Μια φορά και έναν καιρό ήταν… το Hollywood

 

Poster

«Αγαπάω τον κινηματογράφο, όπως και εσείς. Είναι το ταξίδι της πρώτης ανακάλυψης μιας ιστορίας. Είμαι ενθουσιασμένος που βρίσκομαι εδώ στις Κάννες για να μοιραστώ το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» με το κοινό του φεστιβάλ. Οι ηθοποιοί και οι συντελεστές της ταινίας έχουν δουλέψει τόσο σκληρά για να δημιουργήσουν κάτι πρωτότυπο και το μόνο που ζητώ είναι όλοι να αποφύγουν να αποκαλύψουν το οτιδήποτε που θα μπορούσε να αποτρέψει το μελλοντικό κοινό από το να βιώσει την ταινία με τον ίδιο τρόπο. Σας ευχαριστώ.»

Με αυτή του την ανάρτηση-παράκληση στα κοινωνικά δίκτυα λίγο πριν την επίσημη παγκόσμια πρεμιέρα της ένατης μεγάλου μήκους ταινίας του στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών, ο Quentin Tarantino θέλησε να ευαισθητοποιήσει όσους αρέσκονται στην διάδοση spoiler και να αποτρέψει την διαρροή πικάντικων λεπτομερειών ενός έργου βαθιά προσωπικού, το σενάριο του οποίου επεξεργαζόταν για πέντε ολόκληρα χρόνια. Ο λόγος φυσικά για το πολυαναμενόμενο φιλμ «Once Upon a Time… in Hollywood», το οποίο ο ίδιος ο auteur χαρακτήρισε -πιθανότατα και με μια γερή δόση αυτοσαρκασμού- ως το δικό του «Roma», μολονότι στην πραγματικότητα φαίνεται πως ομοιάζει περισσότερο στη γλυκόπικρη ιταλική ταινία «Σινεμά ο Παράδεισος» για τον τρόπο με τον οποίο και τα δυο έργα αναδεικνύουν την αγάπη των δημιουργών τους για την έβδομη τέχνη.

ChillΕντός ενός κυκεώνα από αποσπάσματα ταινιών που σε κάποιο παράλληλο σύμπαν θα μπορούσαν να είχαν πράγματι γυριστεί, ο διπλά βραβευμένος με Όσκαρ για την σεναριακή του δεινότητα σκηνοθέτης των κλασικών πλέον «Reservoir Dogs» και «Pulp Fiction» αποδεικνύει τόσο τις γνώσεις του γύρω από την τέχνη του σινεμά όσο και το ταλέντο του πίσω από τις κάμερες. Ως μια οπτικοποιημένη εξερεύνηση των ποικίλων κινηματογραφικών ειδών που άνθησαν και ήκμασαν εν μέσω της δεκαετίας του 1960, το «Once Upon a Timein Hollywood» καταφέρνει να τα ανασυνθέσει όλα σε ένα έργο-εξύμνηση της αυτοαναφορικότητας, που συνδυάζει -εκτός των άλλων- φιλμ spaghetti western, ιταλικά B-movies, αστυνομικά δράματα και ταινίες πολεμικών τεχνών.

PoolΈχοντας έτσι ως αποτέλεσμα την παράδοση ενός καθαρόαιμου και παθιασμένου homage στα τελευταία χρόνια του ένδοξου Χόλιγουντ και της κινηματογραφικής του βιομηχανίας, ο Tarantino αφορμάται από την πραγματική ιστορία της Οικογένειας Manson και της φρικτής της δράσης που συγκλόνισε Αμερική και υφήλιο στα τέλη της δεκαετίας του ’60 για να δικαιώσει με τον δικό του προσωπικό τρόπο όλα τα θύματά της. Με  πλοκή που συνομιλεί με το επίσης ταραντινικό «Inglourious Basterds» του 2009 ως προς την επιδίωξη ανατροπής της πορείας των ιστορικών γεγονότων, ο θεατής εισάγεται στον κόσμο του -εκ πρώτης όψεως- φιλικού και υπέρλαμπρου Los Angeles του 1969 που, αν και υπόσχεται κάθε μεγαλείο, τελικά αναθρέφει στους κόλπους του κάθε λογής ανθρώπους: από αθώες επίδοξες σταρ του σινεμά και επιτυχημένους ανερχόμενους σκηνοθέτες, μέχρι ναρκομανείς αιμοβόρους χίπις και παρηκμασμένους βίαιους κασκαντέρ.

Εν μέσω μιας ιδιαίτερα σχοινοτενούς αφήγησης που ίσως κουράσει ακόμα και ορισμένους από τους πιο πιστούς του οπαδούς, ο Αμερικανός σκηνοθέτης και σεναριογράφος επιλέγει να παρουσιάσει ένα κολλάζ χαρακτήρων, έχοντας ως βασικούς του πρωταγωνιστές το δυναμικό ντουέτο των Leonardo DiCaprio και Brad Pitt, οι οποίοι κλέβουν τις εντυπώσεις τόσο για την ερμηνευτική τους δεινότητα όσο και για τη μεταξύ τους χημεία. Αποδίδοντας μέσω των χαρακτήρων τους ένα φόρο τιμής στην άνευ όρων φιλία που ανάγεται σε σχέση ζωής, οι DiCaprio και Pitt ενσαρκώνουν αντίστοιχα τον Rick Dalton, έναν ξεπεσμένο σταρ της τηλεόρασης που προσπαθεί να αναστήσει το «εγώ» του, κυνηγώντας μια ένδοξη κινηματογραφική καριέρα και τον Cliff Booth, τον άκρως ιδιόρρυθμο κασκαντέρ και βοηθό του, μια φιγούρα αμφιλεγόμενη που προσπαθεί να βρει τη θέση του στην Πόλη των Αγγέλων. Κι ενώ στην οθόνη παρελαύνουν παλιοί γνώριμοι του Tarantino σε ρόλους έκπληξη, οι νέες αφίξεις δεν θα μπορούσαν παρά να αφήσουν θετικές εντυπώσεις, με πρώτη και καλύτερη την παρουσία της νεαρότατης Margot Robbie στον ρόλο μιας γοητευτικά αιθέριας Sharon Tate, της οποίας η αθωότητα και η ομορφιά βρίσκονται σε πλήρη συνάρτηση με το ρομαντικοποιημένο αμερικάνικο όνειρο που -τουλάχιστον εδώ- παρέμεινε ζωντανό.

Και καθώς η μεστή σκηνοθεσία συνοδεύεται από μια εξίσου άρτια φωτογραφία που υπογράφεται από τον βραβευμένο εις τριπλούν με το χρυσό αγαλματάκι των Όσκαρ Robert Richardson, το σενάριο δεν θα μπορούσε παρά να διαθέτει τα γνωστά τερτίπια του Tarantino που συνεχίζουν να ενθουσιάζουν τους φαν του. Τρισδιάστατοι χαρακτήρες, πνευματώδεις διάλογοι και μια σωρεία φετίχ συνοδεύονται από το αιφνιδιαστικό ξέσπασμα της βίας και τον καταιγισμό βωμολοχιών σε μια ταινία που, αν και σίγουρα λιγότερο αιματοβαμμένη από τις προηγούμενες δημιουργίες του, παραμένει εξίσου προβοκατόρικη και απολαυστική.

Με Quentin

Και ο Quentin επί το έργον…

Με μια κατακλείδα συγκινητικά παραμυθένια που αποσκοπεί να απαλύνει τον πόνο που έσπειρε η συμμορία του Manson και που επέφερε με τη σειρά της τη βάναυση κατάρρευση του χίπικου ονείρου το καλοκαίρι εκείνο του 1969, ο Tarantino, ως γνήσιο τέκνο της γενιάς του, καταφέρνει να πει το δικό του «αντίο» όχι μόνο στην εποχή της αμερικανικής αθωότητας των χρόνων του ‘60, αλλά και στα ένδοξα χρόνια της κινηματογραφικής της βιομηχανίας, οι πρωταγωνιστές της οποίας -αρρενωποί καουμπόηδες, πικάντικα κορίτσια, άρχοντες των πολεμικών τεχνών και τόσοι ακόμα- έμελλε να παραχωρήσουν τη θέση τους στους ψυχολογικά καταρρακωμένους στρατιώτες του Βιετνάμ του «Ελαφοκυνηγού» και του «Αποκάλυψη Τώρα», στους ηθικά κατακερματισμένους πρωταγωνιστές του «Chinatown» και του «Taxi Driver» και στους αιμοδιψείς μανιακούς δολοφόνους των «The Texas Chainsaw Massacre» και «Halloween».

Νοσταλγική μνεία στον κόσμο και το σινεμά του τότε, το «Once Upon a Timein Hollywood» στέκει τελικώς περήφανα ανάμεσα στις υπόλοιπες ταινίες της φιλμογραφίας του Quentin Tarantino, αποτελώντας ένα έργο της ωριμότητάς του που κάθε λάτρης της ιδιαίτερης αισθητικής του οφείλει στον εαυτό του να απολαύσει επί της μεγάλης οθόνης.

Υ.Γ. To «Once Upon a Timein Hollywood» προβάλλεται από την Πέμπτη 22 του Αυγούστου στις ελληνικές αίθουσες. Όσοι πιστοί προσέλθετε!

Καλές προβολές και καλό Σαββατοκύριακο!

Το ποίημα της εβδομάδας

Ένας χρόνος συμπληρώθηκε κιόλας από το θάνατο του σπουδαίου Leonard Cohen, ενός πολυσχιδούς καλλιτέχνη που πράγματι -όπως άλλωστε δήλωνε αυτοσαρκαστικά κι ο ίδιος στο τραγούδι του Tower of Song– «είχε γεννηθεί με το χάρισμα μιας χρυσαφένιας φωνής». Ο εκ του Καναδά ορμώμενος τραγουδιστής, συνθέτης και μουσικός με την θυελλώδη ζωή όχι μόνο εμπλούτισε την μουσική βιομηχανία με τους συγκλονιστικούς στίχους και τις  αβρές μελωδίες του συγκινώντας χιλιάδες ανά τον κόσμο και εμπνέοντας μια πλειάδα ομοτέχνων του, αλλά επιπλέον χάραξε τον δικό του λογοτεχνικό δρόμο δημιουργώντας ένα αξιοπρόσεκτο πεζογραφικό και ποιητικό έργο. Εμείς με την σειρά μας, ευγνώμονες για τις μοναδικές μουσικές εμπειρίες που μας χάρισε κι εξακολουθεί να μας χαρίζει, δεν μπορούμε παρά να του αφιερώσουμε την σημερινή ανάρτηση παραθέτοντας μια από τις γνωστότερες εκδοχές του -εξαίσιου- ποιήματος A Thousand Kisses Deep, όπως παρουσιάζεται μελοποιημένο πια στον δίσκο Ten New Songs που κυκλοφόρησε το 2001.

Coce

A Thousand Kisses Deep

The ponies run, the girls are young,
The odds are there to beat.
You win a while, and then it’s done –
Your little winning streak.
And summoned now to deal
With your invincible defeat,
You live your life as if it’s real,
A Thousand Kisses Deep.

I’m turning tricks, I’m getting fixed,
I’m back on Boogie Street.
You lose your grip, and then you slip
Into the Masterpiece.
And maybe I had miles to drive,
And promises to keep:
You ditch it all to stay alive,
A Thousand Kisses Deep.

And sometimes when the night is slow,
The wretched and the meek,
We gather up our hearts and go,
A Thousand Kisses Deep.

Confined to sex, we pressed against
The limits of the sea:
I saw there were no oceans left
For scavengers like me.
I made it to the forward deck.
I blessed our remnant fleet –
And then consented to be wrecked,
A Thousand Kisses Deep.

I’m turning tricks, I’m getting fixed,
I’m back on Boogie Street.
I guess they won’t exchange the gifts
That you were meant to keep.
And quiet is the thought of you,
The file on you complete,
Except what we forgot to do,
A Thousand Kisses Deep.

And sometimes when the night is slow,
The wretched and the meek,
We gather up our hearts and go,
A Thousand Kisses Deep.

The ponies run, the girls are young,
The odds are there to beat.
You win a while, and then it’s done –
Your little winning streak.
And summoned now to deal
With your invincible defeat,
You live your life as if it’s real,
A Thousand Kisses Deep.

Υ.Γ. Και για όσους από εσάς αγαπάτε λίγο παραπάνω αυτόν τον καλλιτέχνη που σαν σήμερα πριν έναν χρόνο άγγιξε την αιωνιότητα, ορίστε μια διαφορετική εκδοχή του παραπάνω ποιήματος σε απαγγελία του ίδιου του δημιουργού του.

Καλημέρα, Βιετνάμ! (Take #1)

Πολλοί είναι οι άνθρωποι που, αντλώντας έμπνευση από τραγικά ιστορικά γεγονότα, επέλεξαν να συνομιλήσουν με το παρελθόν και τα ανοιχτά τραύματά του, μεταπλάθοντας φρικιαστικά βιώματα σε ανεκτίμητα καλλιτεχνήματα. Με τον κινηματογράφο να μην είναι παρά μόνο ένας τομέας της τέχνης μέσα από τον οποίο οι ζοφερές μνήμες προσπαθούν να ξορκιστούν και με τα πολεμικά φιλμ να αποτελούν μονάχα ένα είδος ταινιών που πραγματεύονται ορισμένες από τις πιο φρικώδεις πτυχές της πραγματικότητας, στο σημερινό αφιέρωμα δεν ξαναθυμόμαστε έργα που αναφέρονται στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο -όπως θα ήταν αναμενόμενο λόγω του πρόσφατου εορτασμού της επετείου του «ΟΧΙ», αλλά πέντε αριστουργήματα του αμερικανικού σινεμά που έχουν ως βασικό τους θεματικό άξονα τον πόλεμο του Βιετνάμ, ένα ιστορικό γεγονός με το οποίο οι νεώτεροι από εμάς είναι ίσως λιγότερο εξοικειωμένοι, αν και μετρά μόλις 42 χρόνια οριστικής λήξης.

Χωρίζοντας, λοιπόν, το αφιέρωμα σε δύο μέρη, ξεκινάμε το πρώτο αυτό κομμάτι του κινηματογραφικού μας ταξιδιού στην ιστορία παρουσιάζοντας δύο ταινίες σημαντικότατων δημιουργών, οι οποίες έμελλαν να αλλάξουν διά παντός την εικόνα αντίληψης της μεταπολεμικής Αμερικής, συνθλίβοντας το αμερικανικό όνειρο από τα θεμέλιά του.

  • The Deer Hunter (1978)

3

Μπορεί όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβρη του 1978 να δίχασε το κοινό, όμως η δεύτερη αυτή σκηνοθετική απόπειρα του Michael Cimino σάρωσε στα Όσκαρ του επόμενου έτους, κερδίζοντας συνολικά πέντε βραβεία και την αέναη εκτίμηση των απανταχού κινηματογραφόφιλων. Επικεντρωμένη σε μια συντροφιά τριών Ρωσοαμερικανών χαλυβεργατών που στέλνονται στα τροπικά δάση του Βιετνάμ για να σκοτώσουν και να σκοτωθούν, η ταινία αυτή -ως άλλος ύμνος στην ανδρική φιλία και αυτοθυσία- θίγει θέματα ταμπού της μεταπολεμικής Αμερικής χωρίς φόβο και πάθος, αλλά με γερές δόσεις άφατου πόνου και τραγικής ειρωνείας. Ένα εκλεκτό καστ υποκριτών -αναμεταξύ τους ο βραβευμένος για την ερμηνεία του Christopher Walken, ο πρόωρα χαμένος John Cazale και η Meryl Streep σε μια από τις πρώτες της κινηματογραφικές εμφανίσεις- περιβάλλει τον πρωταγωνιστή Robert De Niro, ο οποίος επιβεβαιώνει για ακόμα μια φορά το γιατί θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ηθοποιούς. Διαιρεμένος εμφανώς σε τρία μέρη (ο γάμος- το πεδίο μάχης- η επιστροφή), ο αριστοτεχνικά μονταρισμένος Ελαφοκυνηγός αποτελεί μια ρεαλιστική αποτύπωση στην μεγάλη οθόνη των οδυνηρών συνεπειών ενός εικοσαετούς πολέμου που στιγμάτισε καθοριστικά μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων.

  • Full Metal Jacket (1987)

Εκπαίδευση

Το χαρακτηριστικό στιγμιότυπο με τους ημίγυμνους φαντάρους και τον βρωμόστομο λοχία τους κατά την διάρκεια μιας εκρηκτικής επίδειξης στρατιωτικής και σεξουαλικής υπεροχής, καθώς και η πολεμική ιαχή “–This is my rifle, this is my gun. –This is for fighting, this is for fun.” που το συνοδεύει, ίσως αποτελούν στο σύνολό τους την πιο κλασική σκηνή αυτής της ταινίας του Stanley Kubrick, η οποία στον γνωστό ιστότοπο Rotten Tomatoes σκοράρει το εκπληκτικό ποσοστό των 95 μονάδων. Βασισμένος στην ημι-αυτοβιογραφική νουβέλα του συγγραφέα, ποιητή, δημοσιογράφου και βετεράνου του πολέμου του Βιετνάμ Gustav Hasford με τίτλο “The Short-Timers”, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης του “2001: A Space Odyssey” και τόσων άλλων αριστουργημάτων δημιούργησε μαζί με την ομάδα του ένα φιλμ που αναμετριόταν με την ιστορία της πατρίδας του κι ανεδείκνυε μερικά από τα πιο μελανά της σημεία. Η βάναυση εκπαίδευση μιας διμοιρίας Αμερικανών πεζοναυτών αφενός κι αφετέρου η σκληρή πραγματικότητα στο αιματηρό πεδίο των μαχών του κεντρικού Βιετνάμ αποτελούν τους δυο βασικούς πυλώνες του Full Metal Jacket, ενός έργου βαθιά αντιπολεμικού και -πάνω απ’ όλα- ασύγκριτα ανθρώπινου.

Gif - Not Laugh

Καλές προβολές και να θυμάστε πως το δεύτερο μέρος του αφιερώματος έπεται λίαν συντόμως.

Ξανασυστήνοντας την Claire Denis

Μπορεί να μετράμε ήδη δύο ημέρες από την οριστική λήξη του 23ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας -κοινώς τις λατρεμένες Νύχτες Πρεμιέρας, ωστόσο πολλοί κινούμαστε ακόμα στους ρυθμούς του, έχοντας απολαύσει για δώδεκα συναπτές ημέρες πολυαναμενόμενα φιλμ, συγκλονιστικά ντοκιμαντέρ και μια πληθώρα ταινιών μικρού μήκους Ελλήνων δημιουργών. Με τα βραβεία να έχουν απονεμηθεί και τους μεγάλους νικητές να έχουν αναδειχθεί, αυτό που έκανε για ακόμα μια φορά ιδιαίτερη εντύπωση είναι η προσοχή που δόθηκε στις αφιερωματικές προβολές, οι οποίες πέραν του ότι εμπλούτισαν το πρόγραμμα του Φεστιβάλ έδωσαν την ευκαιρία στους απανταχού κινηματογραφόφιλους να έρθουν σε επαφή με το έργο καταξιωμένων σκηνοθετών μέσω μιας πλήρους αναδρομής στην κινηματογραφική τους πορεία. Και μπορεί τόσο ο βετεράνος John Huston («Το Γεράκι της Μάλτας», «Η Τιμή των Πρίτζι») όσο και ο ανερχόμενος Robin Campillo («120 Χτύποι το Λεπτό») να είχαν την τιμητική τους αυτήν την χρονιά, ωστόσο η Γαλλίδα σκηνοθέτιδα Claire Denis ήταν εκείνη που έλαμψε στις 23ες Νύχτες Πρεμιέρας, με τις δώδεκα μεγάλου μήκους ταινίες της να προβάλλονται καθ’ όλη την διάρκεια της διοργάνωσης.

1

Όντας μια δημιουργός που από το 1988 έχει αφήσει το δικό της στίγμα στον χάρτη ενός -κατά κύριο λόγο- ανδροκρατούμενου χώρου, η σκηνοθέτης και σεναριογράφος Denis συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες εκπροσώπους της σύγχρονης 7ης τέχνης, αποτελώντας μια δυνατή φωνή με προέλευση ευρωπαϊκή και αντίκτυπο παγκόσμιο. Γεννημένη το 1946 στο Παρίσι, αλλά έχοντας μεγαλώσει μέχρι τα δεκατέσσερά της χρόνια σε διάφορα εδάφη της Γαλλικής Δυτικής Αφρικής όπως στην Μπουρκίνα Φάσο, το Καμερούν και την Σενεγάλη, η Claire Denis δεν διστάζει να θίξει το ζήτημα της αποικιοκρατίας στην αφρικανική ήπειρο και των συνεπειών της, προχωρώντας ακόμα και στην δημιουργία ημι-αυτοβιογραφικών φιλμ, την ίδια στιγμή που η σύγχρονη Γαλλία και τα προβλήματά της αποτελούν κεντρικό πυρήνα της φιλμογραφίας της. Με τον λυρισμό και τον ρεαλισμό να συμπλέκονται αρμονικά σε κάθε της δημιούργημα, η άλλοτε βοηθός μεγάλων σκηνοθετών όπως των Wenders και Jarmusch κατάφερε από τα πρώτα κιόλας βήματά της να κερδίσει κοινό και κριτικούς, συγκεντρώνοντας υποψηφιότητες και βραβεία σε μερικά από τα πιο αναγνωρισμένα διεθνή φεστιβάλ, όπως αυτά των Καννών, του Λοκάρνο και του Βερολίνου.

Παρ’ όλη την καταξίωση και τις διακρίσεις της, η Denis παραμένει για το ελληνικό κοινό -ή τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος του- μια σχετικά άγνωστη σκηνοθέτιδα, της οποίας η σπουδαιότητα δεν αναδεικνύεται όσο θα έπρεπε. Με την πιο πρόσφατη ταινία της που τιτλοφορείται «Η λιακάδα μέσα μου» να κυκλοφορεί από αυτήν την Πέμπτη στις αίθουσες, είναι ευκαιρία να ανατρέξουμε στο φιλμικό παρελθόν αυτής της γυναίκας που συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στους καλύτερους δημιουργούς στην ιστορία του σινεμά, επιλέγοντας δυο ταινίες-σταθμούς από την δεύτερη δεκαετία της καριέρας της, τονίζοντας πρωτίστως το γεγονός πως ένας γνήσιος κινηματογραφόφιλος οφείλει στον εαυτό του να εξετάσει ενδελεχώς το σύνολο της κινηματογραφικής παραγωγής αυτής της σκηνοθέτιδας δίχως περιορισμούς και όρια.

  • Beau Travail (1999)

Beau Travail 1

Το τελευταίο έργο ενός από τους πλέον διάσημους Αμερικανούς λογοτέχνες, η νουβέλα του Herman Melville με τίτλο “Billy Budd, Sailor”, μεταπλάστηκε ελεύθερα στα χέρια της Claire Denis και του πιστού της συνεργάτη Jean-Pol Fargeau προς δημιουργία μιας από τις για πολλούς καλύτερες LGBT ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Το λιτό αυτό φιλμ των 90 μόλις λεπτών, το οποίο κατάφερε να αποσπάσει το σημαντικότατο βραβείο της κριτικής επιτροπής της Berlinale του 2000 αφηγείται την ιστορία του λοχία Galoup κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο της Λεγεώνας των Ξένων στο Τζιμπουτί. Διατηρώντας έναν έντονο θαυμασμό στα  όρια του ανομολόγητου έρωτα για τον διοικητή του ο οποίος δεν του έδωσε ποτέ την προσοχή που του άξιζε, ο άλλοτε συνεσταλμένος λοχίας φαίνεται σταδιακά να αλλάζει με τον ερχομό του Sentain, ενός νέου λεγεωνάριου που εξάπτει το ενδιαφέρον όλης της μονάδας, αλλά προπαντός του διοικητή. Η ζήλεια και το υποβόσκον ερωτικό πάθος κυριαρχούν σε μια ταινία που από την αρχή εξομολογείται το καταστροφικό της τέλος και που επιλέγει την λακωνικότητα για να εξάψει την φαντασία, ξεφεύγοντας από κλισέ συναισθηματισμούς και περιττά λόγια.

  • Trouble Every Day (2001)

 

Trouble Every Day 2

Τον πάντα εκκεντρικό Αμερικάνο ηθοποιό Vincent Gallo επιλέγει ακόμα μια φορά η Denis για να πρωταγωνιστήσει σε αυτή την ιδιαίτερη ταινία της που συνδυάζει αριστοτεχνικά δράμα και τρόμο προς δημιουργία ενός ερεθιστικού ρομάντζου βαμπιρικών προδιαγραφών. Έχοντας προκαλέσει αίσθηση όπου κι αν προβλήθηκε, το αιματοβαμμένο “Trouble Every Day” περιστρέφεται γύρω από τον γιατρό Shane Brown και την γυναίκα του που πραγματοποιούν ένα από τα πιο αλλόκοτα ταξίδια του μέλιτος στην ιστορία του σινεμά. Με φόντο το πάντα γοητευτικό Παρίσι και υπό τις αιθέριες μελωδίες των Tindersticks, το κοινό βιώνει μια πρωτόγνωρη κινηματογραφική εμπειρία ακολουθώντας τον Shane στην αναζήτηση ενός πρώην συναδέλφου του με τον οποίο μοιράζεται ένα θανατηφόρο μυστικό. Πέρα από τις συμβατικές αφηγήσεις και τον χολιγουντιανό βερμπαλισμό, το έβδομο αυτό μεγάλου μήκους φιλμ της Γαλλίδας σκηνοθέτιδας μπορεί να έλαβε αμφιλεγόμενες κριτικές, ωστόσο ανανέωσε αδιαμφισβήτητα το είδος των ταινιών horror, διατηρώντας έντονα στον πυρήνα του το αίσθημα της υπαρξιακής αγωνίας και την σιωπηλή θρηνωδία.

Καλές προβολές και καλό φθινόπωρο!

Θέρος, το κινηματογραφικό (μέρος Ι)

Θες η καλοκαιρινή ραστώνη που οδηγεί πολλούς από εμάς στην αναζήτηση και παρακολούθηση παντός είδους φιλμ προς απασχόληση του ταλαιπωρημένου απ’ τον καύσωνα μυαλού μας; Θες τα θερινά σινεμά που δίνουν νέα πνοή στις ζεστές νύχτες μας, γεμίζοντάς τες με όμορφες εικόνες και νοσταλγικές αναμνήσεις; Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με σιγουριά στο πώς στην σκέψη του Έλληνα καλοκαίρι και κινηματογράφος έχουν συνδεθεί τόσο στενά αναμεταξύ τους και μάλιστα με δεσμούς άρρηκτους. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο καθένας από εμάς ακόμα και το πιο θερμό βράδυ του Αυγούστου, ακόμα και εβρισκόμενος στην καρδιά της πολύβουης πρωτεύουσας θα απολάμβανε με ευχαρίστηση ένα καλό φιλμ που θα ήταν ικανό να του μεταφέρει το καλοκαιρινό εκείνο αίσθημα που το κλεινόν άστυ του στέρησε. Εμείς, εγκλωβισμένοι επίσης σε μια μεγαλούπολη που βράζει, επιλέγουμε έξι αγαπημένα φιλμ καλοκαιρινής θεματικής με την ελπίδα να προσφέρουμε μέσω αυτής της διμερούς αφιέρωσης έστω και μια σύντομη ανάσα δροσιάς στον κάθε αναγνώστη που δεν κατάφερε να απολαύσει ακόμα τον ήλιο και την θάλασσα.

  • Stand by Me (1986)

Better

Βασιζόμενο στη νουβέλα “The Body” του επονομαζόμενου μετρ του τρόμου Stephen King, το φιλμ αυτό του Rob Reiner κατάφερε να καθιερωθεί ως κλασικό, λαμβάνοντας ήδη από τις πρώτες μέρες της κυκλοφορίας του τόσο την αγάπη του κοινού όσο και την εκτίμηση των κριτικών. Έχοντας στην κατοχή του μια υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου και ποικίλες ακόμα διακρίσεις, το Stand by Me αποτελεί μέχρι και τις μέρες μας μια ταινία-ύμνο για την παιδική φιλία, αλλά και για το πέρασμα από την ανέμελη αθωότητα στην σκληρή πραγματικότητα της ενήλικης ζωής. Οι πρωταγωνιστές μας, μια παρέα τεσσάρων αγοριών στην προεφηβεία που μεγαλώνουν σε μια επαρχιακή πόλη του Όρεγκον, έρχονται αντιμέτωποι με την μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής τους λίγες μέρες πριν την λήξη του καλοκαιριού του 1959, καθώς αποφασίζουν να επιχειρήσουν μια διήμερη εκδρομή στο δάσος προς αναζήτηση του πτώματος ενός αγοριού, το οποίο συνθλίφτηκε από διερχόμενο τραίνο. Επικίνδυνες παγίδες, άσπονδοι εχθροί, αλλά και ανιδιοτελείς πράξεις αυτοθυσίας συνθέτουν τον κινηματογραφικό καμβά μιας νοσταλγικά παιχνιδιάρας και βαθύτατα συγκινητικής ιστορίας.

  • Do the Right Thing (1989)

Mookie

Αν και πλέον όλοι φαίνεται να γνωρίζουν εξαρχής πως όταν ο Spike Lee αναλαμβάνει ρόλο σκηνοθέτη το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι το λιγότερο αξιοπρεπές, πίσω στο 1989 κανείς δεν περίμενε πως ο 32χρονος τότε Αμερικανός δημιουργός ήταν ικανός όχι μόνο να βρεθεί πίσω από  την κάμερα, αλλά επιπλέον να συγγράψει και να πρωταγωνιστήσει σε ένα φιλμ που έμελε να αλλάξει συλλήβδην τον ρουν της μέχρι τότε κινηματογραφικής ιστορίας. Διαλέγοντας ως σκηνικό της ιστορίας του το γκέτο της συνοικίας του Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης κατά την διάρκεια της πιο καυτής ημέρας του καλοκαιριού, ο Lee βρίσκει την κατάλληλη αφορμή να μιλήσει για την μισαλλοδοξία, τον ρατσισμό και την δίχως φραγμούς βία που υποβόσκει για να ξεσπάσει με την πρώτη ευκαιρία. Απαλλαγμένος από πάσης φύσεως τάσεις προς ωραιοποιήσεις και με όπλο του τον ρεαλισμό, ο αφροαμερικανός καλλιτέχνης πλάθει σωρεία πολυφυλετικών χαρακτήρων, ξεδιπλώνοντας θέματα-μοτίβα που θα τον απασχολούσαν καθ’ όλη την διάρκεια της μεταγενέστερης φιλμογραφίας του.

  • Ο Άγνωστος της Λίμνης (2013)

Yeah

Τι θα έκανες αν ανακάλυπτες πώς ο άνθρωπος με τον οποίο είσαι ερωτευμένος είναι κατά συρροή δολοφόνος; Από αυτήν την σκέψη αφορμάται η ταινία του Γάλλου σκηνοθέτη και σεναριογράφου Alain Guiraudie, η οποία εξερευνά όχι μόνο την φονική ιδιοσυγκρασία ενός ανελέητου ανθρώπου, αλλά παράλληλα το παράδοξο της φύσης ενός άνδρα τυφλωμένου από το ερωτικό πάθος, ο οποίος ενδίδει στο κάλεσμα της καρδιάς του χωρίς να υπολογίζει τις καταστροφικές συνέπειες. Το επιτυχημένο αυτό κράμα δράματος, ρομάντζου και θρίλερ διαδραματίζεται σ’ ένα περιβάλλον άκρως θερινό και ειδυλλιακό εντός του οποίου μπορεί να ανθίσει ο πιο μεγάλος έρωτας αναμεταξύ δύο ομοφυλόφιλων αντρών, αλλά και να καμουφλαριστεί το πιο ειδεχθές έγκλημα. Ορθά χαρακτηριζόμενο ως φιλμ χιτσκοκικών προδιαγραφών, το βραβευμένο στο Φεστιβάλ των Καννών L’ Inconnu du Lac αποτελεί ένα τολμηρό queer διαμαντάκι που στέκει ισάξια πλάι σε ταινίες παρόμοιας θεματικής, όπως τα εξίσου αισθησιακά My Beautiful Laundrette και Brokeback Mountain.

Καλό σαββατοκύριακο και καλές προβολές!

ΣτΜ: Girls

Είναι σύνηθες φαινόμενο μια πολυετής σειρά -όσο τα χρόνια περνούν και οι κύκλοι της πληθαίνουν- να αποκτά όλο και λιγότερους θεατές, σημειώνοντας πτώση στην δημοτικότητά της. Κάτι παρόμοιο έχει συμβεί και στην γνωστή και πολυβραβευμένη σειρά Girls του αμερικάνικου καλωδιακού τηλεοπτικού δικτύου HBO, η οποία διανύοντας φέτος την 6η και τελευταία της σεζόν στους δέκτες, βλέπει τα νούμερα της τηλεθέασης να πέφτουν, με πλήθος πρώην φαν της να μην την εντάσσουν πλέον στην λίστα των επιλογών τους. Πώς το Girls έφτασε σε τέτοιο σημείο και -από τη στιγμή που αυτό συνέβη- του άξιζε πράγματι μια τέτοια αντιμετώπιση; Σε αυτό το αφιερωματικό αρθράκι προσπαθούμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, κάνοντας μια μίνι ανασκόπηση σε μια σειρά που -εμείς τουλάχιστον- αγαπάμε ακόμη.

Νομίζω Αρχική Girls On Bench Εξ Αριστερών

Εξ αριστερών: Marnie, Jessa, Hannah και Shoshanna

Είναι αλήθεια πως η σειρά ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις, βρίσκοντας στα σκαριά της παραγωγής της τον Judd Appatow (“This Is 40”, “Pineapple Express”), o οποίος αναγνωρίζοντας στις αρχές της δεκαετίας του 2010 το ταλέντο της νεαρότατης Lena Dunham, συνέβαλε έτσι ώστε οι πρωτότυπες σεναριακές ιδέες της να λάβουν σάρκα και οστά στην μικρή οθόνη. Η άκρως πετυχημένη πρώτη σεζόν της σειράς που προβλήθηκε εν έτει 2012, κατάφερε να κερδίσει όχι μόνο το ενδιαφέρον του κοινού, αλλά και την αγάπη του χώρου της κριτικής -αγάπη την οποία και διατηρεί έως και σήμερα, έχοντας ως αποδείξεις-πειστήρια δεκάδες βραβεία και υποψηφιότητες σε σημαντικούς θεσμούς: το Girls-εκτός των άλλων- κουβαλά στις τηλεοπτικές του πλάτες δυο Χρυσές Σφαίρες, δυο βραβεία Emmy και ένα BAFTA.

Από το παρθενικό της κιόλας επεισόδιο η σειρά υπέδειξε τον άξονα πάνω στον οποίο επρόκειτο να κινηθεί, ο οποίος δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από αυτό που μαρτυρά ο ίδιος της ο τίτλος: μια παρέα τεσσάρων κοριτσιών γύρω στα 20 έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματικότητα της ενήλικης ζωής και των υποχρεώσεών της, αλληλεπιδρώντας με γονείς, φίλους, εραστές και εργοδότες και αναζητώντας η κάθε μια ξεχωριστά τον εαυτό της. Μια Νέα Υόρκη, άλλοτε εξαιρετικά μαγευτική και άλλοτε απειλητικά εχθρική, αποτελεί το περιβάλλον εντός του οποίου οι ηρωίδες μας, χαρακτήρες με διαφορετικές προσωπικότητες και ιδιοσυγκρασίες, κυνηγούν τα όνειρα και ζουν τους εφιάλτες τους, με το κοινό να παρακολουθεί κάθε πτυχή της ζωής τους και να μαθαίνει κάθε πλευρά του χαρακτήρα τους.

Sorry (2)

Hannah & Adam

Έχοντας χαρακτηριστεί κατά καιρούς από πολλούς ως το Sex and the City της γενιάς του, το Girls σίγουρα αποτελεί κάτι παραπάνω από αυτό, όντας αφενός ένα καλαίσθητο συμπίλημα κωμωδίας και δράματος και αφετέρου μια ρεαλιστική φωνή που παρουσιάζει δίχως ταμπού και προκαταλήψεις όλα αυτά τα θέματα που απασχολούν πολλές σύγχρονες νεαρές γυναίκες στην καθημερινότητά τους, ξεφεύγοντας από τα υπερβολικά κλισέ και τις πάσης φύσεως ωραιοποιήσεις. Η Lena Dunham γράφει βασιζόμενη σε δικές της εμπειρίες και δημιουργεί χαρακτήρες που εκτίθενται χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, αναλαμβάνοντας παράλληλα τον πρωταγωνιστικό ρόλο -αυτό της επίδοξης συγγραφέως Hannah Horvath, ενώ πλαισιώνεται με την σειρά της από ένα καστ ιδιαίτερα αξιόλογων νεαρών ηθοποιών, από το οποίο και ξεχωρίζει ο χαρισματικός και πλέον γρήγορα ανερχόμενος Adam Driver (“Star Wars: Episode VII – The Force Awakens”, “Silence”, “Paterson”).

Beauty (2)Μετά από τόσα θετικά σχόλια και μνεία προς δημιουργούς και ηθοποιούς, τις πταίει για την πτώση της ακροαματικότητας της σειράς; Πολλοί είναι εκείνοι που σπεύδουν, αγανακτισμένοι από την πορεία και τις επιλογές των ηρώων εντός αυτών των έξι χρόνων, να κατηγορήσουν την Dunham και τους συνεργάτες της για έλλειψη δημιουργικότητας, καθώς και εμμονή σε γνωστά και πολυφορεμένα μοτίβα, τη στιγμή που πολλοί άλλοι απωθούνται  από τις απροκάλυπτες ερωτικές σκηνές ή ακόμα από την έντονη παρουσία του γυμνού σώματος με τις ατέλειές του, αν και αυτό -ούτως ή άλλως- υπήρξε εξ αρχής βασικό στοιχείο της σειράς, το οποίο είναι αποτέλεσμα μιας γενικότερης τάσης να δοθεί έμφαση στην ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινότητας, πέρα από εξωπραγματικές φίνες σιλουέτες και ανορεκτικά πρότυπα ομορφιάς.

Σε κάθε περίπτωση πάντως -και εδώ ενέχεται η απάντηση προς εκείνους που διατείνονται απουσία έμπνευσης- οι δημιουργοί της σειράς προσέδωσαν σε καθένα από τους χαρακτήρες μια ορισμένη κατευθυντήρια γραμμή συμπεριφοράς και πράξεων ως απόρροια της προσωπικής τους εξέλιξης, η οποία συντελέστηκε φυσικά και ως λογικό επακόλουθο βιωμάτων και εμπειριών που αυτοί ακριβώς οι χαρακτήρες συνέλεξαν καθ’ όλη την διάρκεια των έξι κύκλων του προγράμματος. Κάπως έτσι, φαίνεται πλέον πιο καθαρά το πώς πραγματική ζωή και τηλεοπτικό προϊόν συγκλίνουν, έχοντας ως κοινό παρανομαστή το γνωστό «τὰ πάντα ῥεῖ» και ως εκ τούτου την αδυναμία στατικότητας, ειδικά κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου -όπως στην προκειμένη περίπτωση των απαρχών της ενήλικης ζωής, οπότε και ο άνθρωπος είναι εύπλαστος και τα πάντα ρευστά.

Μετά από όλα αυτά, η απάντηση που θα δίναμε στο ερώτημα αν αξίζει να αφιερώσουμε χρόνο στο Girlsείναι ξεκάθαρα θετική σε όποιο από τα δυο φύλα κι αν απευθυνόμαστε. Είτε είσαι γυναίκα είτε άνδρας προβλέπεται να απολαύσεις με την ίδια δύναμη τις περιπέτειες των τεσσάρων πρωταγωνιστριών μας, να γελάσεις με τα καμώματά τους, να συγκινηθείς με τα προβλήματά τους και -γιατί όχι;- να βρεις ένα κομμάτι του εαυτού σου εντός τους.

Gif

Καλό μήνα και καλές προβολές!

T2 Trainspotting: Επιστροφή στα 90s

«Πρώτα παρουσιάζεται μια ευκαιρία και μετά… Μετά έρχεται η προδοσία…» Πιστοί λάτρεις του Trainspotting ενωθείτε και ανακαλέστε στην μνήμη σας τις περιπέτειες της παλιοπαρέας του Εδιμβούργου! Κοιτάξετε πίσω από τις λέξεις και συνδέστε τις με το Γεγονός! Το σίκουελ της κλασικής καλτ δημιουργίας είναι εδώ και υπόσχεται να σας δώσει γερά χτυπήματα στο στομάχι με βασικό της όπλο την επίκληση στην νοσταλγία σας!

T2 Trainspotting Poster

Τι κι αν πέρασαν 21 χρόνια από το 1996, το έτος εκείνο οπότε και μας πρωτοσυστήθηκαν ο Renton και η αλλοπρόσαλλη κομπανία του; Η ιστορία έρχεται να συνεχιστεί με εν μέρει ανανεωτικές διαθέσεις, αν και στον πυρήνα της το μοτίβο εξακολουθεί να είναι παρόμοιο: αλητήριοι αντιήρωες επιστρέφουν στα παλιά τους λημέρια, επανενώνονται και εμπλέκονται σε νέες παράνομες δραστηριότητες κι επικίνδυνες περιπέτειες. Ο σκηνοθέτης της πρώτης ταινίας Danny Boyle καταπιάνεται έτι μία φορά με την μεταφορά των χαρακτήρων του συγγραφέα Irvine Welsh στο πανί, στηρίζοντας το σενάριο αυτήν την φορά στο μυθιστόρημα με τίτλο “Porno”, έργο που με τη σειρά του αποτελεί τη συνέχεια της κλασικής συλλογής διηγημάτων του “Trainspotting”. Και καθώς το καστ ηθοποιών παραμένει ίδιο και απαράλλαχτο, ο κόσμος των ναρκωτικών, των εθισμών και των εμμονών ξαναζωντανεύει για να έρθει σε επαφή με την βιομηχανία του πορνό, την κερδοσκοπική μανία, τα άσβηστα πάθη, τις διαλυμένες οικογένειες και τα μαραμένα όνειρα. Παρελθόν και παρόν δεν αργούν να γίνουν ένα σε μια ταινία που η λυσσαλέα διάθεση για εκδίκηση καραδοκεί σε κάθε γωνιά και που κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να ξεχάσει τους εφιάλτες της προ δεκαετιών περασμένης νιότης του.

Εμμένοντας στην πλοκή του φιλμ κι έχοντας επίγνωση του ότι ισορροπεί αξιοθαύμαστα -όπως άλλωστε και ο προκάτοχός του- ανάμεσα στο δράμα και την μαύρη κωμωδία, το T2 Trainspotting έρχεται να λύσει τις απορίες όλων του των πιστών σχετικά με το τι συνέβη στην θρυλική τετράδα μετά την προδοσία και την φυγή του Mark προς άγνωστη κατεύθυνση και με μοναδικό του συνοδοιπόρο ένα σακίδιο γεμάτο λίρες. Με φόντο ένα Εδιμβούργο άλλοτε μαγευτικό κι άλλοτε άκρως παρακμιακό, το νήμα πιάνεται απ’ όπου αφέθηκε: ο άσωτος πρωταγωνιστής μας επιστρέφει έπειτα από δυο δεκαετίες αλλαγών και μεταστάσεων σε αυτό ακριβώς το μοναδικό μέρος που αποκάλεσε ποτέ του «σπίτι», ερχόμενος σε επαφή με το παρελθόν και όλα τα πρόσωπα που το σημάδεψαν. Ο Sick Boy, ο Spud, ο Begbie, ακόμα και η Diane θα κάνουν την εμφάνισή τους στην ταινία, την στιγμή που ελάχιστοι νέοι χαρακτήρες με καίριο ρόλο θα ενταχθούν στην μυθολογία της και θα αναταράξουν την ροή της. Με τις σακατεμένες ζωές των απανταχού ηρώων στο προσκήνιο, η επιδίωξη για το εύκολο κέρδος είναι κι εδώ γεγονός αδιαμφισβήτητο, την ίδια στιγμή που σ’ αυτήν την ιδιαίτερη ιστορία επανασύνδεσης συνταιριάζουν αρμονικά τα αμφίθυμα συναισθήματα της αγάπης και του μίσους, οι μεγάλες προσδοκίες και οι παντός είδους απογοητεύσεις.

Παρεάκι

Κι ενώ οι ερμηνείες από το σύνολο των ηθοποιών είναι εξαιρετικές, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον βρετανό σκηνοθέτη Danny Boyle, ο οποίος απέδειξε για ακόμα μια φορά το ταλέντο του. Έχοντας συνηθίσει το κοινό στις έντονες κινήσεις της κάμερας, τις ζωηρές χρωματικές παλέτες και την προσεγμένη φωτογραφία, αυτή τη φορά γοητεύει με την χρήση μιας σαγηνευτικής νέον αισθητικής, τις ψαγμένες σινεφίλ αναφορές του και τα πρωτότυπα σκηνοθετικά παιχνιδάκια, στα οποία και επιδίδεται μανιωδώς. Αυτό, όμως, που τελικά κρατάει τον θεατή δεν είναι άλλο παρά η αξιοποίηση ενός ευφάνταστου μοντάζ που περιπλέκει επιτυχώς το παρόν με το παρελθόν, καθώς συνθέτει αβίαστα ένα σύμπαν αναδρομών από τα άγνωστα παιδικά χρόνια των πρωταγωνιστών μέχρις ότου και τις γνωστότατες και εμβληματικές σκηνές της πρωταρχικής ταινίας του ’96, κατορθώνοντας μια μαγευτική σύμπλεξη διαφορετικών χωροχρονικών επιπέδων με την κυρίως πλοκή.

Συμπερασματικά και ως απάντηση στην ερώτηση ενός δύσπιστου σχετικά με το αν η συνέχεια του Trainspotting αξίζει, η απάντηση που εμείς τουλάχιστον θα δίναμε είναι αρκούντως θετική. Αφήστε, λοιπόν, κατά μέρος οιεσδήποτε προκαταλήψεις έχετε σχετικά με τις ταινίες σίκουελ, καθώς αυτή εδώ ξεφεύγει από τον κανόνα που υποδεικνύει φιλμικές συνέχειες με μηδενική πρωτοτυπία και παρωχημένη φιλοσοφία. Το T2 Trainspotting, πέρα από κακεντρεχείς κριτικές και αβάσιμες κατηγορίες, αποτελεί πρώτα και πάνω απ’ όλα ένα σίκουελ που σέβεται τον εαυτό του, όπως ακριβώς σέβεται και τον προκάτοχό του. Πιστό στις αρχικές του ιδέες, το φιλμ σαφώς δεν έχει την λάμψη μιας πρωτότυπης δημιουργίας, ωστόσο είναι ικανό να κερδίσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό θεατή παρουσιάζοντας μια μεστή ιστορία με αρχή, μέση, τέλος και φυσικά χαρακτήρες που έχουν εξελιχθεί και διαμορφωθεί ρεαλιστικά υπό το πρίσμα δυο ολάκερων δεκαετιών.

Renton & Sick Boy

Στην τελική, η καινούρια αυτή κινηματογραφική δημιουργία του Boyle έχει ως βασικό της στόχο να τσιγκλήσει παιχνιδιάρικα το υποσυνείδητό μας και να θρέψει το αίσθημα της νοσταλγίας μας, φέρνοντάς μας σε επαφή για μια ύστατη φορά με τους αντιήρωες-σύμβολα της ποπ κουλτούρας του ’90 που -χωρίς καλά-καλά να καταλάβουμε πώς- αγαπήσαμε. “Nostalgia, that’s why you‘re here. You’re a tourist in your own youth”, διακηρύσσει ένας εκ των πρωταγωνιστών, κλείνοντας εμπιστευτικά το μάτι σε όλους εμάς τους θεατές που δεν μπορούμε παρά να ταυτιστούμε με τα λεγόμενά του.

Choose Life. Choose a Job. Choose T2 Trainspotting.

Gif

Καλή εβδομάδα και καλές προβολές!