Λίγη Ζωή της Hanya Yanagihara

Δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι πολωμένες βαθμολογίες και οι κριτικές που μάλλον θύμιζαν περισσότερο φορτισμένες συναισθηματικά εξομολογήσεις. Κάτι το καλό promotion από τις εκδόσεις, κάτι η φυσική μου κλήση προς το κλαίειν, αποφάσισα να το πάρω. Καλά να πάθω!

Hanya Yanagihara γεννήθηκε το 1974 στην Καλιφόρνια, μεγάλωσε όμως στην Χαβάι, την οποία και θεωρεί πατρίδα της. Είναι αρθρογράφος και συγγραφέας και η Λίγη Ζωή είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της.

IMG_2873.JPG

Η ιστορία είναι -πλέον- γνωστή. Τέσσερις φίλοι προσπαθούν να στρώσουν την ζωή τους στη Νέα Υόρκη. Ο ανώριμος Τζέι Μπι, ο μπερδεμένος αλλά καλόκαρδος Μάλκομ, ο όμορφος Γουίλεμ και ο συνεσταλμένος Τζουντ παλεύουν με το μέλλον μπροστά τους και με το παρελθόν πίσω τους. Μονάχα που ο Τζουντ δεν μιλάει ποτέ για το παρελθόν. Δεν αναφέρει ποτέ την οικογένεια του. Σωπά όταν τον ρωτούν που μεγάλωσε. Τραβιέται όταν πάνε να τον αγκαλιάσουν. Είναι εκεί μαζί τους, αλλά ένα κομμάτι του λείπει ηθελημένα. Μεγαλώνοντας η κατάσταση μεταξύ των τεσσάρων φίλων αλλάζει. Η παρέα σπάει στην καθημερινότητα. Ο πυρήνας του Τζουντ και του Γουίλεμ όμως παραμένει ακέραιος και δυναμώνει με τον καιρό. Ο ένας έχει τον άλλον ανάγκη για να συνεχίσει. Ο ένας διώχνει τα φαντάσματα του άλλου.

Ολόκληρη η ιστορία γυρνάει σαν γαϊτανάκι γύρω από το παρελθόν του Τζουντ. Το τραγικό παρελθόν ενός παιδιού που πέρασε δια πυρός και σιδήρου και κατάφερε, αν και όχι αλώβητο, να σταθεί στα πόδια του και να συνεχίσει την ζωή του. Όλα αυτά τα μαθαίνουμε σε αναδρομικά κομμάτια, που σπάνε την αφήγηση και δίνουν -ένα κάποιο- σασπένς στην όλη ιστορία. Ένα αρκετά δυνατό χαρακτηριστικό του βιβλίου επίσης είναι και η ψυχογραφηση των ηρώων. Η Γιαναγκιχαρα έχει φτιάξει ολοκληρωμένος χαρακτήρες με υπόσταση και ψυχή. Τα προβλήματα όμως ξεκινούν όταν η ίδια πρέπει να διαχειριστεί αυτούς τους ήρωες.

Πέρα από την ψυχογραφηση και την πολλά υποσχόμενη αρχή του έργου, η πλοκή είναι βουτηγμένη -μην πω πνιγμένη- στην υπερβολή. Ακόμα και οποία καλά στοιχεία είχε, ή τέλος πάντων όσα σε μένα φάνηκαν καλά, πνίγηκαν στο τσουνάμι της υπερβολής. Ρε παιδιά, δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα και έλεγα δεν μπορεί, έχει κι άλλο; Και φτάνω στο τελευταίο μέρος πεπεισμένη πια ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να με εκπλήξει. Και μαντέψτε: υπήρξε! Όλος αυτός ο συμπιεσμένος πόνος φάνταζε πλαστός από ένα σημείο και έπειτα. Σαν κακοστημένη εξομολόγηση σε πανελ του Μικρούτσικου ένα πράγμα.

Υπήρχαν και άλλα δεδομένα που δεν μου κολλούσαν στο βιβλίο βέβαια. Δευτερεύοντα μεν, αλλά δεν θα γλυτώσουν την αναφορά δε. Πρώτο και σημαντικότερο, η ομοφυλοφιλία και ο ανώριμος τρόπος που παρουσιάζεται. Εκτός από το δίδυμο Τζουντ-Γουίλεμ, η Γιαναγκιχαρα σκορπά καθ’όλη την έκταση του μυθιστορήματος ομοφυλόφιλους χαρακτήρες απλόχερα. Μπορεί η κοινωνία της Νέας Υόρκης να παρουσιάζεται τόσο προοδευτική και γαμάτη και πραγματικά εύχομαι να ήταν όλες οι κοινωνίες του κόσμου έτσι, να μπορούσες ελεύθερα να είσαι αυτός που νιώθεις ότι είσαι χωρίς περιορισμούς και λογοκρισία, αλλά μου χτυπάει κάπως περίεργα που σχεδόν οι μισοί χαρακτήρες του έργου ήταν ή υπήρξαν κατά διαστήματα ομοφυλόφιλοι. Άλλη μια υπερβολή; Πιθανό. Μια κοινωνική πραγματικότητα που δεν είμαι σε θέση να διαβεβαιώσω; Επίσης, πιθανό. Εγώ όμως το βλέπω περισσότερο σαν ένας πλάγιος αλλά σίγουρος δρόμος πωλήσεων. Και υπογραμμίζω ξανά: δεν έχω κανένα πρόβλημα με την ομοφυλοφιλία, αλλά με τον τρόπο που την χρησιμοποιεί η συγγραφέας.
Δεύτερον, πως είναι δυνατόν να μιλάμε για μια τόση δυνατή φιλία, με τόσο γερά θεμέλια και μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα, όταν οι μέτοχοι αυτής αγνοούν στοιχεία και κομμάτια του ενός «φίλου», δεν αναγνωρίζουν τις αδυναμίες και τις τάσεις αυτοκαταστροφής του και μένουν άπραγοι μπροστά στην διάθεση αυτοτραυματισμού του. Ξέρω πως πολλοί δεν θα συμφωνήσουν μαζί μου σε αυτό το σημείο. Παρόλα αυτά, μέχρι σχεδόν την μέση του βιβλίου δεν είδα και καμία χειροπιαστή απόδειξη της φιλίας των τεσσάρων. Μου έδωσαν την εντύπωση ότι συγκυριακά έμεναν ενωμένοι και η αγάπη τους ήταν αρκετά εύθραυστη.

Πραγματικά ήθελα να μου αρέσει αυτό το βιβλίο. Ήθελα να με αγγίξει, να κλάψω, να το αγαπήσω. Φάνταζε όμως τόσο πλαστό στα μάτια μου, που τελικά το αντιπάθησα. Μάλλον έτσι εξηγούνται οι πολωμένες βαθμολογίες που ανέφερα στον πρόλογο.

Δεν συνηθίζω να προτείνω βιβλία που δεν μου άρεσαν και δεν θα το κάνω ούτε και τώρα. Το βιβλίο είναι δίκοπο μαχαίρι και εγώ αθώους δεν παίρνω στον λαιμό μου. Διαβάστε το, μην το διαβάσετε, το ίδιο μου κάνει. Αν θέλετε να κλάψετε πάντως ακούστε καλύτερα το Lonely Day των System of a down. Όσο να πεις είναι 900 σελίδες ελαφρύτερο.

Στον Δρόμο του Jack Kerouac

«Τι είναι αυτό το συναίσθημα που σας σφίγγει όταν φεύγετε με τ’αμάξι αφήνοντας πίσω σας ανθρώπους που τους βλέπετε να μικραίνουν μέσα στη πεδιάδα μέχρι που τελικά εξαφανίζονται; Είναι ο απέραντος δρόμος που μας βαραίνει κι είναι ο αποχαιρετισμός.»

Από την εφηβεία μου γυροφέρνω αυτό το βιβλίο και όλο το αναβάλω. Όλοι οι γνωστοί και φίλοι (με μοναδική εξαίρεση τον πατέρα μου και έναν πολύ καλό μου φίλο) είχαν παράπονα από το βιβλίο. Το παρατούσαν στη μέση, δυσκολεύονταν, έβρισκαν ανούσιο το θέμα του. Τους καταλαβαίνω. Η γραφή δεν είναι εύκολη και το θέμα του επαναλαμβάνεται από ένα σημείο και μετά. Σε κάποια σημεία είναι κουραστικό, ενώ σε κάποια άλλα είναι έτσι δοσμένη η αφήγηση που χάνεσαι. Πολλά ονόματα, πολλοί τόποι, πολλοί δρόμοι. Κι όμως. Το σπουδαίο με αυτό το βιβλίο είναι ότι οι ίδιοι λόγοι που μπορεί να σε κουράσουν μπορεί να σε κάνουν και να το λατρέψεις. Εγώ το λάτρεψα.

«Αλλά τότε πήγαιναν χορεύοντας μέσα στους δρόμους σαν τρελοί και σερνόμουν από πίσω τους όπως κάνω σε όλη μου τη ζωή για ανθρώπους που μ΄ ενδιαφέρουν, γιατί οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που είναι τρελοί για ζωή, τρελοί για κουβέντα, τρελοί να σωθούν, που θέλουν να τα χαρούν όλα μέσα σε μία και μόνο στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται, ή λένε ένα κοινότοπο πράγμα, αλλά που καίγονται, καίγονται όμοιοι με τις κίτρινες μυθικές φωτιές των ρωμαϊκών πυρσών, εκπυρσοκροτώντας σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στ’ άστρα…»

Αυτά είναι τα λόγια του Σαλ, του πρωταγωνιστή μας, ο οποίος με παρέα ή χωρίς οργώνει όλη τη χώρα με αμάξι. Το βιβλίο δεν έχει υπόθεση, είναι μονάχα οι περιπέτειες στις πόλεις που συναντά, τους ανθρώπους που γνωρίζει και τα ευτράπελα στα οποία μπλέκεται. Πότε οτοστόπερ και πότε συνοδηγός του φίλου του, Ντην, ο Σαλ εξερευνά τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα σε μία χώρα που όσο μεγάλη και αν φαίνεται δεν τον χωράει. Ερωτεύεται, πίνει, μιλάει για βιβλία που του αρέσουν, γράφει, ζητάει δανεικά για να μπορεί να συνεχίσει και συνεχίζει. Είναι ωραίος τύπος ο Σαλ, γιατί έχει συνειδητοποιήσει κάτι που εμείς έχουμε ξεχάσει πια. Ο δρόμος είναι η ζωή.

Ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι ένα μανιφέστο γύρω από την ελευθερία, από την ανάγκη του ανθρώπου να το σκάσει από τους τοίχους που τον πνίγουν και να βρεθεί στους ανοιχτούς χώρους και τις ανοιχτές αγκαλιές που πρέπει να βρίσκεται. Ο Κέρουακ στα λέει όλα αυτά δίχως φαμφάρες και μελοδραματισμούς. Σου δείχνει απλά την ζωή και σε καλεί να προχωρήσεις στον δικό σου δρόμο είτε είναι ο Route 66 είτε η Εγνατία Οδός (την πέταξα την σαχλαμάρα μου δεν κρατήθηκα!).

Είναι όμως, όπως είπα και στην αρχή, ένα δύσκολο βιβλίο. Όχι σαφώς από νοηματική άποψη, αλλά από την θεματολογία και την εκτέλεση του. Θέλεις χρόνο για να χωνέψεις τον ποιητικό αλλά και χειμαρρώδη λόγο του Κέρουακ και σίγουρα μετά το δεύτερο road trip θες να δεις και κάτι άλλο στην πλοκή. Παρόλα αυτά, αξίζει σίγουρα να διαβαστεί. Δεν αποτελεί αυθαίρετα το ευαγγέλιο της beat generation και ούτε πρόκειται για μύθο η επιρροή αυτού του έργου σε μια ολόκληρη γενιά. Τείνω να πιστεύω μάλιστα πως αν και η δική μου γενιά είχε τέτοιες (λογοτεχνικές και μη) επιρροές θα ήταν πολύ καλύτερη.

Θα κλείσω αυτή την ανάρτηση γνωρίζοντας ότι σας χρωστάω δύο λόγια για τον συγγραφέα (κατα πως φαίνεται βέβαια θα ασχοληθούμε μαζί του εκτενέστερα τον επόμενο καιρό) και παραθέτοντας ένα ακόμα απόσπασμα από το τελευταίο μέρος του βιβλίου στο οποίο ο Κέρουακ σχολιάζει τους Ινδιάνους του Μεξικό, μια ακόμα μειονότητα που υποφέρει κάτω από τον πολιτειακό ζυγό αιώνες τώρα και περιμένει καρτερικά την δικαίωσή του.

«Αυτοί οι άνθρωποι ήταν αναμφίβολα Ινδιάνοι και δεν είχαν τίποτα κοινό με τους Πέντρος και τους Πάντσος του ηλίθιου φολκλόρ της εκπολιτισμένης Αμερικής – έχουν εξογκωμένα μήλα και σχιστά μάτια και υπερβολικά γλυκούς τρόπους· δεν ήταν τρελοί, δεν ήταν καραγκιόζηδες· ήταν Ινδιάνοι γεμάτοι μεγαλείο και σοβαρότητα, ήταν η πηγή του ανθρώπινου είδους και οι πατέρες του. Η θάλασσα είναι κινέζικη, μα η γη ινδιάνικη. Ακλόνητοι όπως οι βράχοι στην έρημο, είναι και αυτοί μέσα στην έρημο της <<ιστορίας>>. Και το γνωρίζουν αυτό καθώς εμείς περνούμε, σαν ψηλομύτες, λεφτάδες και ατομιστές Αμερικάνοι που έρχονται να γλεντήσουν στα χώματά τους· ήξεραν ποιος είναι ο πατέρας και ποιος ο γιός της παμπάλαιας ζωής πάνω σε αυτή τη γη και απέφευγαν κάθε είδους σχόλιο.»

2017-01-09 06.32.39 2.jpg

Τα δέκα αγαπημένα βιβλία της χρονιάς

Εύχομαι να είστε όλοι κάπου ζεστά, με πολλά μελομακάρονα και ένα γατί να γουργουρίζει στα πόδια σας. Σήμερα αποφάσισα να κάνω μια ακόμα λίστα, αυτή την φορά με τα αγαπημένα βιβλία της χρονιάς. Σας έχω πάρει μονότερμα με τα βιβλία τον τελευταίο καιρό, αλλά υπόσχομαι πως θα ακολουθήσει ανάλογο ποστ και για ταινίες. Το δυστύχημα βέβαια είναι ότι θα γράψω και για αυτό εγώ!

*Το τοπ 10 δεν θα είναι αριθμημένο, μιας που κάτι τέτοιο θα ήταν πραγματικά δυσβάσταχτο, και φυσικά δεν θα περιλαμβάνει μονάχα βιβλία που έχουν εκδοθεί φέτος.

2016-12-24 02.35.36 1.jpg

Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ

Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που έπιασε αυτό το βιβλίο στα χέρια του και δεν το αγάπησε! Η ιστορία του Αντριά έχει χαρακτηριστεί ως το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς και όχι άδικα. Επιπλέον, με το Confiteor ξεκινήσαμε μια πρωτότυπη αλυσίδα ανάγνωσης. Το αντίτυπο μου έχει περάσει μέχρι στιγμής από αρκετά χέρια και ελπίζω να έχει αγγίξει και αρκετές ψυχές. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε σε παλαιότερη κριτική.

Γιούγκερμαν του Κ. Μ. Καραγάτση

Έχετε βαρεθεί να ακούτε/να διαβάζετε πόσο πολύ αγαπώ τον Καραγάτση. Θα με ανεχτείτε για ακόμα μια φορά, γιατί δεν θα μπορούσε να υπάρχει λίστα αγαπημένων χωρίς αυτή τη βιβλιάρα. Ο Γιούγκερμαν, τον οποίο τίμησα δύο φορές φέτος, είναι ένα σύγχρονο έπος. Οι χαρακτήρες, η πλοκή, η γλώσσα, όλα είναι ερωτεύσιμα σε αυτό το έργο ζωής. Ακόμα και οι ιστορίες αγάπης που σκαρφίζεται ο Καραγάτσης είναι υπέρτατες. Να το διαβάσετε, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, και αν το έχετε κάνει, να το ξαναδιαβάσετε!

Η γραμμή του ορίζοντος του Χρήστου Βακαλόπουλου

Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Kυψέλη, η Eλλάδα και ο πλανήτης Γη. Και αν υπήρχαν μονάχα τρία βιβλία στον κόσμο, η Γραμμή του Ορίζοντος θα ήταν ένα από αυτά. Δεν ξέρω γιατί με άγγιξε τόσο πολύ αυτό το βιβλίο. Ήταν το ύφος, η θεματολογία, οι ιδέες; Δεν ξέρω. Ίσως φταίει ότι το διάβασα σε μια ιδιαίτερη περίοδο που ήθελα να αγκιστρωθώ κάπου. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, ο Χρήστος μου μίλησε .

Η Καρδερίνα της Donna Tartt

Στο συγκεκριμένο βιβλίο αξίζει μια μεμονωμένη κριτική, αλλά για την ώρα δεν έχω ούτε το χρόνο ούτε έμπνευση και σίγουρα χρειάζεσαι έμπνευση για να γράψεις για ένα τόσο υπέροχο βιβλίο. Σε 989 σελίδες η Tartt αναφέρει τρεις φορές τους Velvet Underground και σε ένα σημείο παραθέτει και έναν στίχο από το εμβληματικό After Hours. Πολύ θέλω να ερωτευτώ αυτό το βιβλίο; Πέρα από τους V. U. όμως, που μπορεί κάποιος από εσάς κακώς να μην τους ακούσει, το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί. Χθες!

Χορείες Χώρων του Georges Perec

Αχ αυτός ο τρελός υπέροχος τύπος και όσα τρελά υπέροχα γράφει! Για να καταλάβετε ο εναλλακτικός τίτλος του βιβλίου θα μπορούσε να είναι Πως να βρεθείς από το κρεβάτι σου στην άκρη του σύμπαντος. Και όμως γίνεται, απλά, μέσα σε 100 σελίδες.

Τα Άνθη του Κακού του Charles Baudelaire

Χάρη σε ένα πανεπιστημιακό μάθημα που παρακολουθούσα φέτος ήρθα ακόμα κοντά με την ποίηση του Baudelaire. Είδα πως έβλεπε τον κόσμο (και) αυτός ο θεότρελος τύπος και πως μπορεί να δουλέψει ένας μεταφραστής πάνω σε αυτό. Θα ήταν άδικο μετά από τόσους μήνες να μην σας προτείνω την τελευταία μετάφραση του Σημηριώτη από τις εκδόσεις Γράμματα.

Τα ποιήματα του Charles Bukowski

Τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα και κάτι μου λέει πως θα τα ξαναδιαβάσω και πάλι, αυτή τη φορά ελπίζω στη μετάφραση ενός φίλου. Ότι κι αν πιστεύουν οι άλλοι για τον Πορνόγερο του βρόμικου ρεαλισμού, εμένα η γνώμη μου δεν θα αλλάξει ποτέ. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες όλων των εποχών για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ήθελε να γίνει ποτέ κάτι τέτοιο. Εντάξει, και γιατί έγραψε ένα μυθικό ποίημα για μια Jane. Όλα για μια Jane γίνονται στο κάτω κάτω…

Το Απομυθοποιημένο Τέρας του Άκη Χανδρινού

«Έτσι εξακολουθείς να συμβαδίζεις με τα αναπάντητα ερωτήματα να σέρνονται σκιές μαζί με την σκιά σου, έτσι που ο εαυτός σου να μην είναι παρά μια βασανισμένη συνείδηση μέσα σ’ ένα άρρωστο κορμί. Και καταντάει το αύριο σαν αύριο να μη μοιάζει όπως λέει και ο ποιητής.. Αυτές οι πολυβιωμένες εμπειρίες σκοτώνουν σιγά σιγά την ευαισθησία που τόσο πολύ βασανίστηκες για να διατηρήσεις μέσα στην καθημερινή σου κόλαση. Και δεν υπάρχει πια ελπίδα για επικοινωνία. Και η ροκ σου συνείδηση γίνεται μια πικρή ρεμπέτικη απομόνωση. Η νομοτέλεια είναι μια σύμβαση του νόμου με τη ζωή μας. Είμαι ένας ευτυχισμένος δυστυχής, ή απερίφραστα είμαι ένας μαζοχιστής. Όταν εξιδανικεύεις κάτι με την φαντασία σου είναι σα να μισείς την πραγματικότητα.» 

Νομίζω ότι όλα μου τα επιχειρήματά μου μπορούν να δοθούν στο παραπάνω απόσπασμα. Ξέρω πως δεν μπορείτε να βρείτε το βιβλίο στο εμπόριο, υπόσχομαι όμως από την νέα χρονιά να ανεβάζω αραιά και που κομμάτια από αυτό το 30ασέλιδο σουρεαλιστικό συντριβάνι.

Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ του D. H. Lawrence

Άλλη μια συνειδητή επανάληψη εκ μέρους μου, αλλά τι να κάνω; Απολογισμός είναι αυτός, άδικο θα ήταν να μην βρίσκεται εδώ αυτό το βιβλίο. Έχουν περάσει μήνες από την τελευταία φορά που το διάβασα, αλλά ακόμα θυμάμαι αυτολεξεί σχεδόν την περιγραφή όπου η Κονστάνς έκλαιγε δίπλα στους φασιανούς. Προσωπικά σε αυτή τη μικρή στιγμή εγώ είδα την μεγάλη στιγμή της ύπαρξης. Το δικαίωμα να αγγίξει μια γυναίκα κάτι τόσο κοντινό όσο και μακρινό, την μητρότητα. Τι σας λέω χρονιάρες μέρες και εγώ ε;

Οι Μεγάλες Προσδοκίες του Charles Dickens

Ξέρω ότι στην τελευταία θέση μπορεί να περιμένατε κάτι πιο σύγχρονο, αλλά δυστυχώς δεν θα σας κάνω το χατίρι. Οι Μεγάλες Προσδοκίες είναι ίσως το τελευταίο βιβλίο της χρονιάς που διαβάζω και δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο τρόπο να κλείσω αυτό τον κύκλο. Το διάβασα πρώτη φορά πριν από εφτά χρόνια και άθελά του, ή μάλλον καλύτερα, άθελά μου σημάδεψε μια πολύ ιδιαίτερη περίοδο για μένα. Με τις Μεγάλες Προσδοκίες αποχαιρέτησα για πάντα έναν άνθρωπο, καλωσόρισα έναν άλλον και υποδέχθηκα και τον ίδιο μου τον εαυτό σε μια νέα τάξη πραγμάτων που κρατάει εώς σήμερα. Τέλος, με την δεύτερη αυτή ανάγνωση κατάλαβα πόσο μέσα μου είχε διεισδύσει αυτό το βιβλίο, πόσο με είχε αγγίξει και πόσο επηρέασε τις μετ έπειτα επιλογές μου. Γοητευτικά τρομακτικό, όχι το βιβλίο, αυτό που μου συνέβει με το βιβλίο!

Πάλι παραείπα πολλά, πάλι το άρθρο βγήκε μεγάλο και πάλι γκρινιάζω. Τι να κάνουμε! Σας εύχομαι να περάσετε καλά Χριστούγεννα με αυτούς που σας αγαπάνε και κυρίως με αυτούς που αγαπάτε εσείς!

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Guenassia

Μπορείς να προσπαθήσεις να ξεφύγεις από την πραγματικότητα, να κοροιδέψεις τον περίγυρό σου, να κρυφτείς πίσω από το προσωπείο της αρετής, να στρουθοκαμηλίσεις, να επινοήσεις δικαιολογίες και προσχήματα, να ξεγλιστρήσεις και να κάνεις πίσω• το μέλλον εξαρτάται από την ικανότητά σου να ελίσσεσαι και η ευτυχία απ΄την ικανότητά σου να λουφάζεις. Όμως η αλήθεια γυρίζει πάντα μπούμερανγκ. Αρνείσαι να το βάλεις στα πόδια και βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού. Αν δεν πηδήξεις πρέπει να πληρώσεις το τίμημα.

Παρίσι, δεκαετία του ’60, Rive Gauche, βιβλία, μπιστρό, παρέες, μυστικά και ένας απρόοπτος έρωτας έξω από έναν κινηματογράφο, ή αλλιώς η αγάπη μου για σένα είναι σαν το ροδάκινο*. Όλα τα παραπάνω θα εξηγηθούν στις σελίδες του πολυαγαπημένου βιβλίου του Jean-Michel Guenassia, η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων. Τι λέτε, πάμε για ένα χρονοτάξιδο στη Γαλλία του ’60;

0 Jean-Michel Guenassia γεννήθηκε το 1950 στο Αλγέρι, σπούδασε νομικά και εγάστηκε ως δικηγόρος. Στο συγγραφικό του βιογραφικό έχει αρκετά σενάρια και θεατρικά έργα, καθώς και τρία λογοτεχνικά βιβλία. Η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων εκδόθηκε το 2011 και ουσιαστικά είναι το βιβλίο στο οποίο ο Guenassia οφείλει την παγκόσμια επιτυχία και όχι άδικα!

20161219_201428.jpg

Είναι από τις λίγες φορές, πραγματικά, που σκέφτηκα να παραθέσω την περίληψη του βιβλίου στην κριτική για να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται. Όχι γιατί έχει καμία περίπλοκη υπόθεση, αλλά γιατί είναι αντικειμενικά πολύ όμορφη. Παρόλα αυτά θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω την ολοδικιά μου εικόνα της ιστορίας, ακόμα και αν χαθεί η μαγεία της εκδοτικής περίληψης. Ο Μισέλ Μαρίνι μεγαλώνει στο Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ενώ μέσα στον μικρόκοσμο του αντηχούν οι μελωδίες της ροκ, τα λόγια των μεγάλων κλασσικών και οι φώνες της μάνας του, στον έξω κόσμο μαίνεται ο πόλεμος της Αλγερίας. Σιγά σιγά η καθημερινότητα, και όχι μόνο, διαβρώνει την οικογενειακή εστία και ο Μισέλ βρίσκει καταφύγιο στην παρέα. Όχι σε μια οποιαδήποτε παρέα όμως! Γίνεται μέλος μιας λέσχης σκακιστών που απαρτίζεται από πρόσφυγες κομμουνιστικών χωρών. Εκεί θα μάθει σκάκι, θα δει τον Sartre και τον Kessel (και τι δεν θα έδινα να τον δω και εγώ αυτόν!) και θα ακούσει τις ιστορίες σύγχρονων ηρώων και θυτών. Οι ώρες που ο Μισέλ θα περάσει στο πίσω μέρος ενός μπιστρό, σε μια αίθουσα που λέγεται η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων, θα του αλλάξουν την ζωή. Πιο συγκεκριμένα, θα αλλάξουν τον ίδιο. Φιλία, έρωτας, γνώση και δυσκολίες θα φιλτραριστούν από αυτή την μικρή αίθουσα, το προπύργιο μιας εποχής που χάνεται.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο χρονολογικά σε οχτώ ενότητες, οι οποίες έχουν κύριο μίτο τους την ιστορία του μικρού πρωταγωνιστή. Παρακολουθώντας τον Μισέλ να μεγαλώνει και να αντιμετωπίζει την ζωή με διαφορετικά μάτια μέρα με την μέρα, βλέπουμε εναλλάξ και τις ιστορίες των μελών της λέσχης. Ένα έξυπνο αφηγηματικό τρικ που απορροφά τον αναγνώστη και δεν τον αφήνει να πάρει ούτε ανάσα. Παράλληλα, μαθαίνουμε αρκετά κοινωνικά και ιστορικά στοιχεία για μια περίπλοκη περίοδο της σύγχρονης Γαλλίας, που, αν δεν κάνω λάθος – και αν κάνω διορθώστε με, δεν ξέρουμε και πολλά πράγματα. Παραδείγματος χάριν, μου γεννήθηκε αμέσως η επιθυμία να ψάξω περισσότερα στοιχεία γύρω από τον θεσμό της αποικιοκρατίας και το τέλος της στην Αλγερία. Τέλος, όσον αφορά την γλώσσα του έργου, είναι τόσο όμορφα μεταφρασμένη από την Φωτεινή Βλαχοπούλου που θύμιζε γέννημα θρέμμα της ελληνικής.

Εν κατακλείδι, η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων αξίζει κάθε διθυραμβική κριτική που έχει γραφτεί για τον τίτλο της. Παρόλα αυτά, ενώ σαν έργο βασίζεται στην πλοκή του, είναι εμφανές ότι ο συγγραφέας έχει δώσει μεγάλη προσοχή στην επίγευση που θα αφήσει στον αναγνώστη. Αίσθηση την οποία κορυφώνει μάλιστα με το τέλος που δίνει. Ίσως σε αυτό το σημείο κάποιοι αναγνώστες να μην ενθουσιάστηκαν και να μην ένιωσαν την Αισιοδοξία του βιβλίου. Όπως και να’χει, στην Λογοτεχνία έχει σημασία το ταξίδι και όχι ο προορισμός, και το ταξίδι της Λέσχης δεν θα απογοητεύσει κανέναν!

Reading Challenge II

Συνεχίζοντας με το δεύτερο μέρος του αφιερώματος του Reading Challenge, σήμερα θα ολοκληρώσω τις υπόλοιπες 13 κατηγορίες της δοκιμασίας. Σκεφτόμενη λίγο περισσότερο τις κατηγορίες κατάλαβα ότι ναι μεν διάβασα αρκετά βιβλία, αλλά ελάχιστα διαφορετικά το ένα με το άλλο. Δυστυχώς δεν ασχολήθηκα καθόλου με την κλασσική λογοτεχνία, ενώ ξέχασα εντελώς τους Αφρικανούς και Ασιάτες συγγραφείς που είχα στη λίστα ανάγνωσης. Ελπίζω να καταφέρω να τους διαβάσω του χρόνου.

14. Ένα βιβλίο με πρωταγωνιστή ιστορικό πρόσωπο

Ένα μικρό εγκεφαλικό το έπαθα προσπαθώντας να θυμηθώ αν διάβασα κάποιο τέτοιο βιβλίο. Μετά θυμήθηκα ότι έχω διαβάσει τον Άνθρωπο που αγαπούσε τα σκυλιά και ηρέμησα. Παρόλα αυτά, η αποστροφή μου να ασχοληθώ με οτιδήποτε έχει να κάνει με ιστορία και κατ’επέκταση με ιστορικά πρόσωπα είναι σχεδόν εμμονική και με τρομάζει. Άσε που δεν βοηθάει καθόλου στη σχολή.

15. Ένα βιβλίο που ο πρωταγωνιστής είναι παιδάκι ή έφηβος

Ξέρω ότι ήδη το έχω αναφέρει, αλλά είναι το κατεξοχήν βιβλίο με έφηβο πρωταγωνιστή, οπότε ο Φύλακας στη σίκαλη δεν μπορεί να λείπει από αυτή την κατηγορία. Στις καινούριες επιλογές μπορούμε να προσθέσουμε την Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων, το Τόστ Ζαμπόν και τα Διόδια.

16. Ένα βιβλίο αγαπημένου σας συγγραφέα που δεν έχετε διαβάσει ξανά

Εντάξει, μπορεί αυτό να μην μετράει, αλλά φέτος διάβασα ξανά τα ποιήματα του D. H. Lawrence και ενθουσιάστηκα. Το παράδοξο είναι ότι αν και έχει πολύ μεγάλη ποιητική δραστηριότητα ο συγκεκριμένος συγγραφέας είναι αποκλειστικά γνωστός για την πρόζα του. Κρίμα, είναι εξαιρετικούς ποιητής. Σας συστήνω να διαβάσετε κάποια στιγμή έργα του, ακόμα και αμετάφραστα!

17. Ένα βιβλίο που σας κάνανε δώρο

Αν και ακόμα δεν έχω προλάβει να διαβάσω όλα τα βιβλία που μου έκαναν δώρο θα αναφέρω μονάχα τον Λύκο της Στέπας. Τον είχα ξεκινήσει μήνες πριν και κατάφερα να τον τελειώσω στα μέσα της χρονιάς. Η αλήθεια είναι πως δεν με άγγιξε σα βιβλίο, αλλά η εντύπωση που μου άφησε ήταν σαφώς θετική. Ίσως χρειάζομαι και μια επανάληψη.

18. Ένα βιβλίο συγγραφέα που ανακαλύψατε για πρώτη φορά φέτος

Φέτος ανακάλυψα μια ντουζίνα συγγραφείς κυριολεκτικά! Ο Χιόνης με το Έχοντας σώας τας φρένας και τα Όντα και μη όντα, ο Λεωνίδας Χρηστάκης με την συλλογή του Το βιβλίο των Ινδιάνων, ο Ραπτόπουλος με την Λούλα (την Λεσβία, τους Φίλους και τα Διόδια), ο Άκης Χανδρινός με τα ποιήματα και τα πεζά του, τον Georges Perec με τις Χωρίες Χώρων και το Σκέψη/Ταξινόμηση.

19. Ένα βιβλίο με ζώο στον τίτλο ή στο εξώφυλλο

Ο αγαπημένος Μάγκας της Πηνελόπης Δέλτα που ξαναδιάβασα φέτος για τον εορτασμό του παιδικού βιβλίου. Εκτός από μέρος της κατηγορίας, αυτό το βιβλίο είναι πολύ ξεχωριστό για μένα γιατί είναι το δώρο του παππού μου στον πατέρα μου όταν ήταν μικρός. Είναι μέρος της βιβλιοθήκης και της καρδιάς μας χρόνια τώρα και όποτε το κρατάω στα χέρια μου γεμίζω χαρά (και αναμνήσεις του παππού μου…)

20. Ένα αστείο βιβλίο

Δεν με λες και το πρώτο χιουμοράκι, αλλά φέτος πέθανα στο γέλιο με δύο βιβλία και τα δύο από νέους και ανατρεπτικούς έλληνες συγγραφείς. Πρώτο και καλύτερο, η Φορμόλη του Κωστάκη Ανάν που με έκανε να γελάω μέσα στο μάθημα και έκανε την διπλανή μου να ψάχνεται ανήσυχη (Μάνθα σ’αγαπώ!). Αμέσως επόμενο είναι τα Χαστουκόψαρα του Λένου Χρηστίδη, ένα αστείο, αλλά και ταυτόχρονα και ακανθώδες έργο. Σίγουρα θα διαβάσω και άλλα έργα τους μέσα στην επόμενη χρονιά!

21. Ένα βιβλίο για το οποίο μιλάνε όλοι

Τώρα τελευταία έχει χάσει την θέση του από το επίκεντρο των συζητήσεων των απανταχού βιβλιόφιλων, μιας και εκδόθηκε η Λίγη Ζωή, αλλά μέχρι και το πρώτο μισό του 2016 το Confiteor ήταν το δημοφιλέστερο εκδοτικό γεγονός της χρονιάς και όχι άδικα. Πιστεύω μάλιστα, και η ιστορία θα με δικαιώσει -εμένα και τον Κάστρο, ότι δεν θα αργήσει η στιγμή που αυτό το βιβλίο θα μπει στο πάνθεον της κλασσικής λογοτεχνίας. Αν δεν μπει, κακό του κεφαλιού σας.

22. Μια βιογραφία ή απομνημονεύματα

Πρέπει να παραδεχτώ πως αυτό το είδος ασυναίσθητα δεν με ελκύει και δεν το λέω χωρίς στοιχεία. Έχω αφήσει στην μέση την βιογραφία του Lou Reed, τις Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ και την αυτοβιογραφία του Duff McKagan, του μπασίστα των Guns N’ Roses. Κατάφερα όμως να ολοκληρώσω και να αγαπήσω το Πάτι και Ρόμπερτ και μάλιστα είχα την τύχη και την χαρά να βρεθώ κοντά στην Πάτι Σμιθ και να μου υπογράψει ένα αντίτυπο. Τώρα το βιβλίο μου είναι στα καλύτερα χέρια, στη βιβλιοθήκη όχι απλώς ενός βιβλιόφιλου, αλλά και ενός φανατικού της μουσικής και της φιλοσοφίας της Πάτι!

23. Ένα βιβλίο σε γλώσσα εκτός της ελληνικής

Το Daytripper που έχω ήδη αναφέρει, το Πριν έρθεις εσύ της Jojo Moyes και τα ποιήματα του Ουελμπέκ. Μάλιστα, για την τελευταία συλλογή σας ετοιμάζω μια έκπληξη. Ίσως μια δικιά μου μετάφραση ας πούμε. Αλλά θα καθυστερήσει.

24. Ένα βιβλίο με τουλάχιστον 6 λέξεις στον τίτλο

Το βιβλίο των Ηρώων του Τρόμου. Εντάξει, είναι έξι λέξεις! Το βιβλίο του Ντάλουκα για τον Παύλο Σιδηρόπουλο και την Γιόλα Αναγνωστοπούλου.

25. Ένα βιβλίο που δανειστήκατε

Ίσως η πιο γεμάτη κατηγορία από όλες, καθώς σχεδόν όλα τα βιβλία που διάβασα είναι δανεισμένα από την δανειστική βιβλιοθήκη του Δήμου μου. Τελευταίο βιβλίο που δανείστηκα ήταν η Καρδερίνα της Donna Tartt, την οποία και τελείωσα χθες!

26. Ένα βιβλίο ποίησης

Πολλά, όχι μόνο ένα. Περνάει όμως η χρονιά και αν πρέπει να επιλέξω κάποια είναι το Αυτό το αστέρι είναι για όλους του Τάσου Λειβαδίτη, το Αρχίζω με το Σ’αγαπώ του Θάνου Ανεστόπουλου και τα Τρία κλικ Αριστερά της Κατερίνας Γώγου. Θα ήθελα πολύ να αναφέρω και ξένους συγγραφείς, αλλά να σας πω την αλήθεια δεν θα το κάνω. Αυτά τα τρία ξεχώρισαν όχι τόσο γιατί είναι υποδείγματα ποιητικής, όσο γιατί με συντρόφευσαν σε ιδιαίτερες στιγμές για μένα και θα μείνουν παντοτινά αναμνηστικά αυτών.

Reading Challenge I

Οφείλω να ομολογήσω πως είχα ξεχάσει εντελώς την ύπαρξη και κατ επέκταση την συμμετοχή μου στο Challenge που διοργανώνει πολλοστή φορά το So much reading, αλλά ευτυχώς το υπέροχο Zizeloni με τις αναρτήσεις του μου το θύμησε, αν και καθυστερημένα. Κάλιο αργά πάρα ποτέ όμως, για αυτό στη σημερινή ανάρτηση θα σας παρουσιάσω τις πρώτες 13 από τις 26 κατηγορίες που συμμετείχα. Φέτος, αν και στραβάδι, τα κατάφερα αρκετά καλά και θα το καταλάβετε και εσείς παρακάτω, καθώς πολλές κατηγορίες τις έχω διπλές, τριπλές, πενταπλές και πάει λέγοντας!

1. Ένα βιβλίο τρόμου

Έχω παραδεχτεί δεκάδες φορές πως ο τρόμος είναι το λιγότερο αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος. Αντίστοιχα, σαν φιλοσοφία και αισθητική δεν με ελκύει και στις άλλες τέχνες, για αυτό φέτος κατέβαλα μια παραπάνω προσπάθεια να τον προσεγγίσω και τον εξετάσω κάπως καλύτερα. Διάλεξα δύο από τα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου τον Barker και τον King με ηχηρά έργα του αντίστοιχα: το Καταραμένο Παιχνίδι, το Αυτό και την Λάμψη.

2. Ένα βιβλίο διηγημάτων

Παρόλο που διάβασα αρκετές συλλογές διηγημάτων, όπως την Τραμπάλα του Χρήστου Γκέζου και το Έχοντας σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες του υπέροχου Αργύρη Χιόνη, δεν έχω καταφέρει ακόμα να γράψω κάποια ολοκληρωμένη κριτική. Για αυτό θα παραθέσω δύο από τα αγαπημένα μου βιβλία για φέτος, τα Διηγήματα του Στρατή Τσίρκα και το Διαβατήριο του Αντώνη Σαμαράκη.

3. Ένα βιβλίο graphic novel

Σε αυτή την κατηγορία επαναπαύθηκα, η αλήθεια είναι, εκτός αν μετράει ο Αρκάς στον οποίο επιστρέφω σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση. Και οι δύο γραφικές νουβέλες που διάβασα φέτος κατέχουν ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου με πρώτη και καλύτερη το Daytripper που με έκανε να κλαίω σαν μικρό παιδί και με τον Γλύπτη που μου άφησε μια γλυκόπικρη γεύση.

4. Ένα αστυνομικό βιβλίο

Φέτος είχε την τιμητική του ο Γιάννης Μαρής, καθώς λόγω του αφιερώματος που κάναμε στις αρχές του έτους, ξαναδιάβασα πολλά από τα έργα του και μπορώ να πω ότι τα ευχαριστήθηκα όσο και την πρώτη φορά. Διάβασα τον τελευταίο μου Νέσμπο πέρυσι τέτοια εποχή, αλλά επειδή δεν μπορούσα να κρατηθώ μακρυά από την σκανδιναβική λογοτεχνία ενέδωσα σε κάποια μυθιστορήματα της Lackberg, από τα οποία τα Οικογενειακά Μυστικά ήταν το αγαπημένο μου. Τελευταία αφήνω τον Δαιμόνιο Βάκχο που μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις και την Νεκρή Γραμμή που με εντυπωσίασε και θα σας την συστήσω σε μια επόμενη ανάρτηση.

5. Νουβέλα

Η νουβέλα ουσιαστικά είναι λίγο μεγαλύτερη από διήγημα και λίγο μικρότερη από μυθιστόρημα. Κάνοντας μια πιο προσεκτική έρευνα βρήκα ότι οι όχι και τόσο αγαπημένοι Δουβλινέζοι του Τζόυς είναι ανάμεσα στη λίστα των αναγνωρισμένων έργων του είδος καθώς και ο Φύλακας στη σίκαλη που μιλήσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση. Με βάση την έκτασή του φαντάζομαι ότι και οι Έξι νύχτες στην Ακρόπολη μπορούν να χαρακτηριστούν ως νουβέλα, οπότε θα μπουν και αυτές στη λίστα!

6. Ένα βιβλίο με λιγότερο από 150 σελίδες

Νομίζω ότι το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων που διάβασα ανήκουν στην κατηγορία φτερού. Μια κατηγορία μάλλον δύσκολη, γιατί ο αριθμός των σελίδων είναι αρκετός για να σου δώσουν μια πρώτη ιδέα, αλλά όχι και να σε χορτάσουν. Ή τέλος πάντων έτσι το βλέπω εγώ! Μερικά από αυτά τα φυλλάδια, όπως τα αποκαλώ χαιδευτικά, ήταν το Μάτι του Ναμπόκοβ, οι Χωρίες Χώρων του Περέκ, τα Όντα και Μη όντα του Αργύρη Χιόνη και για λίίίγο χάνει τον περιορισμό η εμβληματική Γραμμή του Ορίζοντος του Χρήστου Βακαλόπουλου (αλλά επειδή κάνω ότι γουστάρω στο μπλογκ μου θα μπει και αυτή θέλοντας και μη!).

7. Ένα βιβλίο με περισσότερο από 600 σελίδες

Γνωστά και ως τούβλα που επίσης τίμησα φέτος! Παρότι είναι Δευτέρα και βράδυ -ειλικρινά δεν ξέρω τι είναι χειρότερο- αποφάσισα να κάνω ένα κόπο παραπάνω και να σας τα παρουσιάσω με φθίνουσα σειρά. Το Αυτό (1039), Οι Αιρετικοί (800), η Ονειροπαγίδα (799), Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα (784), το Confiteor  (736), η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων (709), Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά (685), Το Όνομα του Ρόδου (667) και ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς (656). Στη λίστα αναμένεται να προστεθεί και η Καρδερίνα της Ταρτ με 999 σελίδες, αλλά ακόμα μου μένουν δύο κεφάλαια για να την ολοκληρώσω, οπότε δεν μετράει που λέγαμε και μικρά!

8. Ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 2016

Επειδή δεν θέλω να επαναλάβω πολλά από τα βιβλία που ανέφερα πιο πάνω, θα πρωτοτυπήσω αναφέροντας το Μικρό χρονικό τρέλας του Κορτώ και τις 33 στροφές που μετράνε μόλις μερικούς μήνες στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Και τα δύο μικρά και αγαπημένα!

9. Βιβλίο που διαδραματίζεται σε νησί

Και κάπου εδώ συνειδητοποιώ οτι ενώ είμαι από νησί και έχω ζήσει χρόνια από την ζωή μου δίπλα στη θάλασσα δεν έχω γράψει για κανένα από τα θαλλασοπνιγμένα βιβλία που έχω αγγίξει στο μπλογκ. Θα αναφέρω λοιπόν μονάχα τίτλους, αλλά δεν υπόσχομαι σε τίποτα περισσότερο. Η Μεγάλη Χίμαιρα του Καραγάτση, ένα από τα ομορφότερα βιβλία της ελληνικής γραμματείας και η Μικρά Αγγλία της Καρυστιάνη με την εξαιρετική κινηματογραφική μεταφορά από τον σύζυγο της συγγραφέας Παντελή Βούλγαρη.

10. Βιβλίο σειράς τριών ή περισσότερων βιβλίων

Εδώ η απάντηση είναι μια και μοναδική: Ο Χάρι Πότερ! Πέρασα δύο μήνες διαβάζοντας όλα τα βιβλία της σειράς και ακόμα δεν έχω αξιωθεί να καταφέρω να δω όλες τις ταινίες. Του χρόνου πάλι!

11. Κάπου που θα ήθελα να ταξιδέψω

Μέτα από ένα χρόνο και κάτι μήνες παρέα είναι αδιανόητο να μην ξέρετε αυτή την απάντηση. Κούβα, Κούβα και ξανά Κούβα. Θα φροντίσω το ’17 να διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία του Παδούρα και του Πέδρο Χουαν που έχω αδιάβαστα, αλλά μέχρι τότε πρέπει να αρκεστείτε στην Βρόμικη Τριλογία, τους Αιρετικούς και στον Άνθρωπο που αγαπούσε τα σκυλιά!

12. Ένα βιβλίο που εκδόθηκε πριν το 1850

Και ναι, κυρίες και κύριοι, ίσως η μοναδική κατηγορία που τιμάει το ένα του τίτλου. Δυστυχώς φέτος δεν κατάφερα να διαβάσω κανένα από τα κλασσικά που ήθελα εκτός από τον Παίχτη του Ντοστογιέφσκι (ο οποίος είναι εκτός κατηγορίας για μερικά χρόνια) και την πολυηαγαπημένη από παλιά Τζέιν Έιρ, που ευτυχώς είναι εντός ορίων. Η Τζέιν γεννήθηκε το 1847 και δεν πέθανε ποτέ!

13. Ένα βιβλίο με μία λέξη στον τίτλο

Εδώ και ώρα προσπαθώ να μην ξεπεράσω τις 1000 λέξεις στην εν λόγω ανάρτηση, για αυτό θα κλείσω με αυτή την κατηγορία αναφέροντας μονάχα δύο λέξεις: Ουρλιαχτό και Λεβιάθαν!

Έξι νύχτες στην Ακρόπολη του Σεφέρη

Άλλη μια εισαγωγή που θα ξεκινήσει με μία πικρή αλήθεια• δεν με αγγίζει η ποίηση του  Γεώργιου Σεφέρη. Χρόνια τώρα πιέζω τον εαυτό μου να δω πίσω από τις γραμμές, να νιώσω τον στίχο. Άδικος κόπος. Ούτε και εγώ η ίδια ξέρω τι είναι αυτό που με στραβώνει και ό,τι κι αν είναι αυτό σίγουρα δεν είναι καλό. Παρόλα αυτά, έχοντας μια κρυφή ελπίδα ότι το λογοτεχνικό μου γούστο θα βελτιωθεί με τον καιρό, κάτι σαν τις γαστριμαργικές συνήθειες ένα πράγμα, δεν σταμάτησα ποτέ να αναζητώ την γραφή αυτού του αγαπημένου παγκοσμίως λογοτέχνη. Και ευτυχώς, γιατί παρόλο που δεν βρήκα απάγκιο στους στίχους του, γνώρισα δύο άλλες, πολύ σπουδαίες, πλευρές του. Αυτές του επιστολογράφου και του πεζογράφου. Σήμερα θα γνωρίσουμε την δεύτερη από το μοναδικό ολοκληρωμένο πεζό του, τις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη.

1.jpg

Ο Γεώργιος Σεφεριάδης, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε το 1900 στην Σμύρνη και ήταν γόνος σημαντικής οικογένειας για τα τοπικά και χρονικά πλαίσια. Το 1914 μετοίκησαν οικογενειακώς στην Αθήνα, όπου ο Γιώργος ολοκληρώνει την βασική του εκπαίδευση. Λίγα χρόνια αργότερα ο λογοτέχνης γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, από  όπου και αποφοίτησε με διδακτορικό το 1924. Τα χρόνια που πέρασε στο Παρίσι είναι καθοριστικά σε προσωπικό και καλλιτεχνικό επίπεδο, κάτι που είναι έντονα εμφανές στις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη. Η επιστροφή του στην Ελλάδα σηματοδοτεί ένα εξίσου πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής του, την τοποθέτηση του στο διπλωματικό σώμα. Στο χώρο των γραμμάτων εμφανίζεται το 1931 με την ποιητική συλλογή Στροφή, κατά πολλούς ένα έργο που άλλαξε τα μέχρι τότε δεδομένα της λογοτεχνικής εποχής. Ακολουθούν πολυάριθμες ποιητικές και δοκιμιακές συλλογές, που θα τον τοποθετήσουν στο αθάνατο της ελληνικής γραμματείας και θα του χαρίσουν το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 1963 («για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες» όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας). Προσωπικά πιστεύω ότι η σπουδαιότερη στιγμή του Σεφέρη έρχεται στα χρόνια της δικτατορίας όταν με την σιωπή και την μοναδική του ομιλία στο BBC κατήγγειλε με λόγια απλά, αλλά αληθινά, το καθεστώς των Συνταγματαρχών. Το 1971 κατέληξε λόγω μετεγχειρητικών επιπλοκών και η κηδεία του μετατράπηκε σε μια από τις πιο θερμές πορείες κατά της Χούντας.

Processed with VSCO with b4 preset

Οι Έξι νύχτες στην Ακρόπολη είναι το μοναδικό ολοκληρωμένο πεζό που έχουμε από τον Σεφέρη. Ξεκίνησε να γράφεται αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, ολοκληρώθηκε το 1954 και εκδόθηκε τρία χρόνια μετά το θάνατό του σε επιμέλεια του Γ. Π. Σαββίδη. Πρόκειται για ένα μικρό σε μέγεθος έργο, αλλά τεράστιο σε αξία και περιεχόμενο. Ο Στρατής έχει μόλις επιστρέψει από τις σπουδές του στο Παρίσι όταν αρχίζει να συναναστρέφεται με μια παρέα νέων, κοριτσιών και αγοριών. Όλοι μαζί αποφασίζουν να επισκέπτονται την Ακρόπολη για τις επόμενες έξι πανσελήνους. Αντίστοιχα, το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε έξι κεφάλαια, όπου κάθε θεματικός κύκλος είναι και μια επίσκεψη. Οι χαρακτήρες είναι δομημένοι με τυπικά χαρακτηριστικά των νέων της εποχής, αλλά ταυτόχρονα και με σουρεαλιστικά στοιχεία. Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Στρατής, είναι ουσιαστικά το alter ego του Σεφέρη, στον οποίο προσδίδει τόσο αυτοβιογραφικά όσο και ιδεολογικά γνωρίσματα.

Η γραφή είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη, χωρισμένη ανάμεσα σε τριτοπρόσωπη και πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Ένα μεγάλο μέρος επίσης είναι δοσμένο σε ημερολογιακή μορφή, στοιχείο που δεν πέρασε απαρατήρητο από τους λογοτεχνικούς κριτικούς. Σουρεαλιστικό, πρωτότυπο, μαγευτικό. Όλα αυτά τα επίπεδα συνοψίζουν την ουσία του βιβλίου, το οποίο για μένα συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ.

Δεν θα κλείσω με έναν ακόμα τυπικό επίλογο, αλλά με κάποια κομμάτια που μου άρεσαν ιδιαίτερα στις Νύχτες. Ελπίζω να σας αγγίξουν και σας και να μην αργήσετε να το διαβάσετε.

Να θυμηθώ όταν η μοίρα δείξει περισσότερο έλεος, να θυμηθώ την τωρινή φανταστική ζωή μου. Εσωτερικά φαγωμένη πέρα για πέρα, και οι αναμνήσεις έρχονται και τυλίγονται γύρω από τον κορμό της, όπως ο κισσός – κάθε τόσο κι ένας άλλος κισσός που ανασαίνει στον αέρα. Κάθε τόσο έχω το συναίσθημα πως με κατέχει μια άλλη ψυχή.

Η τέχνη δεν μιμείται• όταν ακούς «Μπα! Πόσο μοιάζει!», μπορείς να είσαι βέβαιος πως πρόκειται για τεχνάσματα. Η τέχνη δημιουργεί τον κόσμο• η φύση είναι γι’αυτήν ένα νεφέλωμα κι όλο το ζήτημα είναι να φτιάξεις από αυτό το νεφέλωμα ένα άστρο. Οι μεγάλοι δεν αρχίζουν από το να είναι ανθρώπινοι, αρχίζουν απάνθρωποι• καταλήγουν στην ανθρωπιά πλαταίνοντας με κάποιο τρόπο τον εαυτό τους. Δεν πρέπει λοιπόν να ρωτιόμαστε αν το τάδε δημιούργημα είναι φυσικό ή όχι, αλλά ποιο είναι το μέτρο τηε φύσης ή της ανθρωπιάς που περιέχει.

Για κοίταξε πως οι χειρονομίες μας, οι κινήσεις, οι πράξεις μαρμαρώνουν ακαριαία μόλις μπουν στο παρελθόν, σα να βυθίζουνται σε «υγροποιημένο» αέρα. Κι όλα αυτά μένουν έτσι στερεά και ακίνητα στους αιώνες των αιώνων• τίποτε δεν μπορεί ν’αλλάξει τη στάση τους, την τετελεσμένη. Γεννούμε αγάλματα κάθε στιγμή. Αυτό με χτύπησε, σαν ένα ξαφνικό όραμα• μπορεί να τρελαθεί κανείς αν επιμείνει.

Ένας κάποτε ανεβαίνει στο κατάρτι και μας φαίνεται πως φωνάζει για ωραίες ακρογιαλιές -άγνωστα κομμάτια του κόσμου. Τα βλέπουμε. Και κατεβαίνει πάλι ανάμεσα μας και είναι ο μόνος που βεβαιώνει πως δεν υπάρχει τίποτε, παρά βράχος, μάρμαρο, και το αρμυρό το νερό. Τότε τον πετάμε στη θάλασσα θυμωμένοι. Γκρεμίσαμε τόσα και τόσα -μπορούμε να μετρήσουμε, χαλάσματα. Καληνύχτα.

Δύσκολο, δύσκολο. Η σκέψη της σαν ένα καρφί μέσα στο μυαλό. Το πρωί πάει καλά. Το απόγευμα αρχίζεις να σκέπτεσαι πως κάθε μέρα που δεν την βλέπεις πάει χαμένη. Το βράδυ εικόνες βίαιες και ωμές, απανωτά. Το αίσθημα πως ένας από τους δύο πρέπει να σπάσει.