Ο Στόουνερ του John Williams

Ποιός θα ήταν άραγε τόσο τρελός, ασυναίσθητα τρελός, για να αλλάξει όλη του την ζωή στο άκουσμα μερικών στίχων του Σαίξπηρ; Να επιλέξει έναν παντελώς άγνωστο δρόμο, μακριά από τα όσα μέχρι πρότινος γνώριζε, και να τον ακολουθήσει χωρίς στην ουσία να ξέρει που καταλήγει; Ελάχιστοι, μπορεί και κανείς. Κι όμως το έκανε κάποιος κάποτε και αξίζει να διαβάσουμε για αυτόν, ακόμα και αν υπήρξε μονάχα στη φαντασία του John Williams. Κυρίες και κύριοι, να σας συστήσω έναν από τους πιο γοητευτικούς λογοτεχνικούς χαρακτήρες που διάβασα ποτέ, τον Στόουνερ!

Ο John Williams γεννήθηκε το 1922 στο Τέξας. Οι παππούδες του ήταν αγρότες και ο πατριός του επιστάτης στο ταχυδρομείο. Ήδη από την έναρξη της φοίτησής του στο πανεπιστήμιο εργάστηκε σε έντυπα και ραδιοφωνικούς σταθμούς, δραστηριότητες που σταμάτησε λίγο καιρό αργότερα λόγω στρατολόγησης. Ο ίδιος υπηρέτησε για δυόμιση χρόνια στην Ινδία και στην  Βιρμανία στις δυνάμεις της Πολεμικής Αεροπορίας. Στην επιστροφή του από το μέτωπο είχε ήδη στα χέρια του το σχέδιο για το πρώτο του μυθιστόρημα. Η αγάπη του για την μελέτη της λογοτεχνίας τον έκανε να ακολουθήσει ακαδημαική καριέρα. Συνολικά έγραψε τέσσερα μυθιστορήματα με πιο γνωστό από όλα τον Στόουνερ (1963), το μόνο που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά μέχρι στιγμής. Ο Williams έφυγε από την ζωή το 1994, αφήνοντας ένα μικρό αλλά σπουδαίο έργο πίσω του.

Ποιός είσαι εσύ; Ένα απλό παιδί όπως προσποιείσαι στον εαυτό σου; Α, μπα. Είσαι και εσύ από τους ανάπηρους – εσύ είσαι ο ονειροπόλος, ο τρελός σ’ ένα κόσμο πιο τρελό, ο δικός μας μεσοδυτικός Δον Κιχώτης χωρίς τον Σάντσο του, που διασκεδάζει κάτω από τον γαλανό ουρανό.

Αυτός είναι ο Στόουνερ. Το παιδί μιας αγροτικής οικογένειας που άφησε τις σπουδές του στο γεωπονικό τμήμα του πανεπιστημίου για να ασχοληθεί με την μελέτη της λογοτεχνίας. Αιτία αυτής της απόφασης είναι ένα χωρίο από τα Σονέτα του Σαίξπηρ. Ο Στόουνερ δίχως να υπάρξει ποτέ αναγνώστης συγκρούεται με το μεγαλείο του λογοτεχνικού κόσμου και δένεται για πάντα μαζί του. Καθόλη την διάρκεια του βιβλίου παρακολουθούμε την ζωή και τις επιλογές του. Παντρεύεται μια γυναίκα που καθυστερημένα αντιλαμβάνεται ότι δεν θα τον κάνει χαρούμενο και ρίχνει όλο του το ενδιαφέρον στην ακαδημαική του καριέρα. Και σε αυτό τον τομέα τα πράγματα δεν θα του έρθουν εύκολα. Ο πρωταγωνιστής μας θα πρέπει να δώσει αγώνα τόσο με άλλους συναδέλφους όσο και με τον ίδιο του τον εαυτό. Σε ένα σεμινάριο θα γνωρίσει μια γυναίκα πολύ μικρότερή του, θα ερωτευτούν και θα συνάψουν μια παθιασμένη σχέση. Το μετά είναι προδιαγεγραμμένο, αλλά σε αυτό που συμφωνούν και οι δύο εραστές είναι ότι σημασία έχει η επίγνωση του τώρα και μόνο. Αυτού που υπήρξαν μαζί.

Στα σαράντα τρία του χρόνια ο Γουίλιαμ Στόουνερ έμαθε αυτό που άλλοι, πολύ νεότεροι, είχαν μάθει πριν από αυτόν: ότι το πρόσωπο το οποίο αγαπάς στην αρχή μιας σχέσης δεν είναι το ίδιο που αγαπάς στο τέλος της σχέσης, και ότι η αγάπη δεν είναι τέρμα αλλά μια διαδικασία μέσα από την οποία το ένα πρόσωπο προσπαθεί να γνωρίσει το άλλο.

Ο πρωταγωνιστής είναι ένας από εμάς. Ένας άνθρωπος που συμβιβάζεται με τις, έστω και λανθασμένες, επιλογές του από αδυναμία να λάβει καινούργιες. Πίσω από αυτή την αδυναμία ίσως κρύβεται ο φόβος και η λιγοψυχία ή ίσως κάτι ακόμα χειρότερο, η συνήθεια. Όπως και να ΄χει, ο ήρωας μας ζει μια ζωή επιβιώνοντας και χάνοντας ότι δικαιωματικά θα του άξιζε από την πίτα της ευτυχίας. Στον αντίποδα της προσωπικής του καταστροφής έρχεται η εργασιακή καταξίωση, όχι όμως και αυτή δίχως σκοπέλους. Για μεγάλο διάστημα αμφισβητεί τον εαυτό του και δεν πιστεύει ούτε ο ίδιος στο όποιο διδασκαλικό ταλέντο διαθέτει. Ισορροπία στους δύο αυτούς πόλους θα βάλει η τραγική συνειδητοποίηση της ήττας από την ίδια την ζωή.

Όπως αναφέρεται και στο επίμετρο του βιβλίου, το μυθιστόρημα τελειώνοντας αφήνει μια πικρία. Το θαυμαστό είναι ότι όλο αυτό επιτυγχάνεται χωρίς καμία υπερβολή. Συμβαίνει αβίαστα, όπως και στην πραγματικότητα. C’est la vie που λένε και οι Γάλλοι.

ali-land-five-books-788x306.jpg

Σε προσωπικό επίπεδο το βιβλίο με κατέπληξε. Ήδη από πριν μεταφραστεί μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον, αλλά ποτέ δεν πίστευα ότι μέσα σε 400 σελίδες θα συνυπήρχαν τόσο αρμονικά το πάθος και η απάθεια. Η αναφορά στις κλασσικές σπουδές, στη μελέτη, και η αγάπη για το βιβλίο ως φορέα της γνώσης δίνουν στον Στόουνερ ένα διαχρονικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, το ρομαντικό στοιχείο, δοσμένο μάλιστα από δύο πρίσματα, δίνει έναν πιο ανάλαφρο τόνο στην όλη αφήγηση, πάλι μη χάνοντας την πικρή επίγευση.

Θεωρώ τον Στόουνερ ένα από τα τελευταία δείγματα κλασσικής λογοτεχνίας που έδωσε ο προηγούμενος αιώνας. O Williams ήταν ολιγογράφος, αλλά κατάφερε μέσα σε ένα έργο του να κλείσει όσα προσπαθούν άλλοι σε τόμους ολόκληρους. Προτείνεται σε όσους αγαπούν την κλασσική λογοτεχνία και σε όσους μαγεύτηκαν από το Ένα κάποιο τέλος του Barnes.

Εξαντλημένα και άλλες φαρσοκωμωδίες

Κανονικά η σημερινή ανάρτηση θα έπρεπε να είναι αφιερωμένη στη σειρά του μήνα ή ακόμα καλύτερα στις ταινίες που παρακολούθησα στο 18ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Θέματα δηλαδή ανώδυνα και πολύ πιο ευχάριστα. Αντιθέτως, αποφάσισα να δώσω λίγη ψυχή από την ήδη ελάχιστη που διαθέτω και να γράψω ένα κείμενο για τις εξαντλημένες εκδόσεις και το παραεμπόριο που σημειώνεται γύρω από αυτές. Αιτία αυτού του ξεσπάσματος είναι η τελευταία μου περιπέτεια με την αναζήτηση των βιβλίων του David Mitchell από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα και η εύρεση του Μαύρου Κύκνου, ευτυχώς για την ψυχολογική και την οικονομική μου υγεία σε λογική τιμή. Τέλος πάντων, θέλω να ζητήσω προκαταβολικά συγγνώμη για τον τόνο και τον τρόπο μου στο κείμενο που ακολουθεί.

Αρχικά, θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν είμαι αναγνώστης συλλέκτης. Τα περισσότερα βιβλία που έχω διαβάσει τα έχω δανειστεί από βιβλιοθήκες ή από φίλους. Μεγάλο μέρος όσων κατέχω είναι αγορασμένα από μαγαζιά χρησιμοποιημένων και ένα εξίσου μεγάλο μέρος των διαβασμένων μου είναι σε ηλεκτρονική μορφή. Ειδικά το τελευταίο υποθέτω ότι το έχουν εποπτευθεί όλοι οι αναγνώστες μου. Παρόλα αυτά, έχουν περάσει από την κατοχή μου μερικά πολύ σπάνια και ιδιαίτερα βιβλία, τα οποία και έχω χαρίσει. Σε καμία των περιπτώσεων μην πιστέψετε πως πρόκειται για ανεπτυγμένο αίσθημα αλτρουισμού. Απλά θεωρώ απαράδεκτο να έχω ένα βιβλίο και να το κρατάω σαν κρυμμένο θυσαυρό, όταν μπορώ να το δώσω και να το διαβάσουν άλλοι αναγνώστες, μερικοί από τους οποίους μπορεί να το ψάχνουν εναγωνίως. Και εξηγούμαι:

Πριν από ακριβώς ένα χρόνο βρήκα στην οικογενειακή βιβλιοθήκη τέσσερις ποιητικές συλλογές ενός αναρχικού καλλιτέχνη. Τα τέσσερα αυτά έργα τα είχε δώσει ο ίδιος ο ποιητής στον πατέρα μου και ουδέποτε ζήτησε χρηματικό ή άλλου είδους αντάλλαγμα. Τα χρόνια πέρασαν, τα ίχνη χάθηκαν μέχρι που εγώ ψαχουλεύοντας βρήκα τις συλλογές. Μην μπορώντας να μάθω και πολλά στοιχεία από τον πατέρα μου άρχισα μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο, όπου για να είμαι ειλικρινής βρήκα ελάχιστα πράγματα. Το μόνο που κατάφερα να μάθω ήταν ότι ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης ήταν φίλος και κιθαρίστας του Σιδηρόπουλου. Ψάχνοντας περισσότερο την εργογραφία του βρήκα ακόμα μια συλλογή του στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Δωδώνη, όπου και αγόρασα. Η τιμή ήταν προσιτή, αλλά η κατάσταση του έργου δεν ήταν η καλύτερη. Αν μη τι άλλο το βούτηξα και είπα και ευχαριστώ. Λίγους μήνες μετά μαθαίνω ότι υπάρχει κάποιος εκεί έξω που είχε κάποια έργα του καλλιτέχνη και τα οποία εμπορεύεται στην αστρονομική τιμή των πενήντα ευρώ. Πενήντα ευρώ για συλλογές οι οποίες δεν ξεπερνούσαν τις πενήντα σελίδες. Πενήντα ευρώ για βιβλία τα οποία χάριζε ο ίδιος ο συγγραφέας όταν βρισκόταν εν ζωή. Δικαίωμα του να τα διαθέτει έναντι τόσο υψηλής τιμής, δεν λέω, αλλά είναι και δικό μου δικαίωμα να τον θεωρώ σφετεριστή και ξεδιάντροπο. Και η παράνοια δεν σταματά εκεί…

Τις τελευταίες εβδομάδες ψάχνοντας τα έργα του Μίτσελ ήρθα αντιμέτωπη με άλλα θανατερά ποσά. Υπάρχει άνθρωπος που πουλάει τον Άτλα του Ουρανού εκατόν είκοσι ευρώ αγαπητοί αναγνώστες. Ένα βιβλίο ηλικίας το πολύ δέκα ετών που στις παραμονές της έκδοσης της ομώνυμης ταινίας στην Ελλάδα ο Ιανός το είχε εννιά ευρώ. Θα μου πεις η τιμή είναι ανάλογη της ζήτησης. Σίγουρα, όπως και η αισχροκέρδεια είναι ανάλογη του θράσους μερικών. Εντωμεταξύ, όλο αυτό το παραεμπόριο θα ανθίσει στο άμεσο μέλλον. Ενδεικτικά θα αναφέρω μόνο το παράδειγμα των Αθλίων, που ο Λιβάνης σταμάτησε να εκδίδει και ξαφνικά οι μετοχές αυτής της κατά τα άλλα κακής έκδοσης άρχισαν ήδη να ανεβαίνουν. Μην σας φανεί περίεργο αν σε μερικά χρόνια από τώρα το βιβλίο αυτό που αγόραζαν με εννιά και έξι ευρώ σε μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων πωλείται πολλαπλάσια από την αρχική του τιμή.

Θέλετε και άλλα παραδείγματα εξαντλημένων βιβλίων που πωλούνται σε αστρονομικές τιμές; Έχω πολλά, αλλά το ζήτημα δεν είναι να σας κουράσω με λίστες και κατηγορίες σε ανώνυμους μαυραγορίτες. Αντίθετα θέλω να σας παρακαλέσω να μην πέσετε ποτέ στις παγίδες αυτών των ανθρώπων. Ένα βιβλίο που έχει ζήτηση αργά ή γρήγορα θα εκδοθεί ξανά. Κοιτάξτε για παράδειγμα την νέα σειρά κλασσικής λογοτεχνίας από το Μεταίχμιο. Πήραν τα δικαιώματα από εκδοτικούς που έχουν κλείσει ή που βρίσκονται σε μια φθίνουσα πορεία και ανατύπωσαν τα έργα. Δεν χρειάστηκε καν να μπουν στην διαδικασία καινούργιας μετάφρασης (και αυτό, βέβαια, είναι άλλο θέμα). Προσέφεραν στον αναγνώστη κλασσικά αναγνώσματα σε ανταγωνιστικές τιμές.

Καταλήγοντας, επαναλαμβάνω μην πέφτετε στην παγίδα! Προτιμείστε να δανειστείτε το βιβλίο από φίλους ή δανειστικές αντί να γίνεται βορά ασυνείδητων αισχροκερδών. Όσο επικροτείτε τέτοιου είδους συμπεριφορές αγοράζοντας από αυτούς, τόσο το φαινόμενο θα γιγαντώνεται. Αγοράστε μόνο ότι βρίσκεται σε λογική τιμή και προτιμείστε ακόμα και τα ηλεκτρονικά αρχεία από το να ενδώσετε σε τέτοιες ακρότητες. Ένα καλό βιβλίο δεν χαθεί από τα ράφια των βιβλιοπωλείων, θα ανατυπωθεί, ακόμα και αν πρέπει να κάνουμε υπομονή.

Το 10 του Μ. Καραγάτση

Ας γελάσω. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Καραγάτση και ο τίτλος μια εκ των πρώτων κριτικών μου στο RG. Ποτέ μου δεν σκέφτηκα να γυρίσω και να διαβάσω ξανά αυτές τις κριτικές ξέροντας ότι πια δεν θα μου αρέσουν και κατα πάσα πιθανότητα δεν θα με αντιπροσωπεύουν. Εφόσον όμως διάβασα για νιοστή φορά το βιβλίο, νομίζω δικαιούμαι μια δεύτερη ευκαιρία προσέγγισης, ειδικά τώρα που το ατελείωτο αυτό έργο του Καραγάτση βρίσκεται στη σκιά του Γιούγκερμαν και την Μεγάλης Χίμαιρας.

Ένα φαλιρισμένο εργοστάσιο στον Πειραιά μετατρέπεται σε συγκρότημα κατοικιών. Οι πρωταγωνιστές, όλοι διαφορετικοί μεταξύ τους και προικισμένοι ο καθένας με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του, ζουν στο μεταίχμιο της αλλαγής δύο εποχών. Από την μια το Κέντρο του Πειραιά με τα εμπορικά Μέγαρα και από την άλλη οι συνοικίες της φτωχολογιάς που περιτριγυρίζονται από χωράφια και παράγκες. Στο 10 τώρα, τον μικρόκοσμο των δεκάδων δωματίων, επικρατεί το αδιαχώρητο. Οι ένοικοι μιλούν ο καθένας την δική του γλώσσα και όλοι ξέρουμε το τέλος της Βαβέλ.

Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι δεν ξέρουμε το τέλος του 10. Ο Καραγάτσης έφυγε από την ζωή πριν προλάβει να το τελειώσει, αφήνοντας πίσω του μονάχα το κείμενο και μερικά τετράδια με σημειώσεις. Μελετητές υποστηρίζουν ότι η συνολική έκταση του βιβλίου θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή του Γιούγκερμαν. Καθόλου απίστευτο αν υπολογίσει κανείς το εύρος των πρωταγωνιστών και την μέχρι τώρα πορεία του έργου. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι το βιβλίο εντελώς τυχαία σταματά σε ένα αφηγηματικό σταυροδρόμι, που αν θέλετε την άποψή μου, βγάζει σε λαβύρινθο. Όλες οι ιστορίες θα μπορούσαν να συνεχιστούν, θα μπορούσαν όμως και όχι. Τελειώνοντας το αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν είναι άρτιο, το περίεργο όμως είναι ότι δεν σε ξενίζει. Η παραπάνω άποψη προφανώς δεν βρίσκει όλους σύμφωνους, αλλά είναι το προσωπικό μου απόσταγμα από τουλάχιστον έξι αναγνώσεις του βιβλίου. Εν ολίγοις, με δυσαρέστησαν αρκετά πράγματα, αλλά όχι το τέλος. Το ατελείωτο της υπόθεσης δίνει μια σουρεαλιστική μαγεία στο νατουραλισμό της γραφής. Ναι, είναι μια από τις γοητευτικές πλευρές του βιβλίου.

Για όσους έχουν διαβάσει τον Γιούγκερμαν και την Μεγάλη Χίμαιρα, το 10 δεν θα αποτελέσει έκπληξη. Είναι σαφέστατα ένα πολύ πιο φιλόδοξο έργο, αλλά δεν επιτυγχάνει τον συγκεκριμένο σκοπό του. Παρόλα αυτά, η γραφή του Καραγάτση, αν και εκ πρώτης όψεως δεν παρουσιάζει εμφανείς διαφορές, στο 10 είναι πιο ώριμη. Οι περιγραφές είναι πιο κοφτές, κυριαρχεί ο διάλογος προσφέροντας αμεσότητα, ο συναισθηματισμός είναι μετριασμένος και τοποθετημένος σε καίρια σημεία. Ακόμα και ατελές, το 10 συγγραφικά είναι κομψοτέχνημα!

d37d2-2015-05-262b01-22-042b1

Ας γελάσω λοιπόν. Αυτά ήταν τυπικά τα λόγια ίσως του μεγαλύτερου έλληνα λογοτέχνη. Από όσα βιογραφικά στοιχεία έχω διαβάσει για τον Καραγάτση, μάλλον η εν λόγω φράση πρέπει να ήταν από τις μεγαλύτερες ειρωνείες που του επιφύλαξε η ζωή. Όπως και να χει, διαβάζοντας κανείς το 10 περπατάει πάλι στις γειτονιές του Πειραιά και μπορεί να λείπει η Καλαμάτα του Σκλαβογιάννη και η Θεσσαλονίκη του Καραμάνου, αλλά ακόμα και έτσι παραμένει πάντα άξιο τέκνο του δημιουργού του.


*Εμ, για όσους ακόμα δεν έχουν διαβάσει το 10 και για δικούς τους λόγους δεν μπορούν να το βρούν, μπορούν να το κατεβάσουν και να το διαβάσουν ολόκληρο σε pdf εδώ.

Έθιμα Ταφής της Hannah Kent

Οι μικρές προκαταλήψεις που κάνουν την ζωή μας δυσκολότερη δεν περιορίζονται μονάχα στην υλική πλευρά της καθημερινότητας, αντιθέτως κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος και στον πνευματικό χώρο. Στην δικιά μου περίπτωση όλα άρχισαν πριν από μερικούς μήνες, όταν διάβασα τη Λίγη Ζωή και υποσχέθηκα να μην ακουμπήσω ξανά βιβλίο συγγραφέα που δεν έχει κλείσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του. Μετά διάβασα κάποια ποιήματα του Ρεμπώ και συνήλθα. Διότι, πραγματικά, δεν υπάρχει χειρότερη εκούσια φυλάκιση του ίδιου σου του εαυτού από τα στενοπά που έχεις δημιουργήσει εσύ ο ίδιος για να τον κλείσεις. Μετά από μια προσεκτική επιλογή και τον αδιάλεχτο παράγοντα των εναπομεινάντων βιβλίων στο επαρχιακό βιβλιοπωλείο, αγόρασα, διάβασα και λάτρεψα τα Έθιμα Ταφής της Hannah Kent.

Η Hannah Kent γεννήθηκε το 1985 στην Αδελαίδα της Αυστραλίας. Στα εφηβικά της χρόνια βρέθηκε ως υπότροφη της Λέσχης Ρόταρι στην Ισλανδία, όπου και άκουσε για πρώτη φορά την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, μιας γυναίκας που καταδικάστηκε σε θάνατο για την δολοφονία δύο ανδρών το 1829. Τα Έθιμα Ταφής είναι το πρώτο της βιβλίο, ενώ αυτό τον καιρό μεταφράζεται στα ελληνικά το δεύτερο με τίτλο «The good people».

«Είπαν ότι πρέπει να πεθάνω. Είπαν ότι έκλεψα την ανάσα άλλων ανθρώπων και τώρα πρέπει κι αυτοί να κλέψουν την δική μου. Φαντάζομαι, λοιπόν, πως είμαστε όλοι φλόγες κεριών που φέγγουν θαμπά, τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι και στο φύσημα του αέρα, και μέσα στην ησυχία της κάμαρας ακούω βήματα, βήματα τρομερά που έρχονται, έρχονται να με σβήσουν και να διώξουν τη ζωή μου μακριά από μένα σε μια γκρίζα τολύπα καπνού. Θα χαθώ, θα σκορπίσω στον αέρα και στη νύχτα. Θα μας σβήσουν όλους, τον έναν μετά τον άλλον, ώσπου να μείνει μόνο το δικό τους φως, και μ’αυτό να βλέπουν τον εαυτό τους. Που θα είμαι τότε εγώ;»

Τα Έθιμα Ταφής πραγματεύονται την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, όπως ανέφερα και παραπάνω, και πιο συγκεκριμένα τους μήνες πριν την εκτέλεση της, όταν την έστειλαν να περιμένει το τσεκούρι του δημίου σε ένα αγρόκτημα ενός κοινοτικού υπαλλήλου. Στην αρχή κανένα από τα μέλη της οικογένειας δεν ήθελε την Άγκνες ανάμεσα τους. Δεν ήταν μόνο ο φόβος που φώλιαζε στην καρδιά τους, ότι θα πλάγιαζαν στο ίδιο δωμάτιο με μια φόνισσα, αλλά και η κοινωνική κατακραυγή. Υποσυνείδητα φοβόντουσαν μην κολλήσουν και οι ίδιοι την ρετσινιά του κοινωνικού απόβλητου. Αχ, αθάνατη ανθρωπότητα! Με το πέρασμα του χρόνου όμως καταλαβαίνουν ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και οτι μια στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου δεν είναι ικανή να καθορίσει τον ίδιο τον άνθρωπο.

2017-03-06 09.30.22 1.jpg

Στο τέλος του βιβλίου, η Hannah μαζί με τις ευχαριστίες γράφει και ένα σημείωμα στους αναγνώστες για να τους υποδείξει τα αληθινά από τα μυθοπλαστικά στοιχεία. Ελάχιστα στοιχεία του βιβλίου είναι αμιγώς μυθοπλαστικά και τα περισσότερα από αυτά εξυπηρετούν καθαρά την ροή της πλοκής. Πριν προχωρήσει στη συγγραφή αυτού του ομολογουμένως αμφιλεγόμενου βιβλίου η συγγραφέας μελέτησε σε βάθος την υπόθεση, πήρε συνεντεύξεις και αναζήτησε μέχρι και τα ενοριακά βιβλία της εποχής, τα οποία λειτουργούσαν τότε ως κοινοτικοί κατάλογοι. Ήξερα ότι το ιστορικό μυθιστόρημα είναι από τα πιο δύσκολα είδη, δεν φανταζόμουν όμως ποτέ ότι κάποιος θα έμπαινε σε αυτό τον κόπο για να υπερασπιστεί την τιμή ενός ανθρώπου που δεν γνωρίζει ούτε θα γνωρίσει ποτέ και που στο κάτω κάτω δεν μπορεί να είναι σίγουρος για την αθωότητά του. Ίσως τελικά η ανθρωπότητα να έχει και την καλή της πλευρά.

Η γραφή, χωρίς καμία υπερβολή, είναι εξαιρετική. Η Hannah για να ελαφρύνει κάπως το βαρύ της θεματολογίας του μυθιστορήματός της εναλλάξει τα πρόσωπα των αφηγητών. Στια χωρία της Άγκνες επικρατεί η ποιητικότητα και η σοφία, ενώ διαδοχικά σε άλλα η θεολογική προσέγγιση, ο φόβος και η οργή. Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες από όταν τελείωσα το βιβλίο και τώρα είμαι πιο σίγουρη παρά ποτέ ότι τα Έθιμα Ταφής είναι δείγμα υψηλής λογοτεχνίας. Μαζί με τα ηθικοκοινωνικά ρεύματα της υπόθεσης ο αναγνώστης παίρνει πολλές λαογραφικές και ιστορικές πληροφορίες. Μπαίνει στη θέση του ανθρώπου που εργαζόταν ήλιο με ήλιο και που κοιμόταν σε μαξιλάρια από αποξηραμένα φύκια. Και περιμένει μαζί με την Άγκνες την εφαρμογή της καταδίκης της. Για μένα αυτό ακριβώς είναι η υψηλή λογοτεχνία.

Συστήνεται φυσικά!

Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη

Τα περισσότερα πράγματα στη ζωή μου τα κάνω αντίστροφα. Πάρτε για παράδειγμα αυτό εδώ το κείμενο, και κάθε κείμενο επί της ουσίας• ξέρω πως θα τελειώσει, αλλά δεν έχω ιδέα πως θα αρχίσει. Έτσι, όταν ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία που ανήκουν στο είδος του βρώμικου ρεαλισμού το έκανα και αυτό από την αντίθετη κατεύθηνση. Πρώτα ο αιχμηρός Guitierrez, έπειτα ο σαγηνευτικός Bukowski και τώρα, μόλις πριν από μερικές μέρες, ο αξιαγάπητος Carver. Αλλά πείτε μου, είναι αυτή λέξη για να χαρακτηρίσει τον Raymond Carver, τον μεγαλύτερο διηγηματογράφο της αμερικανικής γραμματείας; Αξιαγάπητος, ας είναι…

O Raymond Carver γεννήθηκε το 1938 στην Washington των Η.Π.Α. και έφυγε από την ζωή τον Αύγουστο του 1988. Με τον πατέρα του αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα, βασικότερο όλων ο χρόνιος εθισμός από το αλκοόλ. Από τον ίδιο εθισμό πέρασε και ο συγγραφέας στο μέλλον, αλλά κατάφερε σύντομα να απεξαρτηθεί. Παντρεύτηκε μικρός και ακολούθησε κάθε πιθανή εργασία που θα του εξασφάλιζε τα προς το ζην. Στη λογοτεχνική σκηνή εμφανίστηκε στις αρχές τις δεκαετίας του ’60 με την δημοσίευση του The Furious Seasons και έκτοτε ακολούθησαν πολλές ποιητικές και διηγηματικές συλλογές. Βασική του λογοτεχνική επιρροή ήταν ο Hemingway, ενώ και ο ίδιος αποτέλεσε πρότυπο για πολλούς γνωστούς σύγχρονους συγγραφείς (o Murakami είναι ένας από αυτούς). Η θεματολογία του έργου του, καθώς και η ταυτόχρονη άνθιση του Βρώμικου ρεαλισμού, τον κατέταξαν στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Προσωπικά, θεωρώ ότι απέχει πολύ από τα σκληροπυρηνικά έργα των μεταγενέστερων λογοτεχνών, οπότε οι μυθοπλασίες του μπορούν να διαβαστούν και από μη λάτρεις του είδους.

2017-02-23 05.47.52 1.jpg

«DRINKING’S funny. When I look back on it, all of our important decisions have been figured out when we were drinking»

Ο Carver δεν γράφει, φωτογραφίζει! Το Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη είναι μια συλλογή μικρών διηγημάτων γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Το περίεργο με αυτό το βιβλίο είναι ότι δεν θα σου πει τίποτα που δεν ξέρεις, τίποτα που δεν έχεις ζήσει ή που δεν έχει ζήσει ο διπλανός σου, κι όμως θα το αγαπήσεις. Οι ιστορίες δεν βγάζουν πουθενά, δεν έχουν αρχή ούτε τέλος. Ο συγγραφέας γράφει για ένα ζευγάρι που μαλώνει στο σαλόνι και τα ξαναβρίσκει στη κουζίνα, για μια μητέρα που το παιδί της το χτύπησε αυτοκίνητο, για έναν πατέρα που συζητάει με τον γιό του στο αεροδρόμιο, για μια παρέα που μιλάει για αγάπη με μεθυσμένες καρδιές και νηφάλια σκέψη. Μιλάει για μένα, για σένα, για όλους. Απλές καθημερινές εικόνες που μας προσπερνάνε σαν τους ανόρεχτους λεπτοδείχτες της καθημερινότητας.

Στην αρχή δεν καταλάβαινα γιατί τόσος λόγος γύρω από αυτό το βιβλίο. Περνώντας μια μια τις ιστορίες όμως απλά ένιωθα ότι δεν ήθελα να τελειώσουν. Είναι περίεργο πόσο διψάει ο αναγνώστης για τέτοιου είδους αφηγήσεις. Ξυπνάει μέσα του η επιθυμία να κοιτάξει από την κλειδαρότρυπα. Ο Carver σου δίνει αυτή την δυνατότητα. Σε βάζει μέσα σε ένα δωμάτιο και παρακολουθείς αυτό πιθανόν που έχεις υπάρξει και εσύ ο ίδιος ή μπορεί να υπάρξεις στο μέλλον.

Η ελληνική έκδοση είναι εξαντλημένη, για αυτό το διάβασα στο πρωτότυπο. Πέρα από κάποιες μικρές λεξιλογικές δυσκολίες που συνάντησα, το κείμενο έρρεε απίστευτα εύκολα και απολαυστικά. Ελπίζω σύντομα η Απόπειρα να επανέκδοση την συλλογή, μέχρι τότε όμως μπορείτε να την διαβάσετε και εσείς στα αγγλικά. Συστήνεται ανεπιφύλαχτα!

Νυχτερινό Δελτίο του Πέτρου Μάρκαρη

Άκουσα για πρώτη φορά το όνομα του κ. Μάρκαρη μερικά χρόνια πριν σε μια εκπομπή των Πρωταγωνιστών με θέμα την Χρυσή Αυγή. Ήταν 2012, ένα κόμμα με εθνικιστικά ιδεώδη είχε μπει πανηγυρικά στα έδρανα της Βουλής και όλοι απορούσαν από που ήρθε και τι θα γίνει με αυτό. Στην εκπομπή ακούστηκαν πολλές απόψεις, όλες ενδιαφέρουσες, άλλα ο λόγος του Μάρκαρη με μαγνήτισε. Δεν έλεγε κάτι που το άκουγα για πρώτη φορά, αλλά ήταν ο τρόπος και οι κατευθύνσεις του τέτοιες που ήταν πιο κοντά στην δική μου ιδιοσυγκρασία. Πολλά βιβλία του έχουν πέσει στα χέρια μου από τότε, αλλά μόλις φέτος κατάφερα να διαβάσω το πρώτο, αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω στην σημερινή ανάρτηση, το Νυχτερινό Δελτίο.

Ο Πέτρος Μάρκαρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1937. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Αυστρία και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα το 1964. Ένα μόλις χρόνο μετά εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το θεατρικό έργο Η ιστορία του Αλή Ρέτζο. Έχει εργαστεί ως σεναριογράφος θεατρικών και κινηματογραφικών έργων, μεταφραστής (μάλιστα, με διακρίσεις στον συγκεκριμένο τομέα) και έχει διατελέσει πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Το 1995 κυκλοφόρησε το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα, το Νυχτερινό Δελτίο, όπου μας γνώρισε με τον κεντρικό ήρωα των περιπετειών του, τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο. Έκτοτε, ακολούθησαν αρκετά αστυνομικά μυθιστορήματα και αρκετές συμμετοχές σε συλλογή έργα.

Δύο πτώματα Αλβανών βρίσκονται σε ένα φτωχικό σπίτι στο Ρέντη και ένοχος κρίνεται ένας συμπατριώτης των θυμάτων. Η υπόθεση ετοιμάζεται να κλείσει στα γραφεία της αστυνομικής διεύθυνσης, όταν μια δαιμόνια δημοσιογράφος βάζει φωτιές στον υπεύθυνος της υπόθεσης, τον αστυνόμο Χαρίτο. Ο Χαρίτος ξεκινάει την έρευνα από την αρχή, μα πριν κιόλας προλάβει να την ολοκληρώσει ενημερώνεται για έναν τρίτο φόνο, αυτόν της δημοσιογράφου. Η υπόθεση ξεκινάει δυναμικά και συνεχίζει περίπου έτσι μέχρι την μέση του βιβλίου. Έπειτα, οι παράλληλες ιστορίες μπλέκονται και μέχρι να λυθούν στο τέλος ο αναγνώστης βρίσκεται σε μια συνεχόμενη σύγχυση.

20170218_1401570

Για να είμαι ειλικρινής η πλοκή δεν με ενθουσίασε. Πιο συγκεκριμένα, την θεωρώ κάπως τραβηγμένη σε ορισμένα σημεία και αρκετά θολή σε μερικά άλλα. Αυτό όμως που μου έκανε την καλύτερη εντύπωση και είναι η κινητήριος δύναμη αυτής εδώ της ανάρτησης είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Κώστας Χαρίτος. Πρόκειται για έναν πενηντάρη οικογενειάρχη αστυνομικό, ο οποίος παρόλη την σαπίλα και την προχειρότητα που φέρει ο κλάδος του, θέλει να κάνει καλά την δουλειά του. Είναι πονηρός όσο πρέπει, τα λέει όπως πρέπει και δεν τρέφει αυταπάτες ούτε για την δουλειά ούτε για την οικογένεια του. Μέσω του ήρωα του ο Μάρκαρης μιλάει για την οικογένεια, τα σώματα ασφαλείας και την κοινωνία της δεκαετίας του ’90, η οποία ελάχιστα έχει αλλάξει από τότε. Πολλοί παρομοιάζουν τον Χαρίτο με τον σύγχρονο απόγονο του Μπέκα, αλλά έχοντας διαβάσει μονάχα ένα βιβλίο δεν μπορώ να εκφέρω άποψη. Σίγουρα οι δύο ήρωες έχουν σημαντικές ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές, ειδικά στο συγγραφικό πλαίσιο.

Το Νυχτερινό Δελτίο είναι ένα καλό βιβλίο στο σύνολό του. Είναι εύκολο ανάγνωσμα και το προτείνω στους λάτρεις του είδους, αλλά και σε όσους ψάχνουν ενδιαφέρουσες φωνές στην ελληνική γραμματεία.

Τα τρία επίπεδα της ζωής του Julian Barnes

Η μεγαλύτερη επιτυχία μιας ανάγνωσης είναι όταν γίνεται στην κατάλληλη στιγμή. Μέχρι τώρα έχω σταθεί τυχερή αρκετές φορές, πολλά τα βιβλία που διάβασα σε κατάλληλες στιγμές. Ακόμα όμως μεγαλύτερη επιτυχία είναι όταν κάθε βιβλίο του ίδιου συγγραφέα σε βρίσκει την κατάλληλη στιγμή και από τέτοιες επιτυχίες δεν έχω πολλά παραδείγματα, μονάχα αυτό του Julian Barnes. Ένα χρόνο μετά το Ένα κάποιο τέλος, διάβασα επιτέλους Τα τρία επίπεδα της ζωής, ένα μικρό μεγάλο βιβλίο.

Ο Julian Barnes γεννήθηκε στην Αγγλία το 1946 και σπούδασε στο City of London School. Μετά την αποφοίτησή του δούλεψε σαν λεξικογράφος στο Oxford English Dictionary, ενώ λίγο αργότερα άρχισε να εργάζεται σαν κριτικός λογοτεχνίας και τηλεόρασης σε διάφορα έντυπα. Στα γράμματα εμφανίστηκε το ΄80 και από τότε έχει εκδόσει αρκετά μυθιστορήματα και συλλογές δοκιμίων. Τα Tρία επίπεδα της ζωής το 2013 και ανήκουν στο είδος των απομνημονευμάτων, αν και από τις πρώτες σελίδες δεν γίνεται αντιληπτό.

«Χάνεις, λοιπόν, τον κόσμο ολόκληρο για μια ματιά; Ασφαλώς και τον χάνεις. Γι’ αυτό υπάρχει άλλωστε ο κόσμος· για να τον χάνεις κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες.»

Τα τρία επίπεδα της ζωής είναι ένα μυθιστόρημα χωρισμένο σε τρία μέρη, φαινομενικά άσχετα το ένα με το άλλο. Η πρώτη ιστορία μας μιλά για αερόστατα, η δεύτερη για μποέμ έρωτες και η τρίτη για τον θάνατο της συζύγου του συγγραφέα και όσα ακολούθησαν αυτού. Τίποτα δεν είναι άσχετο όπως μεταξύ τους. Κάθε σχέση είναι ένα αερόστατο, το ύψος της πτήσης είναι όσα διογκώνουν την σχέση και φυσικά η λήξη αυτής είναι το μόνο βέβαιο, είτε μιλάμε για εναέριες βόλτες είτε για επίγειες σχέσεις. Αυτά και άλλα τόσα. Ένα μικρό βιβλίο, μόλις εκατών κάτι σελίδων, που κουβαλά μέσα του ένα απύθμενο βάθος.

IMG_2908.JPG

«Ζούμε στην επιφάνεια, στη γη, κι όμως –γι’ αυτό– οι βλέψεις μας είναι υψιπετείς. Ενώ σερνόμαστε στο έδαφος, απλώνουμε καμιά φορά το χέρι ψηλά φτάνοντας μέχρι τους θεούς. Μερικοί πετούν στον ουρανό με την τέχνη, άλλοι με τη θρησκεία· οι περισσότεροι τον έρωτα. Όταν όμως πετάς ψηλά, μπορεί και να τσακιστείς. Λίγες είναι οι ομαλές προσγειώσεις. Μπορεί να βρεθείς να σκας στο έδαφος με ορμή που τσακίζει κόκαλα ή να σε παρασύρει ο σιδηρόδρομος σε ράγες ξένης χώρας. Κάθε ερωτική ιστορία είναι εν δυνάμει μια ιστορία ψυχικής οδύνης. Κι αν όχι στην αρχή, τότε αργότερα. Κι αν όχι για τον ένα, τότε για τον άλλο. Μερικές φορές και για τους δύο.»

Ο λόγος του Barnes στην αρχή φαίνεται ουδέτερος, στα όρια του αδιάφορου, και συνεχίζει φορτώνοντας συναισθηματισμό μέχρι την τελική ιστορία. Για αυτή την τελική ιστορία, την προσωπική του συγγραφέα, θα ήθελα να μιλήσω λίγο παραπάνω. Αλλά όποια λόγια και αν πεις μπροστά στην μαύρη τρύπα της απώλειας θα χαθούν. Είναι ήδη σχεδιασμένο από καταβολής κόσμου και αυτό δεν θα αλλάξει.

«Δεν πιστεύω ότι θα την ξαναδώ ποτέ. Δεν θα την ξαναδώ, δεν θα την ξανακούσω, δεν θα την αγγίξω, δεν θα την αγκαλιάσω, δεν θα προσέξω αυτά που μου λέει και δεν θα γελάσω με αυτά που μου λέει· δεν θα στήσω ποτέ ξανά αυτί για να ακούσω τα βήματά της, δεν θα χαμογελάσω στο άκουσμα της εξώπορτας που ανοίγει, δεν θα κουρνιάσω στο κορμί της, ούτε αυτή στο δικό μου. Δεν πιστεύω επίσης ότι θα ξαναβρεθούμε με κάποια άυλη μορφή. Πιστεύω ότι ο νεκρός είναι νεκρός. Κάποιοι θεωρούν τη θλίψη σαν ένα είδος βίαιου αν και δικαιολογημένου οικτιρμού του ίδιου του εαυτού· κάποιοι άλλοι ότι πρόκειται απλώς για την αντανάκλαση ενός ανθρώπου στα μάτια του θανάτου· άλλοι πάλι λένε ότι λυπούνται αυτόν που επέζησε, γιατί αυτός περνάει το ζόρι, ενώ ο αγαπημένος νεκρός δεν υποφέρει πια. Οι προσεγγίσεις αυτού του είδους επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πένθος αποδυναμώνοντάς το – το ίδιο κάνουν και με τον θάνατο. Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος του πένθους μου απευθύνεται σε εμένα τον ίδιο –κοίτα τι έχασα, κοίτα πώς μίκρυνε η ζωή μου–, το μεγαλύτερο μέρος όμως, το πολύ μεγαλύτερο, έχει να κάνει από την αρχή με εκείνη: κοίτα τι έχασε τώρα που έχασε τη ζωή της. Τώρα που έχασε το σώμα της, το πνεύμα της, την ακτινοβόλα περιέργειά της για τα πράγματα της ζωής. Μερικές φορές μου φαίνεται σαν ο μεγαλύτερος χαμένος, ο πραγματικά αποστερημένος, να είναι η ίδια η ζωή, γιατί δεν αποτελεί πια αντικείμενο της ακτινοβόλας περιέργειάς της.»

Όπως και στο Ένα κάποιο τέλος, ο συγγραφέας παίζει πάλι με τον αθέατο μίτο ενός νοήματος που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακολουθήσει πολλές φορές ασυναίσθητα στη ζωή μας. Βρίσκω λοιπόν φυσιολογικό το γεγονός ότι σε πολλούς δεν έκανε εντύπωση αυτό το βιβλίο. Στην εποχή που ζούμε, εξάλλου, τα περισσότερα από όσα νιώθουμε ή βιώνουμε έχουν πάψει να μας κάνουν εντύπωση, ακόμα και η τόσο ανθρώπινη-απάνθρωπηθέα του θανάτου.