμία να κοιτάξει από την κλειδαρότρυπα. Ο Carver σου δίνει αυτή την δυνατότητα. Σε βάζει μέσα σε ένα δωμάτιο και παρακολουθείς αυτό πιθανόν που έχεις υπάρξει και εσύ ο ίδιος ή μπορεί να υπάρξεις στο μέλλον.

Η ελληνική έκδοση είναι εξαντλημένη, για αυτό το διάβασα στο πρωτότυπο. Πέρα από κάποιες μικρές λεξιλογικές δυσκολίες που συνάντησα, το κείμενο έρρεε απίστευτα εύκολα και απολαυστικά. Ελπίζω σύντομα η Απόπειρα να επανέκδοση την συλλογή, μέχρι τότε όμως μπορείτε να την διαβάσετε και εσείς στα αγγλικά. Συστήνεται ανεπιφύλαχτα!

Νυχτερινό Δελτίο του Πέτρου Μάρκαρη

Άκουσα για πρώτη φορά το όνομα του κ. Μάρκαρη μερικά χρόνια πριν σε μια εκπομπή των Πρωταγωνιστών με θέμα την Χρυσή Αυγή. Ήταν 2012, ένα κόμμα με εθνικιστικά ιδεώδη είχε μπει πανηγυρικά στα έδρανα της Βουλής και όλοι απορούσαν από που ήρθε και τι θα γίνει με αυτό. Στην εκπομπή ακούστηκαν πολλές απόψεις, όλες ενδιαφέρουσες, άλλα ο λόγος του Μάρκαρη με μαγνήτισε. Δεν έλεγε κάτι που το άκουγα για πρώτη φορά, αλλά ήταν ο τρόπος και οι κατευθύνσεις του τέτοιες που ήταν πιο κοντά στην δική μου ιδιοσυγκρασία. Πολλά βιβλία του έχουν πέσει στα χέρια μου από τότε, αλλά μόλις φέτος κατάφερα να διαβάσω το πρώτο, αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω στην σημερινή ανάρτηση, το Νυχτερινό Δελτίο.

Ο Πέτρος Μάρκαρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1937. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Αυστρία και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα το 1964. Ένα μόλις χρόνο μετά εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το θεατρικό έργο Η ιστορία του Αλή Ρέτζο. Έχει εργαστεί ως σεναριογράφος θεατρικών και κινηματογραφικών έργων, μεταφραστής (μάλιστα, με διακρίσεις στον συγκεκριμένο τομέα) και έχει διατελέσει πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Το 1995 κυκλοφόρησε το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα, το Νυχτερινό Δελτίο, όπου μας γνώρισε με τον κεντρικό ήρωα των περιπετειών του, τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο. Έκτοτε, ακολούθησαν αρκετά αστυνομικά μυθιστορήματα και αρκετές συμμετοχές σε συλλογή έργα.

Δύο πτώματα Αλβανών βρίσκονται σε ένα φτωχικό σπίτι στο Ρέντη και ένοχος κρίνεται ένας συμπατριώτης των θυμάτων. Η υπόθεση ετοιμάζεται να κλείσει στα γραφεία της αστυνομικής διεύθυνσης, όταν μια δαιμόνια δημοσιογράφος βάζει φωτιές στον υπεύθυνος της υπόθεσης, τον αστυνόμο Χαρίτο. Ο Χαρίτος ξεκινάει την έρευνα από την αρχή, μα πριν κιόλας προλάβει να την ολοκληρώσει ενημερώνεται για έναν τρίτο φόνο, αυτόν της δημοσιογράφου. Η υπόθεση ξεκινάει δυναμικά και συνεχίζει περίπου έτσι μέχρι την μέση του βιβλίου. Έπειτα, οι παράλληλες ιστορίες μπλέκονται και μέχρι να λυθούν στο τέλος ο αναγνώστης βρίσκεται σε μια συνεχόμενη σύγχυση.

20170218_1401570

Για να είμαι ειλικρινής η πλοκή δεν με ενθουσίασε. Πιο συγκεκριμένα, την θεωρώ κάπως τραβηγμένη σε ορισμένα σημεία και αρκετά θολή σε μερικά άλλα. Αυτό όμως που μου έκανε την καλύτερη εντύπωση και είναι η κινητήριος δύναμη αυτής εδώ της ανάρτησης είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Κώστας Χαρίτος. Πρόκειται για έναν πενηντάρη οικογενειάρχη αστυνομικό, ο οποίος παρόλη την σαπίλα και την προχειρότητα που φέρει ο κλάδος του, θέλει να κάνει καλά την δουλειά του. Είναι πονηρός όσο πρέπει, τα λέει όπως πρέπει και δεν τρέφει αυταπάτες ούτε για την δουλειά ούτε για την οικογένεια του. Μέσω του ήρωα του ο Μάρκαρης μιλάει για την οικογένεια, τα σώματα ασφαλείας και την κοινωνία της δεκαετίας του ’90, η οποία ελάχιστα έχει αλλάξει από τότε. Πολλοί παρομοιάζουν τον Χαρίτο με τον σύγχρονο απόγονο του Μπέκα, αλλά έχοντας διαβάσει μονάχα ένα βιβλίο δεν μπορώ να εκφέρω άποψη. Σίγουρα οι δύο ήρωες έχουν σημαντικές ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές, ειδικά στο συγγραφικό πλαίσιο.

Το Νυχτερινό Δελτίο είναι ένα καλό βιβλίο στο σύνολό του. Είναι εύκολο ανάγνωσμα και το προτείνω στους λάτρεις του είδους, αλλά και σε όσους ψάχνουν ενδιαφέρουσες φωνές στην ελληνική γραμματεία.

Τα τρία επίπεδα της ζωής του Julian Barnes

Η μεγαλύτερη επιτυχία μιας ανάγνωσης είναι όταν γίνεται στην κατάλληλη στιγμή. Μέχρι τώρα έχω σταθεί τυχερή αρκετές φορές, πολλά τα βιβλία που διάβασα σε κατάλληλες στιγμές. Ακόμα όμως μεγαλύτερη επιτυχία είναι όταν κάθε βιβλίο του ίδιου συγγραφέα σε βρίσκει την κατάλληλη στιγμή και από τέτοιες επιτυχίες δεν έχω πολλά παραδείγματα, μονάχα αυτό του Julian Barnes. Ένα χρόνο μετά το Ένα κάποιο τέλος, διάβασα επιτέλους Τα τρία επίπεδα της ζωής, ένα μικρό μεγάλο βιβλίο.

Ο Julian Barnes γεννήθηκε στην Αγγλία το 1946 και σπούδασε στο City of London School. Μετά την αποφοίτησή του δούλεψε σαν λεξικογράφος στο Oxford English Dictionary, ενώ λίγο αργότερα άρχισε να εργάζεται σαν κριτικός λογοτεχνίας και τηλεόρασης σε διάφορα έντυπα. Στα γράμματα εμφανίστηκε το ΄80 και από τότε έχει εκδόσει αρκετά μυθιστορήματα και συλλογές δοκιμίων. Τα Tρία επίπεδα της ζωής το 2013 και ανήκουν στο είδος των απομνημονευμάτων, αν και από τις πρώτες σελίδες δεν γίνεται αντιληπτό.

«Χάνεις, λοιπόν, τον κόσμο ολόκληρο για μια ματιά; Ασφαλώς και τον χάνεις. Γι’ αυτό υπάρχει άλλωστε ο κόσμος· για να τον χάνεις κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες.»

Τα τρία επίπεδα της ζωής είναι ένα μυθιστόρημα χωρισμένο σε τρία μέρη, φαινομενικά άσχετα το ένα με το άλλο. Η πρώτη ιστορία μας μιλά για αερόστατα, η δεύτερη για μποέμ έρωτες και η τρίτη για τον θάνατο της συζύγου του συγγραφέα και όσα ακολούθησαν αυτού. Τίποτα δεν είναι άσχετο όπως μεταξύ τους. Κάθε σχέση είναι ένα αερόστατο, το ύψος της πτήσης είναι όσα διογκώνουν την σχέση και φυσικά η λήξη αυτής είναι το μόνο βέβαιο, είτε μιλάμε για εναέριες βόλτες είτε για επίγειες σχέσεις. Αυτά και άλλα τόσα. Ένα μικρό βιβλίο, μόλις εκατών κάτι σελίδων, που κουβαλά μέσα του ένα απύθμενο βάθος.

IMG_2908.JPG

«Ζούμε στην επιφάνεια, στη γη, κι όμως –γι’ αυτό– οι βλέψεις μας είναι υψιπετείς. Ενώ σερνόμαστε στο έδαφος, απλώνουμε καμιά φορά το χέρι ψηλά φτάνοντας μέχρι τους θεούς. Μερικοί πετούν στον ουρανό με την τέχνη, άλλοι με τη θρησκεία· οι περισσότεροι τον έρωτα. Όταν όμως πετάς ψηλά, μπορεί και να τσακιστείς. Λίγες είναι οι ομαλές προσγειώσεις. Μπορεί να βρεθείς να σκας στο έδαφος με ορμή που τσακίζει κόκαλα ή να σε παρασύρει ο σιδηρόδρομος σε ράγες ξένης χώρας. Κάθε ερωτική ιστορία είναι εν δυνάμει μια ιστορία ψυχικής οδύνης. Κι αν όχι στην αρχή, τότε αργότερα. Κι αν όχι για τον ένα, τότε για τον άλλο. Μερικές φορές και για τους δύο.»

Ο λόγος του Barnes στην αρχή φαίνεται ουδέτερος, στα όρια του αδιάφορου, και συνεχίζει φορτώνοντας συναισθηματισμό μέχρι την τελική ιστορία. Για αυτή την τελική ιστορία, την προσωπική του συγγραφέα, θα ήθελα να μιλήσω λίγο παραπάνω. Αλλά όποια λόγια και αν πεις μπροστά στην μαύρη τρύπα της απώλειας θα χαθούν. Είναι ήδη σχεδιασμένο από καταβολής κόσμου και αυτό δεν θα αλλάξει.

«Δεν πιστεύω ότι θα την ξαναδώ ποτέ. Δεν θα την ξαναδώ, δεν θα την ξανακούσω, δεν θα την αγγίξω, δεν θα την αγκαλιάσω, δεν θα προσέξω αυτά που μου λέει και δεν θα γελάσω με αυτά που μου λέει· δεν θα στήσω ποτέ ξανά αυτί για να ακούσω τα βήματά της, δεν θα χαμογελάσω στο άκουσμα της εξώπορτας που ανοίγει, δεν θα κουρνιάσω στο κορμί της, ούτε αυτή στο δικό μου. Δεν πιστεύω επίσης ότι θα ξαναβρεθούμε με κάποια άυλη μορφή. Πιστεύω ότι ο νεκρός είναι νεκρός. Κάποιοι θεωρούν τη θλίψη σαν ένα είδος βίαιου αν και δικαιολογημένου οικτιρμού του ίδιου του εαυτού· κάποιοι άλλοι ότι πρόκειται απλώς για την αντανάκλαση ενός ανθρώπου στα μάτια του θανάτου· άλλοι πάλι λένε ότι λυπούνται αυτόν που επέζησε, γιατί αυτός περνάει το ζόρι, ενώ ο αγαπημένος νεκρός δεν υποφέρει πια. Οι προσεγγίσεις αυτού του είδους επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πένθος αποδυναμώνοντάς το – το ίδιο κάνουν και με τον θάνατο. Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος του πένθους μου απευθύνεται σε εμένα τον ίδιο –κοίτα τι έχασα, κοίτα πώς μίκρυνε η ζωή μου–, το μεγαλύτερο μέρος όμως, το πολύ μεγαλύτερο, έχει να κάνει από την αρχή με εκείνη: κοίτα τι έχασε τώρα που έχασε τη ζωή της. Τώρα που έχασε το σώμα της, το πνεύμα της, την ακτινοβόλα περιέργειά της για τα πράγματα της ζωής. Μερικές φορές μου φαίνεται σαν ο μεγαλύτερος χαμένος, ο πραγματικά αποστερημένος, να είναι η ίδια η ζωή, γιατί δεν αποτελεί πια αντικείμενο της ακτινοβόλας περιέργειάς της.»

Όπως και στο Ένα κάποιο τέλος, ο συγγραφέας παίζει πάλι με τον αθέατο μίτο ενός νοήματος που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακολουθήσει πολλές φορές ασυναίσθητα στη ζωή μας. Βρίσκω λοιπόν φυσιολογικό το γεγονός ότι σε πολλούς δεν έκανε εντύπωση αυτό το βιβλίο. Στην εποχή που ζούμε, εξάλλου, τα περισσότερα από όσα νιώθουμε ή βιώνουμε έχουν πάψει να μας κάνουν εντύπωση, ακόμα και η τόσο ανθρώπινη-απάνθρωπηθέα του θανάτου.

Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου

Είσαι στο φανάρι, περιμένεις να ανάψει πράσινο για να πατήσεις γκάζι και να πας επιτέλους σπίτι σου και ξαφνικά χάνεις το φως σου. Όλα γύρω σου σκοτεινιάζουν και εσύ συνειδητοποιείς, φυσικά με τον πιο άσχημο τρόπο, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Τα μάτια σου ήταν η ζωή σου. Τι κάνεις τώρα λοιπόν; Κάπως έτσι ξεκινάει το βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου με τίτλο Περί τυφλότητος, αλλά δεν μένει εκεί. Το μυθιστόρημα κοιτάει, χωρίς στην ουσία να βλέπει, πέρα από τις αισθήσεις που χάθηκαν και αποδεικνύει με τον πιο εύστοχο τρόπο ότι η οργανική τύφλωση δεν είναι τίποτα μπροστά στην συνειδησιακή.

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 σε ένα χωριό έξω από την Λισσαβώνα. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας του δεν του επέτρεψε να φοιτήσει σε κλασικό γυμνάσιο, για αυτό παρακολούθησε μαθήματα σε τεχνικό. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε σε αρκετά τεχνικά επαγγέλματα μέχρι τελικά να καθιερωθεί στο χώρο των γραμμάτων. Εκτός από το λογοτεχνικό του έργο, έχει γράψει ποιήματα, σενάρια, έχει εργαστεί για χρόνια ως δημοσιογράφος και το 1998 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Έφυγε από την ζωή τον Ιούνιο του 2010 σε ηλικία 87 ετών. Το Περί Τυφλότητος εκδόθηκε το 1995 και αποτελεί μια αλληγορία γύρω από την όραση και την τύφλωση, δύο ενέργειες -και όχι αισθήσεις- τόσο περιοριστικές όσο και απεριόριστες ταυτοχρόνως.

Πώς είναι ο κόσμος, είχε ρωτήσει ο γέρος με την μαύρη καλύπτρα, κι η γυναίκα του γιατρού απάντησε, Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, ανάμεσα στους λίγους και τους πολλούς, ανάμεσα σε αυτό που ζούμε κι αυτό που έχουμε μπροστά μας για να ζήσουμε, Κι οι άνθρωποι πως είναι, ρώτησε η κοπέλα με τα μαύρα γυαλιά, Είναι σαν φαντάσματα, έτσι πρέπει να νιώθει ένα φάντασμα, να έχει τη βεβαιότητα ότι η ζωή υπάρχει, γιατί έτσι λένε οι τέσσερις αισθήσεις, αλλά να μην μπορεί να την δει, Έχει πολλά αυτοκίνητα εδώ γύρω, ρώτησε ο πρώτος τυφλός, που δεν μπορεί να ξεχάσει ότι του έκλεψαν το δικό του, Είναι σωστό νεκροταφείο. Ούτε ο γιατρός ούτε η γυναίκα του πρώτου τυφλού έκαναν ερωτήσεις, για ποιο λόγο, αφού οι απαντήσεις θα ήταν ανάλογες με τούτες. Το αγοράκι με τον στραβισμό είναι ικανοποιημένο που φοράει τα παπούτσια που πάντα ονειρευόταν, και δεν καταφέρνει να τον λυπήσει καν το γεγονός ότι δεν τα βλέπει. Ίσως για αυτό εκείνο δεν μοιάζει με φάντασμα. Κι άλλο τόσο θα ήταν άδικο να αποκαλέσουμε ύαινα το σκύλο με τα δάκρυα που ακολουθεί τη γυναίκα του γιατρού, αντί να παίρνει στο κατόπι την νεκρή σάρκα, συνοδεύει κάτι μάτια που το ξέρει καλά πως είναι ζωντανά.

Όλα κυλούν όπως πρέπει, όταν μια ωραία πρωία (μεσημέρι ήταν) ξεσπάει ένα αιφνίδιο κύμα τύφλωσης. Οι άνθρωποι χάνουν το φως τους κυριολεκτικά παντού, όταν οδηγούν, όταν μαγειρεύουν, όταν κάνουν έρωτα. Τα περιστατικά είναι όλο και περισσότερα, ενώ τα αίτια ανεξήγητα. Η Κυβέρνηση αποφασίζει να χωρίσει τους τυφλούς από τους όσους ακόμα βλέπουν και τους τοποθετεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι Τυφλοί, μόνοι και αβοήθητοι πλέον, φτιάχνουν την δικιά τους κοινότητα με τους δικούς τους άγραφους κανόνες. Μια κοινότητα των τεσσάρων αισθήσεων που δεν αργεί να καταρρεύσει και να τους πλακώσει. Ανάμεσα τους όμως βρίσκεται μια γυναίκα, η γυναίκα του Γιατρού, που ακόμα βλέπει.

IMG_2519.JPG

Εγκρίνει και ο Πίου!

Όλοι, λίγο πολύ, μπορούμε να σκεφτόμαστε τι θα γινόταν σε έναν κόσμο τυφλών, ακόμα και αν δεν θέλουμε να το κάνουμε. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι η οργανική τύφλωση αυτό που θα μετατρέψει την ζωή μας σε κολαστήριο, αλλά η ίδια μας η αδυναμία να δούμε πέρα από αυτή, να κατανοήσουμε την ανάγκη να παραμείνουμε άνθρωποι και χωρίς τα μάτια μας. Αυτό προσπαθεί να μας πει ο Σαραμάγκου, ή μάλλον καλύτερα και αυτό προσπαθεί να μας πει.

Το περί τυφλότητας είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Όχι τόσο για την αλληγορία που το μονοπωλεί, όσο γενικότερα για το σύνολό του. Στο παραπάνω απόσπασμα είναι φανερές οι ιδιαιτερότητες της πένας του Σαραμάγκου. Προτάσεις με μεγάλη έκταση, απουσία σημείων στίξεων, γραφή σχεδόν γραφειοκρατική (όπως είχε επισημάνει και η Τζο). Στοιχεία δηλαδή που επιδρούν σε βάθος μαζί με την θεματολογία του έργου στον αναγνώστη. Ένα ακόμα στοιχείο που μου άρεσε πολύ είναι η έλλειψη ονομάτων. Σε ένα κόσμο τυφλών το όνομα παίζει μεγάλο ρόλο, θα αναρωτηθεί κανείς. Αλλά ο Σαραμάγκου δεν μασάει από τέτοια. Οι πρωταγωνιστές του έχουν χαρακτήρα και δεν χρειάζονται τα ονόματα για να ξεχωρίσουν.

Κάποτε ένας φίλος μου είπε ότι το όνομα είναι η πρώτη κοινωνική σύμβαση που κάνουμε, έστω και εν αγνοία μας, από εκεί και έπειτα, είπε, έρχεται το χάος. Δεν ξέρω αν είχε δίκιο. Το μόνο που ξέρω είναι ότι το χάος έρχεται με πολύ λιγότερα από ένα απλό όνομα, χρειάζεται μονάχα την παραδοχή του (σου).

Λίγη Ζωή της Hanya Yanagihara

Δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι πολωμένες βαθμολογίες και οι κριτικές που μάλλον θύμιζαν περισσότερο φορτισμένες συναισθηματικά εξομολογήσεις. Κάτι το καλό promotion από τις εκδόσεις, κάτι η φυσική μου κλήση προς το κλαίειν, αποφάσισα να το πάρω. Καλά να πάθω!

Hanya Yanagihara γεννήθηκε το 1974 στην Καλιφόρνια, μεγάλωσε όμως στην Χαβάι, την οποία και θεωρεί πατρίδα της. Είναι αρθρογράφος και συγγραφέας και η Λίγη Ζωή είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της.

IMG_2873.JPG

Η ιστορία είναι -πλέον- γνωστή. Τέσσερις φίλοι προσπαθούν να στρώσουν την ζωή τους στη Νέα Υόρκη. Ο ανώριμος Τζέι Μπι, ο μπερδεμένος αλλά καλόκαρδος Μάλκομ, ο όμορφος Γουίλεμ και ο συνεσταλμένος Τζουντ παλεύουν με το μέλλον μπροστά τους και με το παρελθόν πίσω τους. Μονάχα που ο Τζουντ δεν μιλάει ποτέ για το παρελθόν. Δεν αναφέρει ποτέ την οικογένεια του. Σωπά όταν τον ρωτούν που μεγάλωσε. Τραβιέται όταν πάνε να τον αγκαλιάσουν. Είναι εκεί μαζί τους, αλλά ένα κομμάτι του λείπει ηθελημένα. Μεγαλώνοντας η κατάσταση μεταξύ των τεσσάρων φίλων αλλάζει. Η παρέα σπάει στην καθημερινότητα. Ο πυρήνας του Τζουντ και του Γουίλεμ όμως παραμένει ακέραιος και δυναμώνει με τον καιρό. Ο ένας έχει τον άλλον ανάγκη για να συνεχίσει. Ο ένας διώχνει τα φαντάσματα του άλλου.

Ολόκληρη η ιστορία γυρνάει σαν γαϊτανάκι γύρω από το παρελθόν του Τζουντ. Το τραγικό παρελθόν ενός παιδιού που πέρασε δια πυρός και σιδήρου και κατάφερε, αν και όχι αλώβητο, να σταθεί στα πόδια του και να συνεχίσει την ζωή του. Όλα αυτά τα μαθαίνουμε σε αναδρομικά κομμάτια, που σπάνε την αφήγηση και δίνουν -ένα κάποιο- σασπένς στην όλη ιστορία. Ένα αρκετά δυνατό χαρακτηριστικό του βιβλίου επίσης είναι και η ψυχογραφηση των ηρώων. Η Γιαναγκιχαρα έχει φτιάξει ολοκληρωμένος χαρακτήρες με υπόσταση και ψυχή. Τα προβλήματα όμως ξεκινούν όταν η ίδια πρέπει να διαχειριστεί αυτούς τους ήρωες.

Πέρα από την ψυχογραφηση και την πολλά υποσχόμενη αρχή του έργου, η πλοκή είναι βουτηγμένη -μην πω πνιγμένη- στην υπερβολή. Ακόμα και οποία καλά στοιχεία είχε, ή τέλος πάντων όσα σε μένα φάνηκαν καλά, πνίγηκαν στο τσουνάμι της υπερβολής. Ρε παιδιά, δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα και έλεγα δεν μπορεί, έχει κι άλλο; Και φτάνω στο τελευταίο μέρος πεπεισμένη πια ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να με εκπλήξει. Και μαντέψτε: υπήρξε! Όλος αυτός ο συμπιεσμένος πόνος φάνταζε πλαστός από ένα σημείο και έπειτα. Σαν κακοστημένη εξομολόγηση σε πανελ του Μικρούτσικου ένα πράγμα.

Υπήρχαν και άλλα δεδομένα που δεν μου κολλούσαν στο βιβλίο βέβαια. Δευτερεύοντα μεν, αλλά δεν θα γλυτώσουν την αναφορά δε. Πρώτο και σημαντικότερο, η ομοφυλοφιλία και ο ανώριμος τρόπος που παρουσιάζεται. Εκτός από το δίδυμο Τζουντ-Γουίλεμ, η Γιαναγκιχαρα σκορπά καθ’όλη την έκταση του μυθιστορήματος ομοφυλόφιλους χαρακτήρες απλόχερα. Μπορεί η κοινωνία της Νέας Υόρκης να παρουσιάζεται τόσο προοδευτική και γαμάτη και πραγματικά εύχομαι να ήταν όλες οι κοινωνίες του κόσμου έτσι, να μπορούσες ελεύθερα να είσαι αυτός που νιώθεις ότι είσαι χωρίς περιορισμούς και λογοκρισία, αλλά μου χτυπάει κάπως περίεργα που σχεδόν οι μισοί χαρακτήρες του έργου ήταν ή υπήρξαν κατά διαστήματα ομοφυλόφιλοι. Άλλη μια υπερβολή; Πιθανό. Μια κοινωνική πραγματικότητα που δεν είμαι σε θέση να διαβεβαιώσω; Επίσης, πιθανό. Εγώ όμως το βλέπω περισσότερο σαν ένας πλάγιος αλλά σίγουρος δρόμος πωλήσεων. Και υπογραμμίζω ξανά: δεν έχω κανένα πρόβλημα με την ομοφυλοφιλία, αλλά με τον τρόπο που την χρησιμοποιεί η συγγραφέας.
Δεύτερον, πως είναι δυνατόν να μιλάμε για μια τόση δυνατή φιλία, με τόσο γερά θεμέλια και μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα, όταν οι μέτοχοι αυτής αγνοούν στοιχεία και κομμάτια του ενός «φίλου», δεν αναγνωρίζουν τις αδυναμίες και τις τάσεις αυτοκαταστροφής του και μένουν άπραγοι μπροστά στην διάθεση αυτοτραυματισμού του. Ξέρω πως πολλοί δεν θα συμφωνήσουν μαζί μου σε αυτό το σημείο. Παρόλα αυτά, μέχρι σχεδόν την μέση του βιβλίου δεν είδα και καμία χειροπιαστή απόδειξη της φιλίας των τεσσάρων. Μου έδωσαν την εντύπωση ότι συγκυριακά έμεναν ενωμένοι και η αγάπη τους ήταν αρκετά εύθραυστη.

Πραγματικά ήθελα να μου αρέσει αυτό το βιβλίο. Ήθελα να με αγγίξει, να κλάψω, να το αγαπήσω. Φάνταζε όμως τόσο πλαστό στα μάτια μου, που τελικά το αντιπάθησα. Μάλλον έτσι εξηγούνται οι πολωμένες βαθμολογίες που ανέφερα στον πρόλογο.

Δεν συνηθίζω να προτείνω βιβλία που δεν μου άρεσαν και δεν θα το κάνω ούτε και τώρα. Το βιβλίο είναι δίκοπο μαχαίρι και εγώ αθώους δεν παίρνω στον λαιμό μου. Διαβάστε το, μην το διαβάσετε, το ίδιο μου κάνει. Αν θέλετε να κλάψετε πάντως ακούστε καλύτερα το Lonely Day των System of a down. Όσο να πεις είναι 900 σελίδες ελαφρύτερο.