Ο Αλκίνοος θα είναι πάντα δικός μας

Με αφορμή τις εμφανίσεις του στο Κύτταρο, πλέκουμε το εγκώμιο ενός σύγχρονου ποιητή.

Σάββατο βράδυ, Ηπείρου και Αχαρνών γωνία. Οι περισσότεροι μουσικόφιλοι αναγνωρίζουν εύκολα το σκηνικό. Το Κύτταρο θα έχει πάλι κάποια live μουσική βραδιά.

Σάββατο βράδυ, Ηπείρου και Αχαρνών γωνία. Ο Αλκίνοος στο καθιερωμένο του πλέον στέκι περιμένει τους φίλους του – γιατί τόσα που έχει μοιραστεί μαζί τους μέσα από τα τραγούδια του, φίλοι είναι – να τραγουδήσουν και να σταματήσουν για λίγο το χρόνο. Όπως μόνο εκείνος ξέρει να κάνει. Γιατί ναι, μπορεί να έχει αλλάξει την εμφάνισή του, να έχει κόψει την αλογοουρά με την οποία τον αγαπήσαμε και να έχει αφήσει γένια αλλά είναι ακόμη ο ίδιος. Μπορεί να κοντεύει τα πενήντα αλλά μοιάζει ακόμα έφηβος. Μπορεί να έχει ωριμάσει μουσικά αλλά εκείνες τις ιστορίες που λέει πριν τα τραγούδια του, τις λέει με την ίδια αθωότητα και το ίδιο χιούμορ. Μπορεί να έχουν περάσει χρόνια από τότε που έγραψε το «Δεν μπορώ» ή το «Όνειρο ήτανε» αλλά αν τον ακούσεις να τα ερμηνεύει ζωντανά και κλείσεις τα μάτια σου, θα ορκιστείς πως είσαι εκεί, τότε που αποτύπωνε για πρώτη φορά αυτά που ένιωθε στο χαρτί.

Έτσι ένιωσα και εγώ. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα live και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα είναι η τελευταία. Υποσχέθηκα πως θα τον αφήσω ξανά να με απομονώσει από όλους και όλα και να με μεταφέρει στον δικό του μικρό επίγειο παράδεισο γεμάτο μελωδίες, ταξίδια και όνειρα. Γιατί την στιγμή που κλείνουν οι πόρτες στο Κύτταρο και εκείνος βγαίνει στην σκηνή αυτό συμβαίνει.

alkinoos1

Χωρίς καθυστέρηση και λίγο μετά τις δέκα και μισή ο Αλκίνοος και οι τέσσερις πλέον συνοδοιπόροι του γέμισαν τη σκηνή και μας καλωσόρισαν δύο φορές. Μία με την «Ζήνωνος» και μετά άλλη μία, κανονικά αυτή τη φορά, με τον Αλκίνοο να χαμογελά σαν ντροπαλός έφηβος καθώς μας παρουσίαζε τους υπόλοιπος μουσικούς και μας ζητούσε συγνώμη για την ώρα που χρειάζονται για κούρδισμα. Τόνισε πως όλα τα όργανα -στη σκηνή υπήρχε από κρητική λύρα έως κοντραμπάσο- είναι έγχορδα και πως το κούρδισμα αξίζει τον κόπο. Τον χειροκροτήσαμε όλοι. Φάνηκε να ντρέπεται. Ακολούθησαν γνωστά τραγούδια όπως η «Παράκληση» και ο «Προσκυνητής» αλλά και μικροί διάλογοι με το κοινό. Έπειτα για περίπου δέκα λεπτά η σκηνή άδειασε για να ξεκουραστούμε εμείς όπως είπε ο Αλκίνοος και μετά ήρθε το δεύτερο μέρος. Τώρα το κοινό είχε αφεθεί πολύ περισσότερο από πριν, τραγουδούσε δυνατά και ζητούσε τα δικά του αγαπημένα τραγούδια. Κάποια στιγμή ακούστηκε κάποιος να φωνάζει για την αγορά του Αλ Χαλίλι. Ο Αλκίνοος γύρισε προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή με ένα έντονο βλέμμα και δεν είπε τίποτα. Όλοι ξέσπασαν σε γέλια. Μαζί κι αυτός.

Συνέχισε με άλλες επιτυχίες του, και αν και δύσκολο, θα ξεχωρίσω τις ερμηνείες του στον «Βόσπορο» και την «Πατρίδα». Και στα δύο κομμάτια το ηχητικό αποτέλεσμα όλων των έγχορδων ήταν απλώς μαγικό και οι λέξεις έμοιαζαν να βγαίνουν από την ψυχή του Αλκίνοου και να έρχονται σε εμάς τόσο απλόχερα που πραγματικά σκέφτηκα πως ένας τέτοιος άνθρωπος μόνο καλοσύνη πρέπει να κρύβει μέσα του. Ο Αλκίνοος ευχαρίστησε τους συνεργάτες του, μας χαιρέτησε και χάθηκε. Όσο γρήγορα χάθηκε τόσο γρήγορα επέστρεψε. Μόνος του αυτή τη φορά. Φόρεσε την κιθάρα του και μας χάρισε λίγη ακόμη μαγεία με τραγούδια όπως το «Δεν Μπορώ» και φυσικά το «Στην αγορά του Αλ Χαλίλι». Δεν ξέρω αν ήταν μέσα στο πρόγραμμα ή απλώς το χρωστούσε σε εκείνη τη φωνή. Θα πιστέψω πως απλώς έτσι ένιωσε και το είπε. Έφυγα λίγο πριν τελειώσει. Χαίρομαι που δεν τον είδα να φεύγει μια για πάντα από τη σκηνή. Στο μυαλό μου έμεινε καθισμένος να τραγουδά «θα πληρώσω όσο όσο να μου κάνουν μία μελανιά…»

Η ώρα δύο και ενώ γυρνάω σπίτι προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει με τον Αλκίνοο. Όλοι λένε πόσο απλός και καθημερινός είναι, μα κρύβει μέσα του κάτι πολύ μαγικό για να είναι μονάχα απλός. Δε μπορεί. Θα ΄ναι κάτι παραπάνω. Ίσως η σωστή λέξη για να τον προσδιορίσουμε είναι ταπεινός, όχι απλός. Ο Αλκίνοος ξέρει πως με τη μουσική και τους στίχους του αγγίζει τον κόσμο όσο λίγοι, αλλά φαίνεται να μην νιώθει καθόλου ιδιαίτερος για αυτή την ιδιαίτερη ικανότητά του. Δεν ξέρω αν φταίνε τα παιδικά του χρόνια στην Κύπρο, το μεγάλο ταλέντο του ή ο χαρακτήρας του, ξέρω όμως πως όταν τραγουδάει έτσι ταπεινά, με πάθος και γαλήνη μαζί, με το βλέμμα κατεβασμένο και τη φωνή του ήρεμη, μοιάζει τουλάχιστον όμορφος.

αλκινοος2

Και μετά σε κάθε χειροκρότημα, όταν κοιτάει το κοινό ντροπαλά και χαμογελά σαν παιδί που το αποδέχεται ο κόσμος για πρώτη φορά, τότε ξέρω πως δεν έχει μεγαλώσει καθόλου. Είναι ακόμα νέος και θα παραμείνει για πάντα. Γιατί έχει για οδηγό το ταλέντο και την ελπίδα και αυτά σίγουρα  δεν γερνούν ποτέ.

«Κάτω από ένα τραπέζι,  το θυμάμαι σαν τώρα,
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες
μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ.
Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν,
τι ωραία που πέφτουν….» 
τραγουδά και μας επιτρέπει να μπούμε για λίγο στην καρδιά του, στο σπίτι των συναισθημάτων του , στο εργαστήρι όλων αυτών των ποιημάτων, στους εφιάλτες που κατάφερε να κάνει όνειρα.

Γι΄αυτό σας λέω, ο  Αλκίνοος ότι και αν γίνει, όσα χρόνια και αν περάσουν, όπως και αν έχει τα μαλλιά του, θα είναι πάντα ο Αλκίνοος. Όχι ο Ιωαννίδης. Είναι πολύ δικός μας για να τον λέμε έτσι. Νομίζω πως ούτε και ο ίδιος θα το ήθελε.

Ο Αλκίνοος θα είναι στο Κύτταρο στις 17 & 18 και 24 & 25 Μαρτίου. 

Steven Wilson, “Hand. Cannot. Erase.”

του project sol

Ως καινούριος συντάκτης στο blog, είπα να ξεκινήσω από έναν χαρακτηριστικό δίσκο για τη σύγχρονη ροκ μουσική. Το ζήτημα όμως δεν είναι εάν το “Hand. Cannot. Erase.” αποτελεί αξιόλογο δίσκο, αλλά εάν πρόκειται για ένα φαινόμενο. Μουσικά και στιχουργικά τι νέο φέρνει στην Progressive Rock σκηνή και ποια η συνολική εικόνα που αφήνει στον ακροατή.

17094114_158052698043851_675250155_n.jpg

Το τέταρτο προσωπικό άλμπουμ του Steven Wilson από το γνωστό συγκρότημα Porcupine Tree κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 2015 και ασχολείται με θέματα από τη ζωή μία κατά τα άλλα άγνωστης γυναίκας, της Joyce Carol Vincent, που όμως έγινε γνωστή από την απίστευτη ιστορία της. Παρότι πολύ συμπαθητική, με φίλους και οικογένεια εξαφανίστηκε μυστηριωδώς χωρίς να την αναζητήσει κανένας για τρία ολόκληρα χρόνια, οπότε βρέθηκε νεκρή σε προχωρημένη σήψη στο διαμέρισμά της. Ο άλμπουμ δεν δίνει έμφαση στη μακάβρια έκβαση της ιστορίας, αλλά ασχολείται με την αποξένωση ως γενικότερο φαινόμενο εστιασμένο από την πλευρά της πρωταγωνίστριας γυναίκας. Αυτό που θα πρέπει να πω είναι πως δεν υπάρχει αυτό που θα λέγαμε γραμμική ή συνεχής αφήγηση, αλλά σκόρπιες ιστορίες από τη ζωή και τις αναμνήσεις της Vincent.

Αλλά ας περάσω στο άλμπουμ καθεαυτό. Ο δίσκος ξεκινά με ένα θα έλεγα “intro” που υποβάλλει τον ακροατή σε μία μείξη ηλεκτρονικής “βροχής” και μία ευφυή μελωδία για πιάνο και τον προετοιμάζει για αυτό που θα ακολουθήσει. Το “First Regret” αρχίζει και την καταμέτρηση των “σφαλμάτων” της Vincent, που όπως μαθαίνουμε αργότερα φτάνουν τουλάχιστον στον αριθμό υων εννέα. Κι εδώ ξεκινά ένα Progressive Rock μουσικό ταξίδι με στοιχεία Art Rock και ηλεκτρονικής μουσικής, όλα με όμορφο τρόπο συγχρονισμένα, με φωνητικά από τον Wilson και την ομολογουμένως καταπληκτική φωνή της Ninet Tayeb, με την οποία θα ασχοληθώ παρακάτω.

Περνώντας στο δεύτερο τραγούδι (“Three Years Older”), τα όργανα που ξεχωρίζουν στην αρχή, η ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα, το πιάνο και τα synthesizers είναι ομαδοποιημένα με αρμονικό τρόπο ώστε να μην καλύπτουν τη φωνή του Wilson, που τραγουδώντας το ρεφραίν με άφησε όχι απλά ικανοποιημένο αλλά περίεργο για το τι θα ακολουθήσει. Αμέσως μετά ακολουθεί ένα σόλο πιάνο και επιστροφή στους στίχους “shame on you for getting older every day” ικανοποιώντας και το δύσκολο ακόμα κοινό, στο οποίο -ας μην κρύβομαι- ανήκω κι εγώ. Έπειτα ακολουθεί ένα αρκετά γρήγορο ορχηστρικό, το οποίο αξίζει να ακούσει κανείς πολλές φορές για να αναζητήσει τα ίχνη όλων των οργάνων και να εκτιμήσει την αξία του ως αναπόσπαστο κομμάτι του τραγουδιού.

Το τρίτο κομμάτι, ομότιτλο του άλμπουμ ενδιαφέρει από μουσική άποψη για τον “περιέργο ρυθμό” του, που εγώ δεν δυσκολεύτηκα να καταλάβω καθότι κοντινός με τα 9/8 του ζεϊμπέκικου. Αλλά προσοχή, δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως είναι ένα κλασσικό Progressive κομμάτι με ωραία δομημένους στίχους και σόλο, αρμονικά πλασμένο. Το τέταρτο κομμάτι (“Perfect Life”) αποτελείται από μία απαγγελία και ένα τραγουδιστικό μέρος (“We have got a perfect life”) και μιλάει για την παιδική ηλικία της πρωταγωνίστριας. Αξίζει να το ακούσει κανείς για τη μουσική, που προοδευτικά γίνεται δυνατότερη, αλλά και τους στίχους.

Και περνάω στο καλύτερο κατά τη γνώμη μου κομμάτι του άλμπουμ. Το “Routine” είναι κατασκευασμένο μουσικά και στιχουργικά με έναν τέλειο τρόπο, και εδώ έρχεται η φωνή της Tayeb, που ακούγεται κουρασμένη από τη ρουτίνα της ζωής στο σπίτι, αλλά φαίνεται σαν να μην θέλει να απαλλαγεί από αυτήν (“Routine keeps me in line//Helps me pass the time”). Μουσικά  αποτελεί την κορυφή του άλμπουμ, με πιάνο, ηλεκτρική κιθάρα, σόλο και φωνητικά τέλεια συγχρονισμένα και εναρμονισμένα ώστε να αποτελούν ένα σύνολο ποιοτικής μουσικής προοδευτικά εξελίξιμης από το απλό -αλλά όχι απλοϊκό- στο σύνθετο και πάλι πίσω στην απλή της βάση. Έτσι περνούν γρήγορα τα 9 λεπτά του τραγουδιού, χωρίς μάλιστα να το καταλάβει ο ακροατής.

Το επόμενα δύο τραγούδια (“Home Invasion και Regret #9”) αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο με τους στίχους του πρώτου να καρφώνονται στο μυαλό μου (“Download sex and download God”) αμέσως μετά το δυναμικό ορχηστρικό που προηγείται. Το δεύτερο ως συνέχεια του προηγούμενου θυμίζει ορχηστρικά τραγούδια των Pink Floyd αλλά και των μέταλ ξαδέλφων τους, των Dream Theatre, με όργανα όπως τα synthesizers. Ακολουθεί το “Transience”, το μικρότερο τραγούδι του δίσκου, ένα απλό αλλά όμορφο τραγούδι που κρατάει μόλις 2:48 λεπτά, μόνο με ακουστική κιθάρα κι όμως δεν παύει να αναδεικνύει το ταλέντο του Wilson.

Και περνάω στο δεύτερο κατά τη γνώμη μου καλύτερο κομμάτι μετά το “Routine”, που ονομάζεται “Ancestral”, το οποίο αρχίζει αρκετά αναπάντεχα με ηλεκτρονικά drums και φλάουτο, και αμέσως μετά προστίθενται βιολιά και μπάσο ακριβώς στο σημείο που προηγείται της κορύφωσης, με το καλύτερο σόλο του δίσκου. Η φωνή της Tayeb  επιστρέφει σε αυτό το κομμάτι και κάνει αισθητή την παρουσία της, παρότι τραγουδά λίγους στίχους. Το τραγούδι συνεχίζει για άλλα οκτώ λεπτά μετά τους στίχους με ένα ορχηστρικό που προοδευτικά επιταχύνει μέχρι το τέλος.

Τα τελευταία δύο κομμάτια (“Happy Returns” και “Ascendant Here On…”) κλείνουν το άλμπουμ με ήρεμο τρόπο και για άλλη μία φορά αναδεικνύουν το ταλέντο του Wilson και στα κλασσικά ροκ τραγούδια. Το τέλος σημαδεύεται από το ορχηστρικό μέρος του “ Ascendant Here On…”.

17035269_158052604710527_549512790_n

To ερώτημα που παραμένει μετά από όλο αυτό το κείμενο είναι εάν το Hand. Cannot. Erase. είναι δίσκος φαινόμενο. Οι επίσημες κριτικές δίνουν σκορ 89 στα 100, το οποίο μετακριτικά σημαίνει ολική αναγνώριση και καταξίωση. Οι κριτικοί ανά τον κόσμο το εγκωμίασαν και του έδωσαν πολύ υψηλά σκορ. Πράγματι η παράγωγή του είναι αψεγάδιαστη, οι μουσικοί αλάνθαστοι και οι φωνές ταιριαστές και χωρίς περιττές προσθήκες. Ίσως το μόνο ελάττωμά του να είναι ότι παρά τον επιτονισμό της γυναικείας οπτικής, βασικός στα φωνητικά παραμένει ο Wilson και η Tayeb παραγκωνίζεται. Παρ’ όλα αυτά τα θετικά υπερκερνούν τόσο πολύ το αρνητικό αυτό στοιχείο (σε αυτό βοηθά και φωνή του Wilson), που θα έλεγα ότι ο χαρακτηρισμός που έλαβε από το γερμανικό περιοδικό “Visions”, “The Wall for the Facebook generation” είναι κάτι παραπάνω από ακριβής, καθώς και μουσικά και στιχουργικά δίνεται η εντύπωση του βάθους και της αποξένωσης που κυριαρχεί στις πόλεις.

Βαθμολογία: 4,7/5

Ένα φθινοπωρινό απόγευμα στην Καλλιθέα με τον Φοίβο Δεληβοριά

Είναι τέλη φθινοπώρου. Ο καιρός σε καλεί να μείνεις μέσα και να μελαγχολήσεις ακούγοντας μουσική. Ίσως το να μελαγχολήσεις να μην είναι αναγκαίο, ειδικά αν έχεις για παρέα κάποιον σαν τον Φοίβο Δεληβοριά. Πέρυσι τέτοια εποχή, ο Φοίβος κυκλοφόρησε το καινούριο του album -την «Καλλιθέα»- ένα album φόρο τιμής στα μέρη που μεγάλωσε και στους ανθρώπους που αγάπησε και μίσησε εκεί. Φέτος ίδια εποχή, εγώ πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα ακούγοντας το album του Φοίβου, σε μια προσπάθεια να επισκεφτώ κι εγώ την Καλλιθέα μέσα από τα δικά του μάτια.

Η αγάπη μου για το Φοίβο είναι μεγάλη. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως φταίνε οι ιστορίες που σκαρφίζεται. Γιατί ναι, τα τραγούδια του δεν είναι απλά τραγούδια, είναι ολόκληρες ιστορίες. Ιστορίες που ίσως μοιάζουν φανταστικές. Ίσως πάλι απλώς να είναι τόσο αληθινές που σε ξεγελάνε για φανταστικές. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τις ιστορίες της Καλλιθέας.

Για να γράψει αυτές τις ιστορίες ο Φοίβος πήγαινε κάθε μέρα, μέχρι να ολοκληρώσει το album, στο πατρικό του, καθόταν εκεί, σκεφτόταν, θυμόταν, αναπολούσε, απελευθερωνόταν και έγραφε. Και μετά ίσως και να έκλαιγε. Ίσως να έκλαιγε που έβλεπε τον παιδικό του κόσμο αλλιώτικο, μικρότερο και πιο σκληρό. Ίσως όλο τον καιρό που έγραφε στην Καλλιθέα, ο Φοίβος να μην συνάντησε ούτε ένα παλιό φιλικό βλέμμα, ούτε ένα παλιό γνώριμο πρόσωπο.Ίσως να θύμωσε με τον εαυτό του και την παιδική του αθωότητα. Ίσως πάλι να την νοστάλγησε. Ό,τι και να συνέβη αυτόν τον ενάμιση χρόνο που ο Φοίβος έγραφε, το αποτέλεσμα ήταν πολύ όμορφο. Ο Φοίβος μας χάρισε 14 ακόμη ιστορίες για να ακούσουμε. 14 ακόμη ιστορίες που φαίνεται να κλείνουν μια για πάντα τις πληγές του Φοίβου από τα μέρη της Καλλιθέας.

delivorias-kallithea-mpleradio

Τα τραγούδια:

  1. Ερημιά Στην Καλλιθέα | Ο Φοίβος μιλάει για το παιδί που μεγάλωσε στα προάστια, δέθηκε με ανθρώπους και τώρα είναι ένας ενήλικας που τραγουδάει και εξακολουθεί να δένεται με ανθρώπους. 
  2. Ο Μπάσταρδος Γιος | Ίσως είναι κάπως ειρωνικό που το πιο ρυθμικό και κεφάτο τραγούδι του δίσκου έχει για ρεφρέν τον στίχο «Πατέρα είσαι νεκρός!» Έτσι είναι όμως ο Φοίβος. Απρόβλεπτος.
  3. Ο Ξένος | Πιστεύω πως αυτό το κομμάτι είναι μια προσπάθεια του Φοίβου να απαντήσει στο ερώτημα που τον βασανίζει. Αν δηλαδή ευθύνεται το παιδικό μυαλό του που εκείνος έβλεπε την Καλλιθέα όμορφη ή αν υπήρξε όντως κάποτε μια όμορφη περιοχή. Και έτσι του γεννιέται και το ερώτημα «ένας φασίστας γεννιέται φασίστας; Ή μήπως όλοι μπορούμε να ξυπνήσουμε μια μέρα με τόσο μίσος στην καρδιά μας;»
  4. Κουνελάκι | Άλλο ένα κεφάτο κομμάτι που ενώνει την παιδική ηλικία με την ενήλικη ζωή. Ο Φοίβος ισχυρίζεται ότι  δεν γίνεται να σκεφτείς το μέλλον με μαύρα χρώματα εφόσον ξέρεις ότι δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ.
  5. Knight Riders | Το προσωπικό μου αγαπημένο. Μιλάει για έναν παιδικό φίλο του Φοίβου, τον Γιώργο Κανάκη και πως ο Φοίβος του χρωστάει τις γνώσεις και την αγάπη του για τον κινηματογράφο και τις περιπέτειες.
  6. Το Περίπτερο | Ένα κομμάτι ενορχηστρωμένο από τον Πακμαν. Ένα κομμάτι για έναν περιπτερά χωρίς περίπτερο. Ένα κομμάτι για την απώλεια και την ζωή.
  7. Άγιοι Πάντες | Η εκκλησία της γειτονιάς του Φοίβου έδωσε το όνομα της σε αυτό το τραγούδι και ο Φοίβος έδωσε σε μας ένα ξεχωριστό κομμάτι με βυζαντινοπρεπή ήχο.
  8. Που Να Είσαι Τώρα Εσύ | Αυτό είναι το τραγούδι που περίμενα σε όλη την διάρκεια του δίσκου. Το τραγούδι για όλες τις παλιές πρώτες αγάπες του Φοίβου στην μικρή του γειτονιά.
  9. Διονύσιος Φοίβος | Αν δεν το ξέρεις αυτό είναι όντως το όνομα του Φοίβου. Βλέπεις τον παππού του τον έλεγαν Διονύση αλλά στους γονείς του άρεσε και το Φοίβος. Ε δεν ήθελε και πολύ.
  10. Κορίτσια Από Άλλα Προάστια | Ο Φοίβος θυμάται την ευχή που είχε κάνει να γνωρίσει κάθε είδος κοριτσιού που υπάρχει και την εφηβική μελέτη του για το πως τα κορίτσια διαφέρουν ανάλογα με την περιοχή που μένουν. 
  11. Γριές Στη Λαϊκή | Ο Φοίβος αναρωτιέται που κρύβονται άραγε οι άνθρωποι της λαϊκής τον υπόλοιπο καιρό. Μήπως ζούνε στα όνειρα μας; Μήπως ζούμε εμείς στα δικά τους;
  12. Η Κική Κάθε Βράδυ Revisited | Εδώ τα λόγια είναι περιττά. Το πρώτο κομμάτι που έγραψε ποτέ ο Φοίβος για την Καλλιθέα. Χρόνια πριν. Αλλά στο ίδιο πιάνο που το ηχογράφησε και τώρα.
  13. Φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών | Ένας ύμνος για το φροντιστήριο ξένων γλωσσών δίπλα στο πατρικό του Φοίβου.
  14. Θα Σε Ξαναδώ | Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κομμάτι είναι αυτό που κλείνει τον δίσκο δεν νομίζω πως είναι τυχαίο. Αυτό το κομμάτι κλείνει μία από τις μεγαλύτερες παρτίδες του Φοίβου με το παρελθόν και του επιτρέπει πλέον να προχωρήσει μπροστά χωρίς φόβο και θλίψη. Ένα κομμάτι για έναν άνθρωπο που μπήκε στη ζωή του Φοίβου, την άγγιξε, την επηρέασε, την άλλαξε και μετά σαν να ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και είπε να φύγει. Μήνες μετά την κηδεία του Νίκου Ράλλη, ο φίλος του, ο Φοίβος, του χάρισε ένα τελευταίο ταξίδι στην γειτονιά που πρωτομίλησαν. Μήνες μετά την κηδεία του, ο Νίκος Ράλλης πήρε από τον φίλο του, τον Φοίβο, μια πίκρα και την πέταξε μακριά. 

Θα σε ξαναδώ, όπως σε πρωτόδα. Και εσένα και όλα αυτά, που έρχονται για να φύγουνε. Θα σε ξαναδώ, εκεί που πάνε.

0006529160_10

Όταν ο δίσκος τελείωσε, ένιωσα σαν να είχα μοιραστεί ένα μικρό κομμάτι της ζωής του Φοίβου μαζί του. Και τότε είναι που κατάλαβα. Μπορεί να γράφει φανταστικές ιστορίες, αλλά το πιο όμορφο πράγμα στον Φοίβο Δεληβοριά είναι ότι εκείνος είναι η πιο μαγική ιστορία από όλες. Και η πιο αληθινή.

 

 

Meet… The Decemberists!

του Χρήστου Πανόπουλου

Ξέρετε αυτό το είδος μουσικής που λέγεται lit rock; Φυσικά και δεν το ξέρετε, αφού μόλις το επινόησα! Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με μία μπάντα που, όχι μόνο ανήκει σε αυτό το -ομολογουμένως ανύπαρκτο- είδος, αλλά και που δεν θα μπορούσε να περιγραφεί πιο έγκυρα από άλλον όρο. Θα δούμε ποιοι είναι, τι κάνουν και γιατί, ενώ θα ρίξουμε και φως στο μυστήριο τού τι οδήγησε τον υποφαινόμενο να γίνει λεξιπλάστης (ή κάτι τέτοιο). Meet The Decemberists!

3b7ad8b8be39235707f537bf30cd6edd.jpg

Πώς είπατε;
Βέβαια, η λέξη «γνωρίστε» ίσως να μην είναι και η κατάλληλη, μια και οι Αμερικανοί μετρούν ήδη 14 χρόνια δισκογραφίας, κατά τα οποία έχουν διαπρέψει στην Αμερική, ενώ στην Ελλάδα έχουν μείνει μάλλον στην αφάνεια. Καμιά θεωρία κανείς για τους λόγους για τους οποίους μπορεί να ισχύει αυτό; Χμμμ… Οι Decemberists, λοιπόν, μάς έρχονται από το Portland του Oregon. Το Wikipedia τους εντάσσει στην indie folk rock, όμως ένα άκουσμα σε δυο οποιουσδήποτε δίσκους τους αρκεί για να πειστεί κανέις ότι δεν πρόκειται για μια μπάντα που εντάσσεται εύκολα σε κατηγορίες. Άρα, η ανάγκη για έναν όρο που θα μας καλύπτει ήταν επιτακτική για τον γράφοντα. Οι Decemberists αποτελούνται από τον Colin Meloy (στα φωνητικά, την κιθάρα, το -ναι,καλά διαβάσατε- μπουζούκι, και τη φυσαρμόνικα), τον Chris Funk (κιθάρα, μαντολίνο και -ορκίζομαι- ό,τι άλλο θες), την Jenny Conlee (hammond, ακορντεόν, πιάνο, πλήκτρα γενικότερα), τον Nate Query (μπάσο, τσέλο) και τον John Moen (τύμπανα και melodica), ενώ έχουν φιλοξενήσει κατά καιρούς πληθώρα μουσικών σε live και ηχογραφήσεις.

Ο όρος lit rock πού κολλάει όμως;
Θα φτάσουμε και εκεί. Όπως θα έχετε ήδη καταλάβει, μιλάμε για μια μπάντα η οποία αποτελείται από μεγάλα ταλέντα και πολυσχιδείς μουσικούς, πράγμα το οποίο κάνει τη μουσική τους εξίσου πολύπλευρη και πολυδιάστατη. Τα έγχορδα έχουν την τιμητική τους στην πλειοψηφία των τραγουδιών τους, με τη φυσαρμόνικα και το ακορντεόν να τα συνοδεύουν έντονα. Από το ντεμπούτο τους Castaways And Cutouts (2002) μέχρι το τελευταίο τους What a Terrible World, What a Beautiful World (2015), διακρίνεται μια πολυμορφικότητα με διάθεση για πειραματισμούς, η οποία συνυπάρχει με μια σταθερή ομοιομορφία. Ακόμα και αν δεν ήταν η χαρακτηριστική φωνή του Meloy, καταλαβαίνεις ότι είναι Decemberists αυτό που ακούς.

Μας έπρηξες! Πες μας για το lit rock!
Οι Decemberists αντλούν τη θεματολογία τους από ιστορικά γεγονότα, θρύλους, δοξασίες, διάφορα concepts, αλλά και βιώματα του Colin. Παράδειγμα για το τελευταίο αποτελεί το Rise To Me (The King is Dead, 2011), το οποίο έγραψε για τον αυτιστικό γιο του και είναι από τα πιο όμορφα και γλυκά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ από πατέρες για παιδιά, το Grace Cathedral Hill (Castaways And Cutouts, 2002) το οποίο έγραψε για τη γυναίκα του όταν έχασε τον πατέρα της και πολλά άλλα. Όμως οι Decemberists είναι κυρίως γνωστοί για τα δραματουργικά κομμάτια τους που θυμίζουν πολλές φορές καθαρή μυθιστοριογραφία (now we’re getting somewhere), τα οποία κιόλας μεταφέρουν στη σκηνή με εντυπωσιακό τρόπο σε κάθε συναυλία τους. Πράγματι, είναι ξακουστοί για τα live τους στα οποία γίνονται διάφορα happenings και στα οποία μάλιστα το κοινό συμμετέχει ενεργά. Εξαιρετικό παράδειγμα αποτελεί το A Mariner’s Revenge Song (Picaresque, 2005) που αφηγείται την ιστορία ενός ναύτη φαλαινοθηρικού που αναζητά εκδίκηση από τον άντρα που πλήγωσε και οδήγησε την μητέρα του στον θάνατο όταν εκείνος ήταν παιδί. Το κομμάτι είναι έντονα θεατρικό και στις συναυλίες πολύ απλά το απογειώνουν. Σε γενικές γραμμές, όλα τα άλμπουμ τους έχουν ένα concept λίγο ή πολύ, αλλά δύο κερδίζουν τον τίτλο με την αξία τους. Το The Crane Wife (2006) που δανείζεται την ιστορία ενός παλιού ιαπωνικού θρύλου και το The Hazards of Love (2009), το οποίο αποτελεί μια rock opera επί της ουσίας και μάλιστα είναι και, μουσικά, το πιο βαρύ τους άλμπουμ, με τις κιθάρες να είναι από τις λίγες φορές που έχουν μπόλικο ρεύμα. Επιπλέον, η πλειοψηφία των τραγουδιών των Decemberists είναι ιστορίες, κάποιες ευνόητες (Eli The Barrow Boy, A Cautionary Song, Legionnaire’s Lament, The Bagman’s Gambit, Easy come Easy Go κ.α.) και άλλες που αναγκάζουν κόσμο και κοσμάκη να τις αναλύει σε ιντερνετικές συζητήσεις μπας και βγάλει άκρη (Odalisque, Cocoon, On The Bus Mall κ.α.). Με λίγα λόγια, η ακρόαση όχι μόνο των αλμπουμς τους αλλά και των τραγουδιών τους ξεχωριστά, μοιάζει πολύ με τη διαδικασία της ανάγνωσης λογοτεχνίας. Και κάπως έτσι έφτασα στην επινόηση του όρου lit rock…

Μας υποχρέωσες!Πες μας τουλάχιστον τι να ακούσουμε από Decemberists εμείς οι άσχετοι.
Αν ανήκετε σε αυτούς που προτιμούν τα πιο έυπεπτα, σας παραπέμπω στα πιο ραδιοφωνικά τους όπως το We Both Go Down Together (Picaresque), Down in the water (The King Is Dead), Rox In The Box (The King Is Dead), Leslie Ann Levine (Castaways and Cutouts), Sixteen Military Wives (Picaresque), Don’t Carry It All (The King Is Dead) και αναλόγως με το πώς σας φάνηκαν πράττεται αναλόγως. Αν την παίρνετε πιο απαιτητική τη μουσική σας, πηγαίνετε στα πιο αντιπροσωπευτικά τους, όπως Odalisque (Cutaways And Castouts), The Wanting Comes In Waves (The Hazards of Love), A Mariner’s Revenge Song (Picaresque), The Bagman’s Gambit (Picaresque), June Hymn (The King is Dead), Cavalry Captain (What a Terrible World, What a Beautiful World). Αν πάλι είστε του μελωδικού/νοσταλγικού/καταθλιπτικού πάμε στα January Hymn (The King is Dead), Rise To Me (The King is Dead), Eli The Barrow Boy (Picaresque), Till The Water Is All Long Gone (WATWWABW), Grace Cathedral Hill (Castaways and Cutouts), Carolina Low (WATWWABW), Lake Song (WATWWABW), Clementine (Castaways and Cutouts). Προειδοποιώ, όμως, ότι οι Decemberists είναι από τις μπάντες που απαιτούν πολλαπλά ακούσματα και επανακροάσεις για να τους εκτιμήσει κάποιος που δεν τους ξέρει. Μην κάθεστε λοιπόν! Σας τους σύστησα. Τώρα γνωρίστε τους!

Δισκογραφία
Castaways And Cutouts (2002)
Her Majesty (2003)
Picaresque (2005)
The Crane Wife (2006)
The Hazards of Love (2009)
The King is Dead (2011)
What a Terrible World, What a Beautiful World (2015)

The Virginmarys – Ποιος είπε ότι η Rock πέθανε;

του Χρήστου Πανόπουλου

Είναι αλήθεια ότι για να βρει κανείς σήμερα αυθεντική rock με feel απ’ τα παλιά και τη φρεσκάδα του σήμερα, πρέπει να ψάξει πολύ και να επιδοθεί σε μια αναζήτηση που θυμίζει το μουρακαμικό κυνήγι του αγριοπρόβατου. Με προεκτάσεις, δηλαδή, τόσο εσωτερικές, όσο και εξωτερικές. Φυσικά υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν, μπάντες που θα παίζουν καλή μουσική. Απλά συνήθως μένουν στην αφάνεια, χωρίς τις μεγάλες δισκογραφικές και τη στήριξη των ραδιοφώνων, με αποτέλεσμα ο περισσότερος κόσμος να μην τους μαθαίνει ποτέ. Επιπλέον, πολλές μπάντες ξεκινούν δυναμικά κερδίζοντας κοινό με την ουσία και την αξία τους ώσπου ξαφνικά πιάνουν την καλή και υπογράφουν με το μεγάλο label και αλλάζουν το στυλ τους σύμφωνα με τις επιταγές του. Αν είχαμε μία δεκάρα για κάθε τέτοια περίπτωση, θα ανοίγαμε δική μας δισκογραφική. Με μία μπάντα που μετράει δύο άλμπουμ και έχει δείξει εξαιρετικά δείγματα θα μιλήσουμε σε αυτό το άρθρο. Και δεν είναι άλλη από τους Virginmarys.

a3a43dbf9d3a8383cb4ea27ecc1de842

Οι Virginmarys μας έρχονται από το Macclesfield της Αγγλίας και αποτελούνται από τον Matt Rose στο μπάσο, τον Danny Dolan στα τύμπανα και τον απίστευτα δυναμικό Ally Dickaty στα φωνητικά και την κιθάρα. Πρωτοεμφανίστηκαν το 2010 κυκλοφορώντας κάποια LPs τα οποία γίναν sold out και μπήκαν δυναμικά στην δισκογραφία τρία χρόνια αργότερα με το άλμπουμ King of Conflict το οποίο τους χάρισε και το βραβείο Best Breakthrough Act στα Classic Rock Awards. Φέτος κυκλοφόρησε η δεύτερη δισκογραφική δουλειά τους με τίτλο The Divides, η οποία έγινε δεκτή με ανάμεικτες αντιδράσεις (περισσότερα για αυτό σε λίγο).

Επιτυχία κατά την (όχι και τόσο) ταπεινή γνώμη του γράφοντος είναι όταν γράφεις μουσική σε ένα χιλιοακουσμένο και χιλιοπαιγμένο είδος και καταφέρνεις να μην θυμίζεις κανέναν. Αυτή είναι η περίπτωση των Virginmarys. Το βασικό τους χαρακτηριστικό, θα έλεγα, είναι ότι συνδυάζουν κοφτερό στίχο (στολισμένο με ίσες δόσεις κυνισμού, ευαισθησίας και… «κραξίματος») με ξεσηκωτική (και ταυτόχρονα καθηλωτική) ένταση, μουσικά και ηχητικά. Ήχος σκληρός, ωμός, δίνει την εντύπωση του ακατέργαστου, με τις κιθάρες να κυριαρχούν, τα τύμπανα του Danny να συμμετέχουν όπως προστάζει το ύφος χωρίς όμως να επισκιάζουν ή να κλέβουν την παράσταση από τα υπόλοιπα όργανα, ο Matt με το μπάσο του να συμμετέχει ταιριαστά χωρίς εξεζητημένα basslines εκεί που δεν χρειάζεται και φυσικά ο Ally με την trademark βραχνάδα του που δίνει την εντύπωση ότι δεν δίνει δεκάρα για το πώς ακούγεται όταν τραγουδάει, να ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στην κραυγή και την μελωδικότητα. Βίαια ξεσπάσματα, αλήτικα riffs και μελωδικοί συναισθηματισμοί κάνουν τους Άγγλους rockers να δίνουν μια ανάσα δροσιάς στη rock μουσική σκηνή των 10’s. Ας ρίξουμε μια πιο αναλυτική ματιά στα άλμπουμς τους.

King of Conflict (2013)
1370379529

Το ντεμπούτο τους έγινε με έναν τρόπο που πιστεύω πως δίνει μια σαφή εικόνα για το μεράκι και την προσοχή που δίνουν στη δουλειά τους οι Virginmarys. Δεν μιλάμε μόνο για μία προσεγμένη δουλειά, αλλά και για ένα ολοκληρωμένο έργο. Με το «καλημέρα σας», το Dead Man’s Shoes εισάγει τον ακροατή στον κόσμο τους και τον προετοιμάζει κατάλληλα για το τι θα ακολουθήσει. Τα επόμενα τρία κομμάτια κρατούν αμείωτο το ρυθμό που έθεσε το πρώτο, με τις κραυγές του Ally – «baby treat my body like a canvas» – στο Portrait of Red να σε κάνουν να θες να χτυπηθείς σαν να μην υπάρχει αύριο, το Just A Ride να συνδυάζει τη μελαγχολία του χωρισμού με ρυθμό και ένταση που σπάει ηχεία και το Out of Mind να προσδίδει λίγη από τη «βρωμιά» που ξέρεις ότι θα επανέλθει δριμύτερη. Και φτάνουμε σε ένα από τα «χιτς» του άλμπουμ που δεν έιναι άλλο από το Bang Bang Bang. Η απλότητα και η ραδιοφωνικότητα του ήχου του δεν το εμποδίζουν καθόλου να σου κολλήσει στο κεφάλι από το πρώτο άκουσμα και να μην νιώθεις καμία μα καμία ενοχή για αυτό. Σε αυτό το σημείο οι τόνοι πέφτουν λίγο με το Lost Weekend να αποσυμφορίζει την ένταση μόνο προσωρινά. Μέχρι να έρθει το Running for my Life, δηλαδή, και να φτύσει ακατέργαστο ηλεκτρισμό από τα ηχεία, όχι μόνο μέσω της ηχητικής του δύναμης, αλλά και των έντονα ευαισθητοποιημένων κοινωνικά στίχων. Και φτάνουμε στην πρώτη μπαλάντα του δίσκου, το Dressed to Kill. Όταν λέμε μπαλάντα, μην φανταστείτε ότι οι Virginmarys γίνονται Scorpions. Οι κιθάρες συνεχίζουν να έχουν περίσσια βρωμιά, καθώς η αλλαγή από το απαλό στο σκληρό συμβάλλει τα μέγιστα στην μεταφορά του νοήματος των στίχων στον ακροατή. Τα δύο επόμενα δεν μας αφήνουν να ξεχάσουμε τι πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας όταν ακούμε το όνομα «The Virginmarys» και μας φέρνουν ομαλά σε ακόμα ένα «χιτάκι» του δίσκου, το You’ve Got Your Money, I’ve Got My Soul. Τίτλος-σιδηρόδρομος, ήχος-καφεΐνη και στίχοι-αλυσοπρίονο, μας φέρνει με τον καλύτερο τρόπο στο κομμάτι που κλείνει το άλμπουμ και αποτελεί, για μένα, το κορυφαίο κομμάτι τους σε μουσική αξία αλλά και συναίσθημα. Υπάρχουν δύο τρόποι να ακούσεις το Ends Don’t Mend. Ο ένας είναι να ξαπλώσεις στο κρεβάτι ή να κάτσεις αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα ακούγοντάς το αυστηρά με ακουστικά (εκτός κι αν έχεις τούρμπο ηχοσύστημα) και να το αφήσεις να πάρει τη ψυχή σου και να την κοπανήσει από τοίχο σε τοίχο πριν την πετάξει σε κάποιο πάτωμα και τούμπαλιν. Ο δεύτερος τρόπος είναι να ξεκινήσεις να το ακούς καθισμένος (όχι πολύ άνετα όμως) και να το αφήσεις να κάνει το ίδιο με το κορμί σου. Όπως και να ‘χει, μιλάμε για ένα κομμάτι με στίχους ψυχικής οδύνης, ντυμένους με δυνατά και καταιγιστικά κιθαριστικά ξεσπάσματα, τα οποία εναλλάσσονται με απότομες πτώσεις και μελαγχολικά, μπλουζάτα σόλο. Ένα κομμάτι το οποίο μας δείχνει πως o Ally μπορεί να κάνει ακόμα και ελάχιστα πρωτότυπους στίχους όπως «she’s breaking my heart», «I’m falling apart» και «love you girl» να ακούγονται καινοτόμοι. Ωραία πράγματα δηλαδή και ο ιδανικός τρόπος να κλείσει ένα άλμπουμ-διαμαντάκι της british rock σκηνής. Να σημειώσουμε ότι υπάρχει ένα κρυφό κομμάτι έπειτα από ένα ομολογουμένως εκνευριστικό κενό, πέντε περίπου λεπτών, μετα το Ends Don’t Mend, αρκετά καλό ώστε να πατάς fast forward για να το ακούς σε κάθε άκουσμα του δίσκου. Επίσης, η deluxe edition περιέχει τρία επιπλέον tracks με τις ακουστικές, stripped ηχογραφήσεις των Just A Ride, Lost Weekend και Bang Bang Bang που είναι απροσδόκητα καλές και μας φανερώνουν τα επιπλέον ταλέντα του Ally.

Tracklist:
1. Dead Man’s Shoes


2. Portrait of Red
3. Just A Ride
4. Out of Mind
5. Bang Bang Bang
6. Lost Weekend
7. Running for my Life
8. Dressed to Kill
9. My Little Girl
10. Taking The Blame
11. You’ve Got Your Money, I’ve Got My Soul
12. Ends Don’t Mend (+hidden track)

The Divides (2016)
the-virginmarys-divides

Μετά από την αποκάλυψη του πρώτου δίσκου, είναι κατανοητό πως ο γράφων περίμενε το νέο πόνημα της νέας αγαπημένης του μπάντας όπως ένα παιδί περιμένει τα Χριστούγεννα. Το κενό τριών χρόνων που μεσολάβησε ενέτεινε μεν την αγωνία, αλλά έθεσε και τις προσδοκίες ακόμα πιο ψηλά, καθώς έδωσε την εντύπωση ότι τα παιδιά από το Macclesfield αποφάσισαν να αφιερώσουν χρόνο στη νέα τους δουλειά. Ανταμείβει το αποτέλεσμα; Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι και τόσο απλή. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τον Toby Jepson στην θέση του παραγωγού αντικατέστησε ο Gil Norton (Pixies, Foo Fighters) και μια αλλαγή, νομίζω, είναι αναμενόμενη. Το ευτυχές είναι ότι δεν πρόδωσαν το ύφος τους. Δεν σας κρύβω ότι ένιωσα ανακούφιση όταν πατώντας το play άκουσα κιθάρες και ντράμς στην εισαγωγή του Push The Pedal που ανοίγει το The Divides. Ήχος στα γνωστά ψηλά επίπεδα και ρυθμός πιασάρικος, όμως διαφαίνεται πολύ γρήγορα μια διαφοροποίηση απο το King of Conflict. Κάτι που δεν είναι ίδιο με αυτά που ήξερες, που όμως δεν μπορείς να προσδιορίσεις ακριβώς. Το For You My Love έρχεται για να εντείνει την εντύπωση αυτή, ενώ το Halo In Her Silhouette εξισορροπεί κάπως τα πράγματα έχοντας κάτι από τα παλιά. Τα επόμενα δύο κομμάτια είναι τόσο ξεσηκωτικά που κάπου εδώ το μυαλό σου σταματάει να συγκρίνει και αφήνεται στους φλογερούς στίχους -smash your TV to the wall- του Free To Do Whatever They Say και τις γνωστές -επιτέλους- κραυγές του Ally στο I Wanna Take You Home, στο οποίο όμως λείπει η μελωδικότητα που έδινε σε αντίστοιχα κομμάτια του προηγούμενου δίσκου την αντίθεση που τα έκαναν να ξεχωρίζουν. Ακολουθεί το μπαλαντοειδές Walk In My Shoes, το οποίο ήταν το πρώτο που με έκανε να σταθώ και τελικά αποτελεί ένα από τα αγαπημένα μου του δίσκου και το οποίο έχει κάτι από… Aerosmith να πω; Cult να πω; Πιάνετε το πνεύμα νομίζω. Το Kill The Messenger με έμφαση στα κρουστά και κοινωνικό στίχο μας δείχνει μια κάπως νέα πλευρά της μπάντας, ενώ το Into Dust αποτελεί το δεύτερο κομμάτι που ξεχώρισα στον δίσκο και αποτελεί παράδειγμα του χαρακτηριστικού εσωτερικού ξεσπάσματος που ξέρουν τόσο ωραία να κάνουν οι Virginmarys. Το Moths To A Flame ρίχνει τους τόνους για να τους φέρει στα ίσα τους ξανά το αμέσως επόμενο Falling Down. Ωραίοι ρυθμοί, ωραίες μελωδίες χωρίς κάτι το αξιοσημείωτο. Το νοσταλγικό Motherless Land μας δείχνει ακόμα μια άγνωστη μέχρι τώρα πλευρά της μπάντας και μας φέρνει στη μπαλάντα Living In My Peace η οποία κλείνει το άλμπουμ και δεν είναι καθόλου άσχημη, όμως όταν θυμάσαι το Ends Don’t Mend, σου θυμίζει το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στους δύο δίσκους. Τελειώνοντας την ακρόαση του άλμπουμ (και ειδικά αν έχεις ακούσει τον τελευταίο δίσκο των Foo Fighters), σου έρχεται η επιφοίτηση. Αυτή η ακαθόριστη διαφορά που διακρίνεται από την αρχή στο The Divides έχει να κάνει με τον παραγωγό. Είναι θετικό που δεν προσπάθησαν να αντιγράψουν τους εαυτούς τους, όμως το να καθορίζει σε τόσο μεγάλο βαθμό ο παραγωγός τον ήχο μιας μπάντας, νομίζω μόνο στα αρνητικά μπορεί να καταχωρηθεί.

Tracklist:
1. Push The Pedal
2. For You My Love


3. Halo In Her Silhouette
4. Free To Do Whatever They Say
5. I Wanna Take You Home
6. Walk In My Shoes
7. Kill The Messenger
8. Into Dust
9. Moths To A Flame
10. Falling Down
11. Motherless Land
12. Living In My Peace

Συνοψίζοντας, οι Virginmarys είναι ένα συγκρότημα με ψυχή και, αν μάθουν από τα λάθη τους και πατήσουν πάνω στις δυνατότητες τους, με λαμπρό μέλλον. Ένα συγκρότημα που άνετα θα είχε θέση στο CBGB, χωρίς να του λείπει η φρεσκάδα του σήμερα. Να διευκρινίσω ότι το The Divides δεν είναι σε καμία περίπτωση κακό άλμπουμ. Τα στάνταρ ήταν ψηλά όμως και η σύγκριση αναπόφευκτη. Ακούστε τους και αγαπήστε τους. Είναι η rock του σήμερα και το αξίζουν.

Το album της εβδομάδας

Έχεις ακούσει το ‘’Perfect day’’ και το ‘’Walk on the wild side’ (τα κομμάτια που έκαναν τον Lou Reed γνωστό παγκοσμίως), ίσως και όλο το Transformer, αλλά δεν γνωρίζεις ποιος ήταν ο ήχος του μέχρι στιγμής. Το πρώτο πόνημά του λοιπόν, είναι το πιο αντιπροσωπευτικό για το πως θα εξελιχθεί στη σόλο καριέρα του και για το ποιο ήταν το παρελθόν του με τους Velvet Underground.

lou-reed1

O Lou φεύγει από τους  Velvet Underground το 1970 και δυο χρόνια αργότερα κυκλοφορεί o πρώτος δίσκος του. Δεν είναι όμως αυτή του η απόπειρα ένα παράδειγμα σαν αυτά των μουσικών που φεύγουν από την μπάντα τους για να κυκλοφορήσουν κάτι που δεν μοιάζει ή δεν ταιριάζει στον ήχο της.  Το ομότιτλο ‘’LouReed’’ του 1972 είναι το πέμπτο άλμπουμ των VU για τον υποφαινόμενο μιας και θα μπορούσε μουσικοσυνθετικά να αποτελέσει τον αντίστοιχο δίσκο Squeezeτου 1973 και την πιστή συνέχεια του Loaded (1970).Σαφώς  πιο πολυεπίπεδο με έξυπνες αλλαγές και ενορχήστρωση από τον ίδιο. Εμφανίζονται πιο έντονα τα jazz στοιχεία που ο Lou πάντα αγαπούσε (άκουσε το Lisasays), αλλά και πιο προοδευτικές αλλαγές και παύσεις (άκουσε το Ocean). Όμως δεν μπορούμε να αφήσουμε στην τύχη τις τεράστιες μορφές που εμφανίζονται στο άλμπουμ και σίγουρα φέρουν μερίδιο ευθύνης για το τελικό και πλούσιο αποτέλεσμα. Ο λόγος φυσικά γίνεται για τον Steve Howe στην κιθάρα και τον Rick Wakeman στο πιάνο και στα πλήκτρα (και οι δυο είναι μεγαθήρια του κλασσικού lineup των Yes, οι οποίοι αποτέλεσαν μια από τις μεγαλύτερες progressiverock μπάντες σε δημοφιλία και επιδραστικότητα, ειδικά τη δεκαετία του ‘70).

1

Δεν είναι όμως τυχαίο αυτό που υποστηρίζω. Είναι ένα VUalbum, διότι τα 8 από τα 10 ακυκλοφόρητα -μέχρι τότε- κομμάτια είναι των Velvet, παιγμένα με κάποιες μουσικές προσθήκες ή με διαφορετικές ενορχηστρώσεις. Τα υπόλοιπα 2,  «Going Down» and «Berlin» είναι καινούρια κομμάτια που ταιριάζουν όμορφα με το σύνολο, όπου το τελευταίο εμφανίζεται εδώ στην πρώτη και πιο ροκ έκφανσή του με αισθητές μουσικές αλλαγές και όχι όπως εκφράστηκε σχεδόν ένα χρόνο μετά σαν μια piano μελαγχολική μπαλάντα με avant garde εισαγωγή. Nα σημειωθεί  ότι το συγκεκριμένο κομμάτι αποτελεί το εναρκτήριο άσμα του τρίτου προσωπικού δίσκου του Lou (Berlin 1973).

hqdefault

Lou Reed’s (Album) Classics: «I Can’t Stand It», «Going Down», «Lisa Says», «Berlin».

Κων/νος Παπαπέτρου

*Περιμένουμε κι άλλα δικά σας κείμενα στην διεύθηνση μας style.rive.gauche@gmail.com !

Αποστολή Σέρρες: Μια Όαση πολιτισμού στην καρδιά της πόλης.

20160624_195523-01Στη διάρκεια του πρόσφατου ταξιδιού μου στην υπέροχη πόλη των Σερρών, βρέθηκα αντιμέτωπη με πολλές ενδιαφέρουσες προκλήσεις που απαιτούσαν την άμεση προσοχή μου. Οι προσωπικές μου υποχρεώσεις που αποτέλεσαν και τον λόγο για αυτό το ταξίδι, με είχαν απορροφήσει εντελώς, με αποτέλεσμα τα απογεύματα να έχω ανάγκη την καθημερινή μου βόλτα στους ήσυχους δρόμους της πόλης, ώστε να μπορώ να ξεκουράσω το μυαλό μου. Όποιος ζει ή έχει ζήσει στην επαρχία, ξέρει πως ο χρόνος εκεί κυλά διαφορετικά. Κάπως έτσι, σε παρασέρνει να περπατάς χωρίς να το σκέφτεσαι, να περιπλανιέσαι στην πόλη χωρίς να ξέρεις πού βρίσκεσαι, μαγεμένος από την ομορφιά του τόπου που ξεπροβάλλει από κάθε γωνία και κάθε σοκάκι.

20160624_192926-01

20160624_192120-01.jpg

Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση ήταν όταν ανακάλυψα ένα μοναδικό, ρετρό μαγαζάκι στην κεντρική πλατεία, ακριβώς στην καρδιά των Σερρών, με μεγάλες πινακίδες και με μια φράση γραμμένη επάνω τους, που μου φάνηκε πολύ οικεία. Το όνομα αυτού Melody Maker. «Σαν το περιοδικό;» σκέφτηκα αμέσως, έχοντας διαβάσει δεκάδες άρθρα και συνεντεύξεις από αυτό το πασίγνωστο βρετανικό περιοδικό, το οποίο δεν υπάρχει πια. Αισθάνθηκα ενθουσιασμένη και μαγνητισμένη από τη γοητεία του, κι έτρεξα μέσα για να δω περί τίνος επρόκειτο.

Για όσους δεν γνωρίζουν, το Melody Maker ήταν βρετανική εβδομαδιαία φυλλάδα που υπήρχε από το 1926 έως το τέλος του 2000 και είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη και ιστορία, αφού αποτέλεσε το πρώτο περιοδικό του είδους του (εβδομαδιαίο μουσικού περιεχομένου) και φιλοξένησε στις σελίδες του μυριάδες συγκροτημάτων και καλλιτεχνών, από τους καλύτερους των ειδών τους.

20160624_192456-01.jpegΕνθουσιάστηκα λοιπόν όταν είδα πως ο τόπος στον όποιον ταξίδευα από μικρό παιδάκι, έχει τελικά κάτι με το οποίο μπορώ να ταυτιστώ. Αφού πέρασα μέσα, πήρα την άδεια για να τραβήξω κάποιες φωτογραφίες και συζήτησα για λίγο με μια κυρία που δούλευε στο μαγαζί. Εκστασιάστηκα! Στα λίγα λεπτά που μιλήσαμε, έμαθα πως είχε παρευρεθεί στην ιστορική συναυλία του Rock In Athens το 1985 και μου επιβεβαίωσε όλες τις φήμες που είχα διαβάσει περί χαμού στην πρώτη ημέρα του φεστιβάλ. Επιπλέον μου επιβεβαίωσε πως όντως, το όνομα του μαγαζιού προέρχεται από το γνωστό ομότιτλο περιοδικό.

20160624_192628-01

Έπειτα μιλήσαμε για την μουσική και κυρίως για την χαμένη επαφή της νεολαίας με την μουσική. Για το πόσο ο κόσμος έχει πάψει να επιδιώκει τη δημιουργία συναισθηματικών δεσμών με τις τέχνες γενικότερα, πράγμα το οποίο εκδηλώνει μια γενιά αποκομμένη από την πραγματικότητά της και αφιερωμένη ψυχή τε και σώματι στην καθημερινή τους βασική ρουτίνα. Μου είπε πως ο κόσμος δεν εκτιμά πια τους θρύλους, διότι έτσι βρίσκουν τρόπο να καλύψουν την δική τους απραξία και απουσία έμπνευσης, πράγμα το οποίο έχω νιώσει βαθιά μέσα μου στις περισσότερες συναναστροφές μου και φυσικά συμφωνώ ακράδαντα. Κάτι που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, διότι δεν το ήξερα και ούτε μπορούσα να το φανταστώ ποτέ μου, ήταν όταν μου ομολόγησε πως στις Σέρρες υπάρχουν πολλοί μουσικόφιλοι που επισκέπτονται συχνά το μαγαζί. Ήταν μεγάλη η απογοήτευσή μου για την πολύχρονη άγνοιά μου για την ύπαρξή του, χρόνος που θα μπορούσα να έχω περάσει δημιουργικά, με ανθρώπους που με καταλαβαίνουν, προσκομίζοντας πληθώρα γνώσεων και εμπειριών από άτομα με βαθιά και πραγματική αγάπη για τη μουσική, δηλαδή για το μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης με το οποίο ταυτίζονται περισσότερο όπως κι εγώ. Αν το ήξερα, θα είχα την ευκαιρία να μεγαλώσω στην Βορειοελλαδίτικη «Μέκκα» της θρυλικότερης μοντέρνας μουσικής του 20ου και 21ου αιώνα. Παρόλα αυτά, ακόμη και στη δεδομένη χρονική στιγμή, είμαι ευγνώμων που γνώρισα μία άλλη πλευρά της πόλης των Σερρών.

20160624_192726-01

 

Όταν έφυγα, κι έψαξα στο ίντερνετ για αυτό το δισκάδικο, συνειδητοποίησα πως επρόκειτο για ένα πολύ σημαντικό κατάστημα, με πολλούς καλλιτέχνες, Έλληνες και ξένους, να έχουν κάνει την εμφάνισή τους σε αυτόν το χώρο. Κατάλαβα πόσο μεγίστης αξίας αποτελεί και πως υπηρετεί έναν ιερό σκοπό με την λειτουργία του εδώ και 35 χρόνια, να διαφυλάσσει και να εξασφαλίζει την πολιτιστική καλλιέργεια των κατοίκων, όχι μόνο της πόλης αλλά και των γειτονικών πόλεων, κωμοπόλεων και λοιπών ειδών αποίκησης.

Όσο για το προσωπικό; Η κυρία, εκτός από ευγενέστατη και εξυπηρετικότατη, ήταν και πραγματικά ενημερωμένη στον τομέα της, ίσως ένα από τα άτομα με τη μεγαλύτερη μουσική παιδεία που έχω συναντήσει από κοντά. Δυστυχώς δεν είχα την ευκαιρία να μιλήσω με τον ιδιοκτήτη, τον κύριο Βασίλη, για πολύ, διότι είχε δουλειά στο απέναντι κατάστημα του μαγαζιού. Είχα όμως την ευκαιρία να τραβήξω κάποιες φωτογραφίες και από τα δύο καταστήματα του Melody Maker, του ιστορικού αυτού δισκάδικου των Σερρών.

20160624_191859-01.jpg

Μέσα από αυτή την ανάρτηση θα ήθελα να ευχαριστήσω το Melody Maker για την βοήθεια του, την συνεργασία και την εξυπηρέτηση, και επιπλέον θα ήθελα να υπενθυμίσω σε όλους πόσο σημαντικό είναι να επενδύουμε στα τοπικά μαγαζιά όσο μπορούμε, ώστε να τα στηρίξουμε σε αυτές τις δύσκολες εποχές, και να τα σταματήσουμε από την διάλυση, γιατί όταν ένα δισκοπωλείο κλείνει για πάντα τις πόρτες του, μια μεγάλη καλλιτεχνική γέφυρα πεθαίνει και αφήνει τον τόπο μας πολιτιστικά ανάπηρο. Και ποιος θέλει να ζει σε έναν τέτοιο τόπο;;;

 

20160624_194006-01.jpeg20160624_193653-01.jpeg20160624_191910-01.jpeg