Ο μάγος του John Fowles

Ίσως τελικά ένα πράγμα δεν χρειάζεται να έχει το βιβλίο και ας περιμένουν οι περισσότεροι αναγνώστες αυτό ακριβώς, ένα τέλος. Πρώτος διδάξας στην ανατροπή ήταν ο μέγιστος Dickens με τις Μεγάλες Προσδοκίες. Ποτέ δεν θα μάθουμε, εμείς οι θνητοί, αν τελικά οι σκιές θα χωριστούν κάποτε. Από το πλέον κλασικό παράδειγμα μέχρι την φευγάτη Καρδερίνα της Tartt, η οποία επίσης πέταξε χωρίς να τιτιβίσει, έχουν μεσολαβήσει πολλά και ευρέως αγαπητά βιβλία που ακολουθούν την συγκεκριμένη γραμμή. Ένα από αυτά είναι ο Μάγος του John Fowles. Στις οχτακόσιες σχεδόν σελίδες αυτού του μεταμοντέρνου μυθιστορήματος το ανύπαρκτο τέλος είναι το λιγότερο που έχει να αντιμετωπίσει ο αναγνώστης. Είναι μεγάλο το ταξίδι που έχει να διανύσει.

Ο John Fowles γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1926 στην Αγγλία. Σε ηλικία εικοσιενός ετών, επηρεασμένος από τα έργα του Sarte και του Camus, αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Μετά την αποφοίτησή του από το κολέγιο ήρθε στην Ελλάδα για να διδάξει ως καθηγητής αγγλικών στη Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών, από όπου απολύθηκε δύο χρόνια αργότερα, όταν μαζί με άλλους καθηγητές επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν αλλαγές στην εκπαιδευτική διαδικασία. Τα χρόνια που πέρασε στην Ελλάδα, και ειδικότερα η ζωή στην κλειστή κοινωνία του νησιού και η επαφή με την μεσογειακή φύση, θα τον βοηθήσουν να γράψει χρόνια αργότερα ένα από τα μεγαλύτερα και γνωστότερα έργα του, τον Μάγο. Έφυγε από την ζωή πλήρης ημερών τον Νοέμβρη του 2005 αφήνοντας πίσω του έναν σεβαστό αριθμό έργων.

«Ξέρω πως είναι όταν φεύγει κάποιος. Για μια εβδομάδα είναι αγωνία, μετά για μια βδομάδα πονάει, μετά αρχίζεις να ξεχνάς και μετά είναι σαν να μην έγινε ποτέ, σαν να συνέβη σε κάποιον άλλον, και αρχίζεις να αδιαφορείς. Λες, ουφ, αυτή είναι η ζωή, έτσι είναι τα πράγματα. Τέτοιες βλακείες. Σαν να μην έχασες κάτι για πάντα.»

«Δεν θα ξεχάσω. Δεν θα ξεχάσω ποτέ.»

«Θα ξεχάσεις και θα ξεχάσω.»

«Πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε. Όσο θλιβερό και αν είναι «

Ύστερα από αρκετή ώρα είπε: «Νομίζω πως δεν ξέρεις τι θα πει λύπη.» (σελ.50)

Λίγο μετά τον Δ.Π.Π. ο εικοσιπεντάχρονος Νίκολας Έρφ αποφασίζει να αλλάξει παραστάσεις και να κυνηγήσει την τύχη του μακριά από την πατρίδα Αγγλία. Κάνει τα χαρτιά του λοιπόν και διορίζεται ως καθηγητής αγγλικών σε ένα ιδιωτικό σχολείο αρρένων στη Φράξω, ένα μικρό ελληνικό νησί. Φεύγοντας, άφησε πίσω του μια νεαρή αυστραλέζα, την Άλισον, με την οποία συνδεόταν ερωτικά, αλλά το πάθος και η ένταση της σχέσης τους είχαν αρχίσει να τον κουράζουν. Στο νησί η μονοδιάστατη καθημερινότητα θα τον οδηγήσει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, μέχρι που θα γνωρίσει ένα πολύ ενδιαφέρον και μυστηριώδες πρόσωπο, τον Κόγχις. Ο αινιγματικός Κόγχις θα τον συστήσει σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν που γνωρίζει ο Νικόλας, γεμάτο νεφέλες και ζωντανά φαντάσματα.

«Χρόνια αργότερα, είδα την «γκάμπια» στην Πιατσέντσα: ένα τραχύ μαύρο κλουβί καναρινιού, δεμένο πάνω ψηλά στο πλάι του κωδωνοστασίου, μέσα στο οποίο άφηναν τους φυλακισμένους να πεθάνουν από την πείνα και να σαπίσουν, σε πλήρη θέα από την πόλη κάτω. Και κοιτάζοντας την, θυμήθηκα εκείνον τον χειμώνα στην Ελλάδα, εκείνη την «γκάμπια» που είχα χτίσει για μένα από φως, μοναξιά και αυταπάτες. Το να γράφω ποίηση και να αυτοκτονώ, φαινομενικά τόσο αντίθετα, ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο, απόπειρες φυγής. Και τα συναισθήματά μου, στο τέλος του θλιβερού αυτού εξαμήνου, ήταν τα συναισθήματα ενός που ξέρει πως είναι σε κλουβί, εκτεθειμένος στον περίγελο όλων των παλιών του φιλοδοξιών έως τον θάνατο.» (σελ. 74)

Το 1965, όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ο Μάγος, ο Fowles ήταν ήδη πετυχημένος συγγραφέας δύο άλλων έργων. Παρόλα αυτά, ήταν το πρώτο βιβλίο που είχε προσπαθήσει να γράψει μετά την επιστροφή του στην Αγγλία και η επιρροή από την διαμονή του στην Ελλάδα είναι πασιφανής. Φανερές επίσης είναι και η αναγνωστικές επιρροές του συγγραφέα, από τον ντικενσιανό μαγικό ρεαλισμό μέχρι τις ερωτικές σκηνές του μυθιστορήματος που θυμίζουν έντονα τον αισθησιασμό του D. H. Lawrence.

Καθόλη την διάρκεια του βιβλίου ο Fowles παίζει με το μυαλό μας, δημιουργεί πολλά πιθανά σενάρια στην πλοκή εγκλωβίζοντας τον αναγνώστη μαζί με τον πρωταγωνιστή του στο λαβύρινθο της αλήθειας και του ψεύδους. Θα ακουστεί υπερβολικό, αλλά είναι αλήθεια: διαβάζεις και δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Κάθε νέο κεφάλαιο αποτελεί μια έκπληξη. Είναι αδύνατο να προβλέψεις το τέλος ή έστω κάποια πιθανή εναλλακτική κοντά σε αυτό. Η χαρισματική γραφή του Fowles, πότε φειδωλή και πότε ασυγκράτητη, απογειώνει το σύνολο του βιβλίου.

Edited with Afterlight (3).jpg

Αν και ο ίδιος ο συγγραφέας χαρακτήρισε τον Μάγο ως ένα μυθιστόρημα εφηβείας γραμμένο από έναν καθυστερημένο έφηβο, πολύ αμφιβάλω αν απευθύνεται πράγματι σε εφήβους. Στο σύνολό του είναι ένα δύσκολο βιβλίο, που διαβάζεται μεν γρήγορα, αλλά απαιτεί δε προσοχή και συγκέντρωση από τον αναγνώστη. Προσωπικά, το μεταμοντέρνο είδος δεν με συγκινεί, περίεργο αν υπολογίσει κανείς την αγάπη μου για τους Ou.li.po.,  για την ακρίβεια περισσότερο με κουράζει. Ομολογώ πως υπήρχαν μέρη στον Μάγο που μέχρι και τώρα δεν έχω αποκωδικοποιήσει και πιθανόν να μην το κάνω και ποτέ, αλλά δεν μπορώ να μην υποκλιθώ σε αυτό το συνολικά εξαιρετικό έργο του Fowles.

Κατά την άποψή μου απευθύνεται σε έμπειρους αναγνώστες, που δεν τους επηρεάζει η έλλειψη τελικής σκηνής στην υπόθεση. Ο Μάγος κυκλοφορεί από τις από τις εκδόσεις «Εστία» και αριθμεί μονάχα 775 σελίδες. Ένα ωραιότατο βαρύ χριστουγεννιάτικο δώρο!

Advertisements

Το Θαύμα της Emma Donoghue

γράφει η Αγγελική Δρακάκη

Θυμάμαι πριν δύο χρόνια περίπου, όταν έψαχνα στο ίντερνετ κάτι, έπεσα τυχαία πάνω σε ένα άρθρο σχετικό με κάποια βιβλία που θα μεταφέρονταν στην κινηματογραφική οθόνη. Ανάμεσα στις ταινίες που είδα και ξεχώρισα ήταν το trailer της ταινίας The Room (Το δωμάτιο), που ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου της Emma Donoghue με τον ομώνυμο τίτλο. Αμέσως έψαξα να βρω αν το βιβλίο είχε μεταφραστεί στα ελληνικά και από κάποιον εκδοτικό. Εν συντομία, το βρήκα, το διάβασα και λάτρεψα. Όταν, λοιπόν, βγήκε το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέα με τίτλο «To Θαύμα» κατενθουσιάστηκα και έτρεξα ολοταχώς να το διαβάσω. Ήδη από την περιγραφή στο οπισθόφυλλο με είχε κερδίσει!

Η πλοκή διαδραματίζεται σε ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας του 19ου αιώνα. Εκεί, ένα εντεκάχρονο κορίτσι επιβιώνει για μήνες χωρίς τροφή. Περιηγητές, δημοσιογράφοι και κάθε λογής άνθρωποι καταφτάνουν στο μέρος για να την δουν και να την αγγίξουν. Μαζί τους έρχονται και μία νοσοκόμα για να παρακολουθεί το παιδί και ένας δημοσιογράφος από το Δουβλίνο για να καλύψει το γεγονός. Τι είναι τελικά αυτό το κορίτσι, ιατρικό θαύμα, υπερφυσικό φαινόμενο ή μήπως θρασύτατη απάτη;

Η ιστορία ξεκινά με την νοσοκόμα Λίμπι Ράιτ να ταξιδεύει από το Λονδίνο στην Ιρλανδία για μία δουλεία που της ανατέθηκε, χωρίς να τις δώσουν περαιτέρω πληροφορίες. Όταν φτάνει στο χωρίο πληροφορείτε ότι μαζί με μια άλλη νοσοκόμα θα προσέχουν συνεχώς μία εντεκάχρονη, οποία έχει να τραφεί εδώ και τέσσερις μήνες. Η Λίμπι, πιστεύοντας ότι αυτό είναι μια κακόγουστη φάρσα, αποφασίζει να την ξεσκεπάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται, ώστε να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα της. Έτσι, βάζει σε εφαρμογή το σχέδιο της και κάθε μέρα γίνετε άγρυπνος φρουρός της μικρής Άννας και της οικογένειας της. Όμως τα πράγματα στην πορεία δεν είναι όπως φαίνονται, όσο η Λίμπι μπαίνει βαθύτατα μέσα σε αυτή την οικογένεια και γίνετε φίλη με την Άννα τόσο περισσότερα καταλαβαίνει. Όταν θα ανακαλύψει επιτέλους την αλήθεια πίσω από την άρνηση της Άννας να τραφεί, θα τα βάλει με όλους για να αποτρέψει τις ολέθριες συνέπειες. Σε αυτόν της τον αγώνα θα σταθεί πλάι της και θα την εμψυχώνει ο δημοσιογράφος από το Δουβλίνο. Όλοι θα της γυρίσουν την πλάτη, αλλά ο Ουίλιαμ θα την στηρίξει και μαζί θα προσπαθήσουν να βοηθήσουν το παιδί.

Μαζί με την Λίμπι μπαίνει και ο αναγνώστης στη διάθεση να σκεφτεί τι συμβαίνει τέλος πάντων με αυτό το κορίτσι. Πράγματι δεν τρέφεται καθόλου; Μήπως όντως είναι ένα θαύμα; Και αν κάποιος την ταΐζει κρυφά; Που άραγε κρύβεται η παγίδα σε όλο αυτό; Αν εγώ ήμουν τέσσερις μήνες χωρίς τροφή και μόνο με δυο τρεις κουταλιές νερό σίγουρα δεν θα ζούσα, όπως κάθε άλλος άνθρωπος πάνω στη γη. Και όμως, η Άννα όχι μόνο ζει, αλλά είναι σαν όλα τα παιδί της ηλικίας της.

0923_emma-donoghue-1000x667.jpg

Η Emma Donoghue μπλέκει με ασυναγώνιστη επιδεξιότητα ένα μυθιστόρημα εποχής με το ερωτικό και το κοινωνικό στοιχείο. Επιπλέον δίνει ένα σαφές μήνυμα ότι η επιτυχία του προηγούμενου έργου της δεν την εγκλωβίζει, όπως έχει συμβεί σε αρκετές ανάλογες περιπτώσεις. Η Ιρλανδή συγγραφέας θεωρείται επάξια μια από τις δυνατότερες φωνές της γενιάς της και σίγουρα έχουμε να διαβάσουμε πολλά ενδιαφέροντα έργα από την πένα της στο μέλλον.

Η αλήθεια είναι πως θα μπορούσα να πω πολλά περισσότερα γι’ αυτό το βιβλίο. Με άφησε με τις καλύτερες εντυπώσεις, όπως εξάλλου και το Δωμάτιο. Παρόλα αυτά, νομίζω ότι η μέχρι τώρα περιγραφή είναι αρκετή για να σας κινήσει το ενδιαφέρον και να το διαβάσετε. Αναζητήστε το από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Η αντίπερα όχθη του Julio Cortazar

Το διήγημα είναι μία από τις αγαπημένες μου λογοτεχνικές φόρμες και αυτό γιατί πάντα πίστευα ότι είναι δυσκολότερο να αποδώσεις ένα ολοκληρωμένο νοηματικά και συναισθηματικά κείμενο σε μερικές δεκάδες σελίδες από το να το «χωρέσεις» σε μερικές εκατοντάδες. Ο Julio Cortazar στην Αντίπερα Όχθη ξεπερνά τη σκόπελο του αριθμητικού περιορισμού σχεδόν αναίμακτα και απογειώνει τα δεκατρία διηγήματα της συλλογής στέλνοντας τα κυριολεκτικά σε άλλη διάσταση.

article-image-1

Ο Julio Cortazar γεννήθηκε το 1914 στις Βρυξέλλες και σε ηλικία τεσσάρων ετών έφυγε με την οικογένειά του για την Αργεντινή. Εκεί τελείωσε το σχολείο, ξεκίνησε σπουδές στη φιλοσοφία, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε, και εργάστηκε ως καθηγητής γαλλικών. Λόγω της εναντίωσής του με το καθεστώς του Περόν, το 1951 αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία, όπου έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου και εργάστηκε ως μεταφραστής στην Ουνέσκο. Το 1961, γοητευμένος από τον αγώνα και την επανάσταση της, επισκέφτηκε την Κούβα και συνδέθηκε φιλικά με τον Fidel Castro. Τριάντα χρόνια μετά την φυγή του στη Γαλλία, το 1981, ο Francois Mitterrand του απένειμε την γαλλική υπηκοότητα. Πέθανε στο Παρίσι το 1984 αναγνωρισμένος και πολυδιαβασμένος.

Η Αντίπερα Όχθη, όπως ανέφερα και στον πρόλογο, είναι μια συλλογή διηγημάτων. Εκδόθηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα και περιλαμβάνει δεκατρία αυτοτελή κείμενα γραμμένα από το 1937 μέχρι το 1945 και χωρισμένα σε τρεις θεματικές ενότητες. Όλες οι ιστορίες είναι δομημένες με την χαρακτηριστικές συγγραφικές αρετές του Cortazar, όπου το φανταστικό συναντά το μαγικό ρεαλισμό και την ειρωνεία. Είναι φυσιολογικό σε μια συλλογή να μην έχουν όλες οι συμμετοχές την ίδια βαρύτητα. Αυτό συμβαίνει και εδώ, μόνο που παρά τις όποιες αδυναμίες μπορεί να έχει ένα διήγημα, είναι τόσο ρέουσα και καλαίσθητη η πρόζα του Cortazar που ακόμα και τα λιγότερο αγαπημένα μου διηγήματα τελικά κατάφεραν να μου αφήσουν το στίγμα τους.

2017-10-24 03.34.25 1.jpg

Ο συγκεκριμένος τίτλος των εκδόσεων Bibliotheque δεν ξεχωρίζει μονάχα για το εσωτερικό του περιεχόμενο. Από το ιδιαίτερο σχήμα του βιβλίου μέχρι τις εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο, όλα είναι προσεγμένα και πολύ κοντά στο πνεύμα που αποπνέουν τα διηγήματα. Συνολικά, η Αντίπερα Όχθη είναι μια συλλογή που σίγουρα αξίζει την προσοχή των αναγνωστών. Μαζί με την ποιητική Σύνθλιψη των σταγόνων, που κυκλοφορεί επίσης από ίδιες τις εκδόσεις, θεωρώ ότι είναι τα κατάλληλα πρώτα βήματα στον κόσμο του σπουδαίου αυτού λογοτέχνη.

 

Και τώρα, ανθρωπάκο; του Hans Fallada

Είναι πάντα δύσκολο να μιλήσεις για ένα βιβλίο που πραγματικά σου αρέσει. Όχι μόνο γιατί δεν ξέρεις από που να αρχίσεις, ίσως το συνηθέστερο πρόβλημα των αρθρογράφων, αλλά και γιατί φοβάσαι μην τυχόν μαρτυρήσεις κάποιο σημαντικό σημείο της πλοκής. Άλλος όμως είναι ουσιαστικά ο μεγαλύτερος φόβος σου, ότι όσες λέξεις και αν χρησιμοποιήσεις δεν θα καταφέρεις τελικά να αποδόσεις την μαγεία αυτού που διάβασες. Και είναι τόσο υψηλή η μαγεία του Και τώρα, Ανθρωπάκο; του Hans Fallada που γνωρίζεις εκ προοιμίου ότι οποιοδήποτε εξεζητημένο λεξιλόγιο και στυλιζαρισμένο συντακτικό είναι φτωχό μπροστά στην λιτή λαμπρότητα αυτού του μυθιστορήματος.

methodetimesprodwebbin01545c2e-8c92-11e6-aa51-f33df6df2868

Ο Rudolf Ditzen, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Hans Fallada, γεννήθηκε το 1893 στο Γκράιφσβαλντ. Πριν ασχοληθεί με την συστηματική συγγραφή άσκησε πολλά διαφορετικά επαγγέλματα, από λογιστής και νυχτοφύλακας μέχρι δημοσιογράφος και μεταφραστής. Το 1920 κάνει το ντεμπούτο του ως συγγραφέας και μέχρι τον θάνατό του το 1947 στο Βερολίνο εκδίδει δεκάδες μυθιστορήματα και ένα βιβλίο με αυτοβιογραφικές αναμνήσεις. Ο αριθμός των έργων του δεν είναι απόλυτα σαφής καθώς φημολογείται ότι ανέκδοτα χειρόγραφά του είτε χάθηκαν είτε πουλήθηκαν από την τελευταία σύζυγο και κληρονόμο του.

Το γνωστότερο και κατά πολλούς σημαντικότερο έργο του είναι το Και τώρα ανθρωπάκο;, το οποίο εκδόθηκε περικομμένο ένα χρόνο πριν την άνοδο του Hiltler στην εξουσία και γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία στη Γερμανία, βγάζοντας τον Fallada από το οικονομικό αδιέξοδο που είχε βρεθεί εκείνη την περίοδο. Η ανανεωμένη ολοκληρωμένη έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια, το 2014, όταν βρέθηκε το χειρόγραφο του συγγραφέα. Σε σχέση με το πρώτη έκδοση οι περικοπές ήταν αρκετές, αν και η κυρίως πλοκή δεν είχε αλλοιωθεί. Στα Ελληνικά το Και τώρα ανθρωπάκο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg, με ένα καταπληκτικό πρόλογο από τον Κώστα Κουτσουρέλη, και Μίνωας. Τονίζω ότι και οι δύο μεταφράσεις βασίζονται στην αναθεωρημένη ολοκληρωμένη επανέκδοση.

Κάθε Κυριακή την ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής μια Δευτέρα, ακόμα και αν το πρωί της Κυριακής στις έντεκα κανείς πιστεύει πως τη μία απ’ την άλλη τις χωρίζουν δύο αιωνιότητες.

Τα ζοφερά χρόνια της οικονομικής κρίσης και της ανόδους της ακροδεξιάς στην Γερμανία, αρχές της δεκαετίας του ’30, βρίσκουν το ζεύγος Πίνεμπεργκ φρεσκοπαντρεμένο και ερωτευμένο να περιμένει το πρώτο του παιδί. Ο Γιοχάνες δουλεύει ως πωλητής σε ένα μεγάλο κατάστημα ενδυμάτων, ενώ η Έμα ασχολείται με τα οικοκυρικά και προετοιμάζεται για την μεγάλη άφιξη του μπέμπη. Οι δύο νέοι τα φέρνουν δύσκολα βόλτα και ο ερχομός του νέου μέλους τους προκαλεί ακόμα περισσότερο άγχος. Το κατάστημα δίνει έναν πενιχρό μισθό με απαιτήσεις συνεχώς αυξανόμενες. Ο Γιοχάνες φοβάται μην χάσει την δουλειά του, ανησυχεί όχι τόσο για εκείνον και την Έμα, το Μανάρι του, αλλά για τον μπέμπη, που θα έρθει και δεν πρέπει να του λείπει τίποτα. Στο δρόμο για την δουλειά βλέπει όλο και περισσότερους ανέργους να μαραζώνουν στους δρόμους. Άνθρωποι σαν αυτόν που λίγο καιρό πριν είχαν την δουλειά, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία τους. Τουλάχιστον εκείνος έχει ακόμα την δουλειά του, έχει κάτι. Η ύφεση όμως είναι σκληρή, ανήθικη και απρόσωπη. Δεν κάνει υπομονή, δεν δείχνει συμπόνια και πάνω από όλα δεν νοιάζεται για τίποτα και για κανέναν. Οι ήρωες του βιβλίου, αυτά τα ανθρωπάκια που ζουν επιβιώνοντας, πρέπει να τα βγάλουν μόνοι τους πέρα με μοναδικό τους δεκανίκι την συντροφικότητα και την αγάπη τους.

Εκεί έξω ήταν ο απέραντος κόσμος, άγριος, εχθρικός, προκλητικός, που δεν ήξερε, ούτε ήθελε το καλό της – δεν ήταν ωραίο που ήταν ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο και αισθάνονταν σα μια μικρή νησίδα θαλπωρής ενώ έξω όλα είναι κρύα κι ο αέρας φυσά δυνατά;

Όπως έγραψα και στον πρόλογο, όσα λόγια και αν ειπωθούν για το συγκεκριμένο βιβλίο θα είναι τρομακτικά φτωχά και αυτό γιατί περιγράφει μια πραγματικότητα. Και ως γνωστών, η πραγματικότητα ξεπερνάει τα πάντα. Ο συγγραφέας, άλλοτε με αιχμηρά ειρωνικό τόνο και άλλοτε με ζυγισμένο ρομαντισμό, απεικονίζει την σήψη μιας ολόκληρης εποχής, την οικονομική παρακμή και την πολιτειακή αδιαφορία. Καταστάσεις που βίωσε και ο ίδιος όταν έμεινε άνεργος με χρέη να πολλαπλασιάζονται και ένα νεογέννητο παιδί να μην μιλάει, αλλά ταυτόχρονα να ζητάει τα πάντα. Ο φόβος και η ανέχεια, η εξόντωση του ίδιου σου του εαυτού, φέρνουν μονάχα μίσος και φανατισμό. Και δεν χρειαζόμαστε την λογοτεχνία για να το μάθουμε αυτό. Μας το λέει η ίδια η Ιστορία αιώνες τώρα.

1511248589.jpg

Το 1932 ο Fallada γράφει το Και τώρα, ανθρωπάκο, μια ιστορία κοινωνικού τρόμου με ντικενσιανό αέρα και νατουραλιστική στόφα. Σχεδόν ένα αιώνα αργότερα η μυθοπλασία μετατρέπεται σε πραγματικότητα στην Ελλάδα της Κρίσης. Το χρονικό μιας εξαθλίωσης και πως η κοινωνία και τα απαρτίζοντα μέλη της συνετέλεσαν σε αυτό. Μέσα στην απλότητα της πλοκής και στη φυσικότητα του λόγου, ο αναγνώστης αντικρίζει ολοφάνερα τον εαυτό του. Ποιός δεν φοβάται μην χάσει την δουλειά του, μην χάσει την ικανότητα να στηρίζει την οικογένεια του, μην χάσει τον ίδιο του τον εαυτό; Σίγουρα όχι οι ήρωες αυτού του βιβλίου. Σίγουρα όχι εμείς.

Ο Αγώνας του Karl Ove Knausgård – μέρος πρώτο

«Για την καρδιά τα πράγματα είναι απλά: χτυπάει όσο μπορεί. Μετά σταματάει.» Κάπως έτσι ξεκινάει ένα μοναδικό ταξίδι τεσσάρων περίπου χιλιάδων σελίδων. Δύο προτάσεις που εσωκλείουν την αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα της ζωής, το τέλος της. Κι όμως, παρόλο που ο Karl Ove Knausgård στον πρώτο τόμο της εξάτομης αυτοβιογραφίας του αναφέρεται στο θάνατο του πατέρα του, τελικά περιγράφει την ζωή. Ίσως γιατί χωρίς ζωή δεν μπορεί να υπάρξει θάνατος, ίσως γιατί κάθε περασμένη στιγμή της ζωής είναι ένας στιγμιαίος θάνατος. Όπως και να χει, ο Αγώνας του μόλις έχει ξεκινήσει.

Ακόμα και τώρα, μετά την ανάγνωση των πρώτων δύο τόμων, δεν μπορώ να καταλάβω ποιος ήταν ο λόγος που άρχισα να διαβάζω αυτή την αυτοβιογραφία. Δεν είχα ξανακούσει το όνομα του συγγραφέα, δεν είχα ιδέα τι βιβλία είχε γράψει και αν η θεματολογία τους ήταν της αρεσκείας μου. Γνώριζα μόνο όσα μου επέτρεπε να μάθω το οπισθόφυλλο: πρόκειται για μια αυτοβιογραφία γραμμένη με ειλικρίνεια και κάποιο συναισθηματισμό από έναν Νορβηγό συγγραφέα. Ε και; Επηρεασμένη από μερικές ενθουσιώδεις κριτικές αγόρασα το πρώτο βιβλίο και το άφησα στη γνωστή πολύπαθη στοίβα για αρκετό καιρό. Όταν πια είδα και τον τέταρτο τόμο μεταφρασμένο στα βιβλιοπωλεία, το πήρα απόφαση και ξεκίνησα δειλά δειλά να διαβάζω την ιστορία ενός ανθρώπου που δεν γνώριζα μέχρι τότε και που μέσα σε μερικές εβδομάδες έμαθα απ’ την καλή και απ’ την ανάποδη.

2017-11-13 12.54.16 1.jpg

Ένας θάνατος στην οικογένεια (Ο αγώνας μου – βιβλίο πρώτο)

Νομίζω δεν έχει νόημα να σας συστήσω τον συγκεκριμένο συγγραφέα. Αντιθέτως πιστεύω πως όσο λιγότερα γνωρίζει ο αναγνώστης για εκείνον, τόσο περισσότερο θα ενδιαφερθεί για το βιβλίο. Με έναυσμα τον θάνατο του πατέρα του, ο Karl Ove ξεκινάει να αφηγείται την παιδική και εφηβική του ηλικία, να περιγράφει την επαρχιακή πόλη που μεγάλωσε και την πρωτάκουστη επιθυμία του να γίνει συγγραφέας λίγο μετά το τέλος των λυκειακών του χρόνων. Ο θάνατος θα έρθει αρκετά χρόνια αργότερα για να θυμίσει μια εξ αρχής κλονισμένη οικογενειακή σχέση που δεν έμελλε ποτέ να αποκατασταθεί.

Μην φανταστείτε σε καμία των περιπτώσεων ένα οικογενειακό δράμα με κλάματα, αποχωρισμούς και μυστικά καλά κρυμμένα στα σεντούκια της σοφίτας. Όχι. Η ιστορία του Knausgård χαρακτηρίζεται από έναν σχεδόν αποστομωτικό ρεαλισμό, έντονη ποιητικότητα και εξομολογητικό ύφος. Δίπλα από τους Talking Heads και τον  Knut Hamsun εξελίσσεται μια προβληματική σχέση ενός απόμακρου και μυστήριου πατέρα με τον νεότερο γιο του, ένα παιδί φοβισμένο με εμφανή ανάγκη για γονεική αποδοχή.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, αποσαφήνισα την σχέση πατέρα και γιου στον δεύτερο τόμο, Ένας ερωτευμένος άνδρας, όταν ο Ove πάνω σε μια φιλική κουβέντα αναφέρεται συγκριμένα στα συναισθήματα που ένιωθε μικρός για τον πατέρα του. Αυτή η νεφελώδης αίσθηση που επικρατεί στο πρώτο βιβλίο και που δεν μας επιτρέπει να έχουμε τόσο σαφή εικόνα για την συναισθηματική σχέση των πρωταγωνιστών και, σε κάποια σημεία, για την πλοκή είναι διόλου δυσάρεστη. Χαρίζει στο κείμενο έναν ατμοσφαιρικό τόνο όμοιο με αυτόν της πατρίδας του συγγραφέα, ομιχλώδη και ευαίσθητο.

Ένας ερωτευμένος άνδρας (Ο αγώνας μου – βιβλίο δεύτερο)

Από τον καταθλιπτικό τόνο και τον αισθητό συναισθηματισμό ο Karl Ove περνάει στο χρονικό μιας ερωτικής σχέσης που, πριν ακόμα προλάβει να εξασθενίσει το πρώτο της πάθος, θα μετουσιωθεί σε οικογένεια με τρία παιδιά και ένα μικρό βανάκι. Μερικά χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Ove, φυγάς ενός αποτυχημένου γάμου, μετακομίζει στη Στοκχόλμη για να ξαναφτιάξει την ζωή του. Γνωρίζει μονάχα δύο άτομα: τον Γκάιρ,  έναν ξεχασμένο καλό φίλο από το Λύκειο, και την Λίντα, μια συγγραφέας που γνώρισε σε ένα συμβούλιο μερικά χρόνια πριν και που τελικά θα αποδειχθεί η γυναίκα της ζωής του.

Στον Έναν ερωτευμένο άνδρα επικρατεί ένας συνεχόμενος εκνευρισμός. Εκεί που η αφήγηση ρέει αβίαστα, ο Ove πετάει ένα μωρό να κλαίει και παράλληλα έναν τσακωμό με την σύντροφό του. Σε κάνει να νιώθεις σαν να βρίσκεσαι στο διπλανό παγκάκι ενός πάρκου στη Σουηδία και τους ακούς. Σε κάτι τέτοια σημεία θαύμασα πραγματικά το ταλέντο του συγγραφέα. Είτε έχεις δημιουργήσει την δική σου οικογένεια είτε όχι, μπορούσες να καταλάβεις ακριβώς τι περιέγραφε και πως ένιωθε, του έδινες μάλιστα και ένα κάποιο δίκιο, γιατί η Λίντα τα θέλει όλα δικά της.

Αρχικά με φόβισε το συγκεκριμένο βιβλίο. Περιγράφει μια περίοδο της ανθρώπινης ζωής από την οποία εγώ απέχω παρασάγγες. Και όμως, παρόλο που είναι αυτοβιογραφία και ο λογοτέχνης θα μπορούσε να περιοριστεί στα κλάματα, τις πάνες και τα παιδικά πάρτι, δίνει τροφή και σε όσους δεν έχουν καμία σχέση με το αυτό το αντικείμενο. Πρώτα από όλα, είναι ένα βιβλίο που βρίθει ονόματα συγγραφέων, βιβλίων, έργων τέχνης και της προσωπικής άποψης του Karl Ove για όλα αυτά. Λατρεύει τον Munch, θεωρεί το Havoc του Tom Kristensen ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία της νορβηγικής λογοτεχνίας και σταμάτησε να διαβάζει DeLillo μετά Τα ονόματα. Τόσο γενναιόδωρα σε γνώσεις και απόψεις βιβλία εμένα μου αρέσουν πολύ, ακόμα και αν δεν συμφωνώ πάντα με την άποψη του συγγραφέα.

Ένα άλλο πολύ σημαντικό κομμάτι του βιβλίου είναι η περιγραφή της συγγραφικής διαδικασίας που ακολουθεί ο Karl Ove. Δεν απέχει πολύ από αυτή που όλοι φανταζόμαστε, ησυχία, προσήλωση και διάβασμα, αλλά είναι πάντα ενδιαφέρον να βλέπεις πως δουλεύει ένας λογοτέχνης, τις ώρες που επιλέγει, τον μόχθο του, τις αποτυχίες και τις επιτυχίες του. Όταν μάλιστα η δημιουργία συνοδεύεται από την πίεση της καθημερινότας, των αναγκών και της τριβής, δίνει μια μετρημένη απομυθοποίηση για το τι εστί λογοτέχνης και ίσως ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για όλους (εμάς) που παλεύουμε με την πραγματικότητα και την φαντασία. Αν τα κατάφερε ο Karl Ove με ένα μωρό στην αγκαλιά, τότε όλοι μπορούμε.

Processed with VSCO with  preset

1276 σελίδες μετά και μπορώ πια να παραδεχθώ πως ο Knausgård μπήκε στην πεντάδα των αγαπημένων μου συγγραφέων και ο Αγώνας του στα αγαπημένα μου βιβλία. Έχω ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μου για να επιβεβαιώσω κάθε μία από τις παραπάνω λέξεις, αλλά νομίζω ότι στην τελική αναμέτρηση θα επιβεβαιωθεί το παρόν συμπέρασμα. Μέχρι στιγμής στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει οι τέσσερις από τους έξι τόμους του Αγώνα από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ενώ δεν έχει μεταφραστεί δυστυχώς κανένα από μυθιστορήματά του. Φέτος το καλοκαίρι όλοι οι αναγνώστες του περίμεναν την επικείμενη μετάφραση του έκτου και τελευταίου τόμου του Αγώνα στα αγγλικά, ένα τούβλο χιλίων και σελίδων, αλλά αντί για το πολυπόθητο τέλος ο Karl Ove ξεκίνησε την μετάφραση μιας νέας τετραλογίας πάλι με αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.

Δεν ξέρω αν ο μονήρης γαλανομάτης Νορβηγός έχει βρει την χρυσή συνταγή, πάντως στην καρδιά και στην βιβλιοθήκη μου έχει υψηλή θέση. Όσοι το σκέφτεστε απλώς τολμήστε το. Αξίζει κάθε του λέξη!

Λόλα, να ένα βιβλίο

Μεγαλώνουμε και πληθαίνουμε και φυσικά αυτό μας δίνει μεγάλη χαρά! Αισθάνομαι όμως πως ανάμεσα στα 300 και αισίως άρθρα μας έχουν χαθεί κάποιες συγκεντρωτικές πληροφορίες, πολύ βασικές, όπως ποιός είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας, ποιά λογοτεχνικά είδη προτιμώ ή ακόμα και άλλες συνήθειες μου σε σχέση με την ανάγνωση. Ακολουθεί, λοιπόν, μια σειρά με όσο το δυνατόν πιο ενδιαφέρουσες και χρήσιμες πληροφορίες για την βιβλιοθήκη μου. Δεν συνηθίζω οι βιβλιοαναφορές μου να έχουν τόσο προσωπικό τόνο, πιστεύω όμως ότι είναι ο κατάλληλος τρόπος να γιορτάσουμε τα 2 χρόνια ύπαρξης του Style Rive Gauche. Η αριστερή όχθη έχει βάλει τα γιορτινά της από τον προηγούμενο μήνα και περιμένει πως και πως να την επισκεφτείτε. Μην το χάσετε, το Παρίσι (μας) είναι χάρμα αυτό τον καιρό.

new.jpg

  1. Αυτό τον χρόνο, αυτό τον μήνα, αυτή την μέρα και γενικότερα αυτή τη στιγμή ο αγαπημένος μου συγγραφέας είναι ο Georges Perec και το αγαπημένο μου βιβλίο το Un Homme Qui Dort. Ο άνθρωπος που κοιμάται ξύπνησε λίγο μετά τους πρώτους μήνες αυτής της χρονιάς. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του αυτό το βιβλίο παραμένει Αριστούργημα. Όχι με την κλασική έννοια, όπως ο Stoner, αλλά με μια πολύ βαθύτερη σημασία την οποία δεν έχω οριοθετήσει με λέξεις μέχρι στιγμής. Δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ακόμα και πολύ φοβάμαι πως το μετάφρασμά του δεν θα βρεθεί σύντομα στα εγχώρια βιβλιοπωλεία, παρόλα αυτά, κρατήστε το παρακάτω, κοιμάται όποιος δεν έχει διαβάσει αυτό το βιβλίο.
  2. Στην εποχή που τα παιδάκια απαντούν «Youtuber» στην ερώτηση «Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;», εγώ απαντώ ότι ουδέποτε έχω παρακολουθήσει κάποιο βιβλιοφιλικό κανάλι στη συγκεκριμένη πλατφόρμα. Από μικρή είχα συνδέσει το βιβλίο με την πράξη της ανάγνωσης, οπότε ακόμα και η ενημέρωση γύρω από αυτό μου φαίνεται παράταιρο να γίνει με κάποιο άλλο τρόπο. Μοναδική φωτεινή εξαίρεση στον συγκεκριμένο κανόνα είναι το SpoilerAlert. Αφενός γιατί τα videos του είναι σύντομα και δεν με κουράζουν, αφετέρου γιατί πίσω από τις κάμερες υπάρχει και ένας πολύ ενδιαφέρον και καλά ενημερωμένος ιστότοπος, που ακολουθώ με ευλαβική συνέπεια.
  3. Υπάρχει ένας εθνικός διχασμός στο αν η μουσική είναι η κατάλληλη παρέα την ώρα της ανάγνωσης. Όλοι μας έχουμε διαφορετικές απόψεις επί του θέματος. Υπάρχουν οι κάθετοι του «ΟΧΙ», οι υποστηρικτές του «ΝΑΙ» και οι άλλοι, οι πιο περίεργοι, οι σαν εμένα. Εγώ δεν ακούω μουσική όταν διαβάζω, όχι πια δηλαδή, αλλά διαβάζω πιο συγκεντρωμένα όταν είμαι περικυκλωμένη από κόσμο. Και μάλιστα κόσμο φωνακλάδικο, που θα συζητήσει τα προσωπικά του με όλο το βαγόνι του μετρό ή ακόμα καλύτερα με ολόκληρο το λεωφορείο.
  4. Και ναι, επιτέλους το παραδέχομαι, αδιαφορώ για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Φυσικά αναφέρομαι στις εκδόσεις ελλήνων συγγραφέων της τελευταίας εικοσαετίας και όχι πιο πριν. Υπάρχουν εξαιρέσεις βέβαια, δεν είναι όλα τα βιβλία ανάξια της προσοχής μου, αλίμονο. Δεν είναι όμως και λίγο κρίμα η χώρα που έχει βγάλει χρυσές πένες, όπως αυτή του Καραγάτση και του Ρίτσου, τώρα να στηρίζεται αποκλειστικά σε εμπορικά κακογραμμένα δεκανίκια;
  5. Ένα χρόνο πριν, τέτοιο καιρό, ένα φίλος είχε παρατηρήσει ότι σχεδόν πάντα συνδέω τα βιβλία που διαβάζω, ή αντίστοιχα την μουσική που ακούω, με συγκεκριμένους ανθρώπους. Ως φύσει αντιδραστικό ζώον, με την αρχαία σημασία παρακαλώ, το αρνήθηκα τότε. Η αλήθεια όμως είναι αυτή, ίσως και ακόμα πιο περίπλοκη. Συνδέω τα βιβλία που διαβάζω με την χρονική στιγμή της ανάγνωσης και την συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκομαι. Εν ολίγοις, ναι, η Μεγάλη Χίμαιρα θα έχει πάντα κάτι από την ζάλη ενός ταξιδιού και ένα απόγευμα που κόπηκε στη μέση, η Γώγου θα φοράει ριχτά καρό πουκάμισα και ο Θαφόν θα έχει λακκάκι στο πιγούνι. Έχω απενεχοποιήσει πια αυτή μου την ιδιοτροπία. Τείνω μάλιστα να πιστεύω πως όποιος δεν το κάνει, δεν συνδέει δηλαδή το βιβλίο με κάποια πρίζα της ζωής του, είτε διάβασε κάτι που τον άφησε παγερά αδιάφορο είτε η συγκεκριμένη περίοδος της ζωής του ήταν αδιάφορη…
  6. Πολύ πιθανόν άλλη μία ιδιοτροπία. Υπάρχουν βιβλία εκεί έξω που, χωρίς να τα έχω διαβάσει, ξέρω ότι θα μου αρέσουν. Τέτοια λαμπρά παραδείγματα της αντικειμενικής μου κρίσης ήταν το Φυλαχτό του Bolano, το Ένα κάποιο τέλος του Barnes και η Γραμμή του Ορίζοντος του Χρήστου Βακαλόπουλου. Από την άλλη όμως πλευρά, υπάρχουν και τα καραμπινάτα φάουλ, βιβλία που νόμιζα άνθρακες και τελικά αποδείχθηκαν χρυσάφι: το Στον Δρόμο του Kerouac και Το γράμμα μιας άγνωστης του Stephan Zweig.
  7. Το εξώφυλλο, όσο αδιάφοροι και αν το παίζουμε, μετράει. Και το ξέρουμε όλοι μας! Θέλω να πιστεύω πως δεν είναι τόσο σημαντικός παράγοντας για να καθορίσει το αν θα διαβάσουμε ένα βιβλίο, σκεπτικό εντελώς αφελές κατά την γνώμη, αλλά σίγουρα καθορίζει την θέση του αντικειμένου στην βιβλιοθήκη. Πάνω, ψηλά, δίπλα στις εγκυκλοπαίδειες. Έχω ξαναπεί πως δεν είμαι συλλέκτης, οπότε κανονικά δεν θα έπρεπε και να με ενδιαφέρει αν στο εξώφυλλο υπάρχει ένα έξυπνο μινιμαλιστικό σχέδιο ή μια μουτζούρα. Σε γενικές γραμμές αυτό ισχύει. Η καλαισθησία όμως πάντα δίνει μερικούς πόντους παραπάνω στο τελικό σύνολο.
  8. Το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος είναι το διήγημα. Αυτό προκύπτει περισσότερο από αντικειμενικούς λόγους παρά από αναγνωστικές αδυναμίες. Θεωρώ πολύ πιο δύσκολο το να αποδώσεις ένα ολοκληρωμένο νοηματικά και συναισθηματικά κείμενο σε έναν περιορισμένο χώρο από το να το «χωρέσεις» σε μερικές εκατοντάδες σελίδες. Αντίστοιχα παιχνίδια περιορισμού, σαφώς δυσκολότερα και πνευματικά υψηλότερα, έκαναν και οι τρελοί του Ou.li.po. Πως να μην τους αγαπάς μετά λοιπόν;
  9. Πριν από μερικούς μήνες, μετά από μια σχετική καταμέτρηση των αδιάβαστων, έκανα μια άτυπη συμφωνία με τον εαυτό μου να περιορίσω όσο το δυνατόν περισσότερο την καταναλωτική μου μανία. Μέχρι τώρα έχω αποτύχει παταγωδώς. Παρόλα αυτά, έχω μετριάσει κάπως το πρόβλημα. Εξάλλου, πρώτη φορά μου θέτω τέτοιου είδους δοκιμασία, είναι φυσιολογικό τον πρώτο καιρό να σπάω τα μούτρα μου. Για την ιστορία, τα αδιάβαστα είναι πολλά, ανεβαίνουν επικίνδυνα την κλίμακα των διψήφιων αριθμών. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό και μια σιδερένια πειθαρχεία εκ μέρους μου, θα μπορούσα κάλλιστα να τα διαβάσω και να τα τελειώσω μέσα στον επόμενο χρόνο. Αλλά που; Θα έρθουν κι άλλα!
  10. Η τελευταία πληροφορία, γιατί πρέπει να σεβόμαστε και την ψυχαναγκαστική μας πλευρά, έχει να κάνει με την ποίηση. Δεν είμαι ακόμα αρκετά σίγουρη για το αν έχω αγαπημένο ποιητή, είμαι όμως απολύτως γοητευμένη με τα ποιήματα που απευθύνονται σε κάποια Ιωάννα ή έστω Jane. Μέχρι στιγμής την τιμή (μου) έχουν κάνει ο Σινόπουλος, ο Bukowski και ο Lou Reed. Αν έχετε και κάποιον άλλον/άλλη κατά νου ευχαρίστως να τον διαβάσω και να τον λατρέψω!

Με την αλόγιστη φλυαρία μου ξεπέρασα για ακόμα μια φορά τις 1000 λέξεις. Ελπίζω σύντομα το SRG να ξεπεράσει και τους χίλιους αναγνώστες. Όχι βρε ότι είναι παιδί μου, αλλά, ναι, οκ, μας αξίζει! Να μας διαβάζετε και να μας χαίρεστε!

Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος του Μ. Καραγάτση

Όχι πολύ καιρό μετά το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, ήρθε η σειρά της μυθιστορηματικής βιογραφίας του Αντιπλοίαρχου Βασίλη Λάσκου, η οποία επανεκδόθηκε από τις Εκδόσεις της Εστίας στις αρχές του έτους με πρόλογο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Το συγκεκριμένο βιβλίο ανήκει στα ιστορικά του Καραγάτση μαζί με το δίτομο Σέργιος και Βάκχος και το Ιστορία των Ελλήνων: ο αρχαίος κόσμος. Όλα τα έργα του, λογοτεχνικά και μη, έχουν ιστορικά στοιχεία, είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά της καραγατσικής γραφής. Στα συγκεκριμένα όμως βιβλία η ιστορία είναι η κινητήριος δύναμη του λόγου, αφήνοντας την μυθοπλασία σε δεύτερο ρόλο.

ΠΟΡΕΙΑ-Site-Νεα-Βασίλης-Λάσκος.jpg.1100x620_q85_crop_upscale.jpg

Ο Βασίλης Λάσκος υπήρξε πραγματικό πρόσωπο. Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1899 στη Μάνδρα και μεγάλωσε σε μια πολυμελή οικογένεια αρβανίτικης καταγωγής. Ήταν μεγαλύτερος αδερφός του γνωστού σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκου (Για ποιόν χτυπάει η κουδούνα, ο Γεροντοκόρος), ο οποίος μάλιστα μετά τον ηρωικό θάνατο του αγαπημένου του συγγενή συνέθεσε και αφιέρωσε στη μνήμη του την ποιητική συλλογή Πλοίαρχος Λάσκος κι’ άλλα ποιήματα. Φοίτησε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και αργότερα εκπαιδεύτηκε στα υποβρύχια, στα πολεμικά αυτά σκάφη που αφιέρωσε το ενδιαφέρον και τελικά την ζωή του. Σαν χαρακτήρας ήταν εξωστρεφής, τολμηρός και ριψοκίνδυνος με μεγάλη αδυναμία στο γυναικείο φύλο και στα τυχερά παιχνίδια. Η καριέρα του Βασίλη στο ναυτικό είχε λαμπρή πορεία μέχρι το 1935, όταν αποτάχθηκε από το τμήμα λόγω της συμμετοχής του στο Κίνημα του ’35. Ακολούθησαν χρόνια κενά και ξεπεσμένα για τον άλλοτε θαλασσοπόρο που ποτέ δεν έπαψε να αποζητά την επιστροφή στη αιώνια αγαπημένη του, την θάλασσα. Η επάνοδος ήρθε λίγα αργότερα, στα κρίσιμα χρόνια της κατοχής. Μετά την Γερμανική εισβολή ο Λάσκος διέφυγε στη Μέση Ανατολή, επανεντάχθηκε στο Ναυτικό και ορίστηκε κυβερνήτης στο παμπάλαιο υποβρύχιο «Κατσώνης». Έχασε την  ζωή του όπως ακριβώς ονειρευόταν, πάνω στο καράβι του πολεμώντας, στις 14 Σεπτεμβρίου 1943.

Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα μας διηγείται ο Καραγάτσης στο συγκεκριμένο βιβλίο. Παρουσιάζει την ζωή του Λάσκου με απόλυτη βιογραφική ακρίβεια και μετρημένη συγγραφική δραματικότητα, κρατώντας ταυτόχρονα τις ισορροπίες μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Για οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα αυτή η εξισορρόπηση θα ήταν ακατόρθωτη, αλλά ο Καραγάτσης εκτός από εξαιρετικός συγγραφέας φαίνεται ότι είναι και καταπληκτικός σχοινοβάτης. Το δυνατότερο σημείο δεν είναι η αφηγηματική τεχνική όμως. Στις 400 περίπου σελίδες του βιβλίου, ανάμεσα σε πολεμικές και ερωτικές περιγραφές, περιλαβάνεται συνοπτικά, αλλά καθόλου πρόχειρα, η σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας από την αρχή του 20ού αιώνα μέχρι την κατοχή και το τέλος του Βασίλη Λάσκου. Και ενώ συνολικά η βιογραφία είναι ευκολοδιάβαστη και απολαυστική, απαιτείται από τον αναγνώστη μια σχετική γνωστική επαφή με εκείνη την εποχή.

 

καραγατσης-1-1021x580

Τολμάς και αναπνέεις ακόμα; Για πες μου.

 

Συνοψίζοντας, ο Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος μου άρεσε αρκετά. Το μοναδικό μου παράπονο είναι πως, καθώς ο συγγραφέας εξιστορούσε την ζωή του ήρωα, ένιωθα ότι προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις επιλογές και τη στάση του. Πρόκειται για μια μυθιστορηματική βιογραφία και αυτό σίγουρα δίνει επιπλέον ελευθερίες στον Καραγάτση, αλλά η απενεχοποίηση των πράξεων ενός τόσο ιδιαίτερου και δυναμικού χαρακτήρα δεν νομίζω ότι ταίριαζε με τη συνολική αίσθηση του βιβλίου. Ο Λάσκος δεν είναι λογοτεχνικός χαρακτήρας για χρειάζεται την εύνοια του δημιουργού του, όπως για παράδειγμα ο Γιούγκερμαν, ήταν αληθινός πέρα ως πέρα και εξολοκλήρου υπεύθυνος για τις επιλογές και τις πράξεις του.

*Για την ιστορία, το υποβρύχιο Κατσώνης εντοπίστηκε τον Ιούλιο του 2016 βόρεια της Σκιάθου μετά από 73 ολόκληρα χρόνια από την βύθισή του.