Enshine – Singularity (2015)

του project sol

Metal Review Of The Week #6

Μετά από μια χαλαρή εβδομάδα, μπαίνουμε και πάλι στα βαθιά νέρα της Metal. Αυτή τη φορά έψαξα για κάτι διαφορετικό από την πεπατημένη θεματολογία της μουσικής αυτής οικογένειας. Και έτσι θυμήθηκα ένα συγκρότημα που ανακάλυψα πριν από μερικά χρόνια: τους Enshine. Τα δύο μέλη του (Jari Lindholm, Sebastien Pierre) κατάγονται από διαφορετικές χώρες της Ευρώπης, τη Σουηδία και τη Γαλλία. Είναι δύσκολο να ορίσουμε σε ποια υποκατηγορία της Metal ανήκουν, μπορούμε όμως να τους τοποθετήσουμε μεταξύ της Doom και της μελωδικής Death. Μετά το πρώτο τους επιτυχημένο άλμπουμ (Origin) το 2013, κυκλοφόρησαν και ένα δεύτερο το 2015. Μιλάμε για το “Singularity”, το όποιο συνεχίζει τη θεματολογία του “Origin”, με τους διαστημικούς στίχους, τις συμπαντικές εκτός του σώματος εμπειρίες και την έκφραση της απόλυτης ακινησίας. Ετοιμαστείτε για ένα ταξίδι στην αιωνιότητα, όπως την εννοούν οι Enshine, δηλαδή την απόλυτη Μοναδικότητα του σύμπαντος. Μέσο για το ταξίδι αυτό θα αποτελέσουν τα riffs, τα ατμοσφαιρικά synths και τα σκληρά φωνητικά, με πινελιές όμως εξίσου ατμοσφαιρικών καθαρών φωνητικών.

maxresdefault.jpg

Με ένα synth αρχίζει το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ (Dual Existence), που παίζει μία “κολλητική” μελωδία, και αμέσως μπαίνει το riff. Ο ρύθμος, αρχικά με δίκασο, έπειτα χωρίς, ταιριάζει με τη μελωδία, ενώ τα φωνητικά είναι τόσο καλά αναμεμειγμένα με τη μουσική, που φαίνεται σαν να προσθέτουν στη διαστρωμάτωση του κομματιού. Τι εννοώ; Είναι ένα περίεργο συναίσθημα που λίγες μπάντες καταφέρνουν να εμπνεύσουν. Η φωνή δηλαδή είναι σαν ένα άλλο μουσικό όργανο, που μαζί με το riff και το synth καταφέρνει να εναρμονιστεί, αλλά και να ξεχωρίσει, δίνοντας άλλη δυναμική στη μουσική σύνθεση. Τα φωνητικά, επίσης, δομημένα με growls πολύ καλής τεχνικής διηγούνται μία ιστορία, επιθανάτια ή μεταθανάτια, κάνοντας έτσι το τραγούδι τυπικό της θεματολογίας του άλμπουμ: “So this is how we ascend//Across the tunnel of light//I feel the tide around me//The days of our lifetime are gone”. Το κομμάτι συνεχίζει με ένα σόλο ρυθμικό, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από σόλο πιο γνωστών συγκροτημάτων.

Με ατμοσφαιρικά πλήκτρα αρχίζει και το δεύτερο κομμάτι (Adrift), το οποίο περιλαμβάνει στην αρχή του, αλλά και πιο μετά κάποια καθαρά ατμοσφαιρικά φωνητικά, που είναι ομολογουμένως πολύ ταιριαστά στο συνολικό ήχο. Περισσότερο όμως, λόγω των λίγων στίχων, η βαρύτητα δίνεται στα ορχηστρικά μέρη και εν πολλοίς στην κιθάρα. Τα drums παίζουν επίσης πολύ σημαντικό ρόλο, όχι μόνο για τη ρυθμική ακολουθία, αλλά και για τα δικά τους “σόλο”. Οι μελωδίες του κομματιού είναι απορροφητικές και δίνουν ως τελική αίσθηση ένα ολοκληρωμένο σύνολο, που ταξιδεύει τον ακροατή στον τόπο και το χρόνο της ιστορίας. Τα λίγα λόγια μου δεν αρκούν για να περιγράψουν αυτό το αριστουργηματικό τραγούδι!

Συνεχίζοντας με το Resurgence! Ένα επικά ρυθμικό κομμάτι, με την ίδια ατμοσφαιρικότητα που χαρακτηρίζει τον ήχο των Enshine. Άλλη μία συμπαντική ιστορία ξετυλίγεται εδώ, η οποία μεταφέρει τον ακροατή σε ένα κόσμο διαφορετικό.

Και περνάμε στο αγαπημένο “In Our Mind”. Εδώ τα καθαρά φωνητικά παίρνουν και πάλι για λίγο το λόγο και “κεντούν”: “Just a second//To stare another light//A different radiance, bound to another star”. Δομημένο με δύο ρυθμούς (ένα ρυθμό μπαλάντας και ένα πιο γρήγορο, στο ίδιο μέτρο όμως), αυτό το κομμάτι έχει πολλά να δώσει και να εκφράσει. Αρχίζοντας με πλήκτρα, καθώς μπαίνει το riff, σίγουρα είναι η επιτομή ενός τραγουδιού-μεγαλουργήματος, που μπορούν να συνθέσουν οι Enshine! Πολύ στέρεο και πολύ μελωδικό, το “In Our Mind” είναι ένα παραδείγμα προς μίμηση για άλλα Melodic Death ή Melodic Doom συγκροτήματα, καθώς συνδυάζει τον ορχηστρικό ήχο, τη μελωδικότητα της κιθάρας και των καθαρών φωνητικών, με τα σκληρά growls και την Progressive μουσική γενικότερα.

Αν ανατρέξει κανείς στο “Origin” θα βρει το “Astrarium Pt. I”. Εδώ συνεχίζεται αυτή η ιδέα με το “Astrarium Pt. II”, ένα ορχηστρικό με χαλαρό ρυθμό, “απόκοσμο” πιάνο και πλήκτρα. Αυτό το κομμάτι είναι η άλλη πλευρά των Enshine, η οποία θα μπορούσε να τους εξελίξει στο μέλλον σε κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που είναι τώρα. Και καθώς είμαι υπέρ της αλλαγής και της εξέλιξης της μουσικής, περιμένω να ακούσω και να δω τι έχει να δώσει και αυτό το πιο χαλαρό είδος της ατμοσφαιρικής Rock στους Enshine στο μέλλον.

“Just another winter//Another season, where we have forgotten//The meaning of life//The reason why we are”: Έτσι ξεκινά το “Echoes”, μία ακόμα προσπάθεια σύμπλεξης του ατμοσφαιρικού Rock με τη Death Metal. Οι μελωδίες είναι και πάλι υψηλής μουσικής αξίας κατά τη γνώμη μου, κι αυτό γιατί πιστεύω ότι καταφέρνουν να ταξιδέψουν τον ακροατή σε διαστημικούς κόσμους. Γενικά ο ήχος των Enshine, με το βάθος και την πολλαπλή διαστρωμάτωση της μουσικής, γίνεται το όχημα για να αφυπνιστεί η αίσθηση της ακοής!

Ο απόκοσμος ήχος συνεχίζεται με το “Dreamtide”, ένα κομμάτι που δυστυχώς κατά τη γνώμη μου δεν ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα και στη συναισθηματική φόρτιση των προηγούμενων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μελωδίες του συγκεκριμένου είναι χωρίς αξία ή ότι οι στίχοι δεν έχουν ενδιαφέρον, απλώς ένιωσα ότι το τραγούδι θα μπορούσε να είχε πάει ένα βήμα πιο πέρα, ώστε να υπάρχουν οι απαραίτητες διακυμάνσεις, για να αποκτήσει ένα νόημα το άκουσμα αυτό. Τεχνικά επίσης, δεν υπάρχουν πολύπλοκες μελωδίες. Έτσι θα περίμενε κανείς ότι θα γινόταν από αλλού το βήμα, ώστε να γίνει ενδιαφέρον το κομμάτι.

 Με ένα πολύ όμορφο ρυθμό, ο δίσκος ξαναμπαίνει σε σειρά. Το “The Final Trance” είναι ακόμα ένα παράδειγμα ωραίων σκληρών φωνητικών, στίχων και μουσικής που καθηλώνουν. Οι κιθαριστικές αρμονίες κοντά στη μέση του τραγουδιού καθηλώνουν. Αμέσως μετά επανέρχεται ο ήχος από τα πλήκτρα και το δίκασο και προκαλείται σιγά σιγά θετικός “πανικός”. Το απρόσμενο τέλος αυτού του κομματιού ακολουθεί το ορχηστρικό “Apex”. Πριν αρχίσει να κουράζει, ο δίσκος τελειώνει με καταπληκτικό τρόπο, καθώς με το “Apex” ο ακροατής καλείται να ανακαλύψει ευφάνταστες νέες μελωδίες, που θυμίζουν Post Rock, Djent και Post Metal.

Υπέρ: Μελωδίες, φωνητικά και riff εναρμονίζονται μεταξύ τους φτιάχνοντας ένα ωραίο σύνολο, που ταξιδεύει τον ακροατή. Πολύ καλής τεχνικής growls, αλλά και όμορφα καθαρά φωνητικά, ατμοσφαιρικότητα και διάθεση των μουσικών για ένα καλό αποτέλεσμα
Κατά: Κάποιες φορές η μείξη και τα σκληρά φωνητικά κουράζουν.
Θα το αγόραζα; Μεγάλο “ναι”, διότι κοστίζει μόνο 5€, ενώ κατά τη γνώμη μου αξίζει πολύ περισσότερα.
Βαθμολογία
: 4.2

Advertisements

WOLF ALICE IS COOL

Εδώ και περίπου δυο χρόνια (ίσως και κάτι λιγότερο) ακούω έναν συγκεκριμένο δίσκο σχεδόν σε repeat, on and off, τον οποίο είχα επιλέξει να μην τον μοιραστώ με κανέναν. Ήταν κάτι δικό μου, που ξεκίνησε με μια τυχαία ανακάλυψη ενός και μόνο τραγουδιού που με ώθησε να ψάξω κι άλλο για την προέλευσή του. Στη συνέχεια, βρήκα όλο το άλμπουμ και λίγο αργότερα είχα ερωτευθεί με τον ήχο των δημιουργών του. Ήθελα τόσο να μιλήσω για αυτό το συγκρότημα, όμως ήξερα πως ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος για αυτούς ακόμα. Αλλά τώρα έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, και δε θα μπορούσε να γίνει αυτή η ανάρτηση σε καλύτερη χρονική στιγμή.

wolf-alice-portrait-1-1

Ο λόγος για μια νέα, άκρως αναζωογονητική μπάντα που ακούει στο όνομα Wolf Alice. Σε μερικούς παρατηρητικούς, το όνομα, και κυρίως ο ήχος, μπορεί να θυμίζει κάτι, αλλά να μην ξέρουν τι ακριβώς. Μην ανησυχείτε όμως, για αυτό είμαστε εδώ.

Οι Wolf Alice λοιπόν, είναι συγκρότημα από το Λονδίνο, που ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα το 2010 (πρώτα ως ντουέτο και ύστερα ως κουαρτέτο από το 2012 μέχρι σήμερα) και μέχρι στιγμής έχει αποκτήσει πλειάδες θαυμαστών σε όλο τον κόσμο. Τα μέλη του αποτελούν οι Ellie Rowsell (τραγούδι, κιθάρα, πλήκτρα που και που), Joff Oddie (κιθάρα, που και που βιολί και λίγο πλήκτρα και φωνή), Theo Ellis (μπάσο και λίγο πλήκτρα/φωνή) και Joel Amey (ντραμς και λίγο πλήκτρα/φωνή). Το όνομά τους προέρχεται από την ομώνυμη ιστορία της Angela Carter, στο βιβλίο της The Bloody Chamber. Στο δυναμικό τους έχουν δύο στούντιο άλμπουμ, My Love Is Cool (2015) και Visions Of A Life (2017), καθώς επίσης και 2 EPs και 13 singles.

Ο ήχος τους χαρακτηρίζεται ως alternative rock, με στοιχεία indie, shoegaze και grunge, ενώ η επιρροή του παλιού, καλού και κλασικού 90΄s rock αναδίδει ένα αίσθημα νοσταλγίας στον ακροατή, αφού είναι σπάνιο να βρει κανείς ένα τόσο πετυχημένο κράμα μεταξύ της δοκιμασμένης από πολλούς πια ροκ συνταγής και της φρεσκάδας που προέρχεται από την ανατροπή των κανόνων που προσδιορίζουν το «πιασάρικο».

Και τώρα που τους γνωρίσαμε, ας επιστρέψουμε στο αρχικό μας ερώτημα: Τι μας θυμίζουν? Η απάντηση απλή. Μεταξύ της μουσικής τους παρουσίας σε επεισόδια διαφόρων τηλεοπτικών σειρών, αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη έκθεσή τους ήρθε με το T2: Trainspotting, όπου το τραγούδι τους Silk συμπεριλαμβανόταν στο τρέιλερ της ταινίας, καθώς και στο τέλος της. Αν έχετε δει, λοιπόν την ταινία, από εκεί μάλλον τους ξέρετε. Αν δεν έχετε δει την ταινία, κακώς, να πάτε γρήγορα να την δείτε. Μετά να αγοράσετε το My Love Is Cool από το Itunes, Spotify, Google Play ή όπου αλλού το βρείτε, είτε σε ψηφιακή μορφή είτε σε CD, και αν σας αρέσει (που μάλλον θα σας αρέσει), αγοράστε και το νέο τους άλμπουμ Visions Of A Life, και φροντίστε μέχρι το καλοκαίρι να έχετε μάθει όσα πιο πολλά τραγούδια μπορείτε, διότι….

ΕΡΧΟΝΤΑΙ!!! Στο Eject Festival φέτος 23 Ιουνίου στην Πλατεία Νερού! Μαζί τους θα είναι και άλλα θρυλικά ονόματα όπως Nick Cave And The Bad Seeds, Editors και άλλοι! Θα είναι σίγουρα μία αξέχαστη εμπειρία!

Ένας χρόνος χωρίς τον Λούκυ Λουκ

Πέρασε κιόλας ένας χρόνος από την ημέρα που ο Λουκιανός Κηλαηδόνης έφυγε από την ζωή. Πήρε τα φιλαράκια του, τους καλεσμένους από το Πάρτυ, και ένα μπουκάλι ρούμι και μπήκαν σε ένα αερόστατο να συνεχίσουν στον ουρανό. Στην σημερινή ανάρτηση, για να τον τιμήσω και να θυμηθώ όλες εκείνες τις διαδρομές που σιγοτραγουδούσα τους στίχους του με τον πατέρα μου στο τιμόνι, θα επιλέξω πέντε αγαπημένες μου δημιουργίες του. Κάποιες είναι πιο γνωστές, κάποιες άλλες όχι. Βάλτε τα ακουστικά σας λοιπόν και κάντε στην μπάντα να περάσει η παρέα μας (γιούχα χίγια για).

Τα Θερινά Σινεμά

Ένα γουρούνι λιγότερο

Μην χτυπάς – Μανώλης Μητσιάς (σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου)

Λέμε ναι στον Ύμνο των μαύρων σκυλιών

Ο Μικρός Ήρωας

Τι να σου πω, τι να σου πω, τι να σου πω
που να μην το χει πει κανένας για κανέναν, 
εγώ μονάχα ένα πράγμα θα σου πω.
Μου φτάνει πως μεγάλωσα με σένα.

Messenger – “Illusory Blues” (2014)

του project sol

Metal (Progressive New Year’s) Review Of The Week #5

Όταν βρίσκεται κανείς στα Public, κυρίως στο Σύνταγμα, μπορεί να δει μια μεγάλη ποικιλία από δίσκους ακόμα και από νέες κυκλοφορίες, μπαίνοντας έτσι στον πειρασμό να αγοράσει ένα physical copy της αγαπημένης μπάντας του. Για να είμαι ειλικρινής όμως, επισκέπτομαι συχνά το εν λόγω κατάστημα και λόγω εορτών, για να δω εξώφυλλα νέων Rock ή Metal συγκροτημάτων, ώστε μετά να τα αναζητήσω στο Internet και να ακούσω τι έχει να προσφέρει κάποιο από αυτά. Πρόσφατα, λοιπόν, ευρισκόμενος στο κατάστημα, ανακάλυψα τους Messenger. Και η σημερινή κριτική, αν και ονομάζεται  “Metal”, θα περιστραφεί γύρω από αυτό το Progressive Rock/Psychedelic συγκρότημα, το οποίο έχει κάποια στοιχεία από τη Folk μουσική του Βορρά έναν Ambient/Post Rock ήχο, καθώς και λίγα στοιχεία από τη Metal μουσική, έτσι για να ανοίξει ωραία η νέα χρονιά! Κατά καιρούς θα αποκλίνουμε λίγο από την καθαρή Metal για να υπάρχει και μία ποικιλία μουσικών ειδών στις κριτικές του blog. Άλλωστε, είμαστε εδώ για να βλέπουμε μαζί νέους ορίζοντες.

Messenger-Tina-Korhonen.jpg

Το άλμπουμ με το οποίο θα ασχοληθούμε σήμερα λέγεται “Illusory Blues” και είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος του. Χωρίς υπερβολές, είναι σαν να ξανακούω Pink Floyd, αλλά με πιο Blues διάθεση και με κάποια σπάνια ξεσπάσματα κιθαριστικών σόλο. Αλλά αρκετά με τις ταμπέλες, οι Messenger έχουν το δικό τους μοναδικό ήχο, ο οποίος εμπνέεται μεν από τους πρωτοπόρους της experimental μουσικής, αλλά ακολουθεί το βασικό κανόνα αυτής: ο πειραματισμός είναι μία διαδικασία που οδηγεί διαρκώς σε νέα μονοπάτια και ξεπερνά το παλιό.

“The Return” ονομάζεται το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ που με στοίχειωσε! Ξεκινάει με μία μελωδία ατμοσφαιρική, η οποία υποστηρίζεται από την κιθάρα, ενώ ακολουθούν τα φωνητικά και οι στίχοι. Από πολλές απόψεις θυμίζει Floyd, όμως όπως προανέφερα, οι ταμπέλες δεν προσφέρουν τίποτα εδώ. Μοναδικά riffs (όχι μόνο κιθαριστικά) κυριαρχούν, καθώς η γλυκειά φωνή του vocalist δείχνει να πειραματίζεται με “γνωστές” νότες, τις οποίες όμως διαχειρίζεται με τέχνη. Οι στίχοι έχουν ένα βάθος, κάτι που δεν περίμενα από ένα debut album. Εξεπλάγην ευχάριστα όταν άλλαξε ο ρυθμός του τραγουδιού από 4/4 σε 3/4 και δυνάμωσε η ένταση. Το κομμάτι ξεκινά απλά και οδεύει προοδευτικά στην κορύφωση, όπου και οι Metal επιρροές (κυρίως από την παλιά Metal). Τα φωνητικά σκληραίνουν, ποτέ όμως υπερβολικά, ενώ το όλο εγχείρημα βγάζει κάτι από Seventies , αλλά και κάτι σύγχρονο. Για να κλείσω, παραθέτω μερικά λόγια από την κορύφωση: “Even time can Love ensnare//Even loss can Love repair//Even life can Love reform//Even death can Love withdraw//Love is you, Love is me//Love is all you see and breathe//Love outshines the brightest sun//Love is we and we are, One…”

Ακολουθεί το “Piscean Tide”, ένα κομμάτι που αρχίζει με βιολί και κιθάρα, και συνεχίζει με απαλά φωνητικά. Ηχητικά θυμίζει καλοκαιρινό τραγούδι, ατμοσφαιρικά όμως δουλεμένο, με αποτέλεσμα να παρασύρεται ο ακροατής σε ένα ταξίδι. Αυτό επιτυγχάνεται επίσης με το ρυθμό, ο οποίος “χτυπά” στα 3/4, καθώς και με τις δεύτερες φωνές. Ένα υπέροχο βιολιστικό σόλο κλείνει το κομμάτι, το οποίο θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει κατά κάποιο τρόπο και ήρεμο και δυναμικό ταυτόχρονα.

Σε πιο Post Rock ήχο κινείται το “Dear Departure”. Αρχικά αργόσυρτο, έχοντας κάτι από τις εισαγωγές των Doom Metal και Stoner Rock κομματιών, υποστηρίζει τα φωνητικά, τα οποία τραγουδώνται με τέχνη από τον vocalist. Το τραγούδι συνεχίζει με κάποιους ήχους αλά Pink Floyd και “Echoes”, ενώ συνεχίζει να χτίζει την έντασή του μέχρι να υπάρξει μία έκρηξη από τα μουσικά όργανα, η οποία γίνεται κατανοητή αφού έχουν ακουστεί τα υπόλοιπα μέρη της μουσικής σύνθεσης. Έτσι το τραγούδι καταλήγει με δυναμικό drumming να γίνει Post rock και Stoner Rock προς το τέλος του.

Και σιγά σιγά περνάμε στο αγαπημένο μου κομμάτι από το δίσκο. Το “The Perpetual Glow Of A Setting Sun” είναι ένα μοναδικό Blues μουσικό δημιούργημα, με στοιχεία Metal μπαλάντας. Οι ήχοι από τις αρμονίες της κιθάρας ταιριάζουν απόλυτα στην αρχή του αργού μέρους του τραγουδιού, ενώ οι στίχοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ποιητικοί, αν και δεν καθιστούν το τραγούδι ακτατανόητο. Παραθέτω εδώ μερικούς από τους αγαπημένους μου: “Guide me, my muse to this radiance anew//Forever we’ll soar in the blue skies//Show me your truth and I’ll battle with mine;//our souls intertwining beyond time…” Το βιολί παίζει σημαντικό ρόλο, αλλά βέβαια και η επίδραση από τη Blues Rock είναι εμφανής. Το σόλο της κιθάρας κοντά στο τέλος, μαζί με την επιτάχυνση του ρυθμού επιφέρουν την κορύφωση μετά από την προοδευτικά αυξανόμενη ένταση του κομματιού. Το drumming είναι μερικές φορές πολύπλοκο, αλλά και πολύ δυναμικό, ιδιαίτερα προς το τέλος. Η μπαλάντα αυτή με λίγα λόγια δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από παρόμοια τραγούδια του είδους, τα οποία συντέθηκαν μέσα στα 2000, πόσο μάλλον στα 2010, όπου και η περίοδος αναφοράς μας.

Το πέμπτο κομμάτι του άλμπουμ (Midnight) είναι και το μεγαλύτερο σε διάρκεια από όλα τα υπόλοιπα. Ξεκινά με ατμοσφαιρικό ήχο και ακολουθεί η ακουστική κιθάρα. Ρυθμικές μελωδίες και ταιριαστά φωνητικά αφήνουν την μουσική να “αναπνέει”, χωρίς φυσικά να “παραγεμίζουν” με θόρυβο το κομμάτι. Αμέσως μετά ο ρυθμός αλλάζει και επιταχύνει, με ήχους από πλήκτρα, καθώς η ένταση ανεβαίνει, όπως ακριβώς και με προηγούμενες συνθέσεις. Ο ρυθμός και το μέτρο αλλάζουν αρκετές φορές και η μουσική επενδύεται με πολλά στρώματα. Ένα από αυτά αποτελεί το όμορφο βιολιστικό σόλο μετά τα μισά του τραγουδιού.

Το προτελευταίο τραγούδι λέγεται “Somniloquist” και αποτελεί μία μπαλάντα σε ρυθμό 3/4. Η πρωτότυπη μελωδία μπορεί να μείνει και στο δικό σας μυαλό και να σας κάνει να σηκώσετε αναπτήρες ψηλά στον αέρα! Εντάξει, μπορεί να αισθανθείτε καθώς διαβάζετε ότι υπερβάλλω, αλλά αν ακούσετε ιδίοις σώμασι το άλμπουμ θα ικανοποιηθείτε, ακόμα και αν περιμένατε κάτι πιο βαρύ. Ας δούμε τώρα και μερικούς στίχους από το αρκετά πιασάρικο ρεφραίν: “Suddenly I can see through the darkness outside//With spirals around me of colours that I can’t describe//Now this new dawn surrounds me//Assures me if just for a while…” Το κιθαριστικό σόλο πριν το κλείσιμο του κομματιού έχει φτιαχτεί και έχει παιχτεί με πολλή μαεστρία και, όπως φαίνεται, μένει και αυτό στο νου του ακροατή.

Το “Let The Light In” ξεκινά με αφηρημένα πνευστά. Κλείνουμε τα μάτια και αμέσως βρίσκομαστε στον κόσμο που θέλει να μας υποβάλλει η μουσική. Αμέσως μετά μπαίνει η κιθάρα και το τύμπανο, που χτυπά σε όλη τη διάρκεια του κομματιού. Ένα αρκετά αργό (προοδευτικά γίνεται πιο γρήγορο), αλλά ενδιαφέρον τραγούδι, με πολλά στοιχεία από Experimental μουσική και Ψυχεδέλεια κλείνει το δίσκο, αλλά όχι τόσο μελωδικά όσο τα προηγούμενα. Πιο πολύ θα έλεγα ότι είναι πειραματισμοί της μπάντας με τους αφηρημένους ήχους των μουσικών οργάνων τους.

a0901593881_5.jpg

Σίγουρα, ως όλον, το άλμπουμ αναπτύσσεται μέσα στον ακροατή. Όσο περισσότερες φορές το ακούει κανείς, τόσο περισσότερο το εκτιμά. Οι Messenger είναι ένα συγκρότημα με πολύ ταλέντο, όρεξη για δουλειά και έμπνευση και αυτό φαίνεται σίγουρα μέσα από το “Illusory Blues”, το οποίο αποτελεί ένα δυνατό ξεκίνημα για τη μπάντα.

Βαθμολογία: 4,7

Opeth – “Watershed” (2008)

του project sol

Metal Review Of The Week #4

Αυτή την εβδομάδα, συνεχίζοντας τις κριτικές για νέες Metal παραγωγές, θα μπορούσα να πω ότι έχω μάθει αρκετά νέες δουλειές, τις οποίες σκοπεύω να παρουσιάσω τις προσεχείς εβδομάδες. Σήμερα όμως η χρονομηχανή μας θα πάει πίσω σχεδόν μία δεκαετία, στο 2008, στους Opeth, ένα συγκρότημα που δημιουργήθηκε το 1989 και έχει στο ενεργητικό του 12 δίσκους. Όταν αποφάσισα να γράψω κριτική για το σουηδικό Progressive Metal συγκρότημα, είχα αρχικά στο μυαλό μου το πιο πρόσφατο άλμπουμ τους, που κυκλοφόρησε το 2016 (Sorceress), όμως ανακαλύπτοντας τη μπάντα, το μάτι μου (ή καλύτερα το αυτί μου) έπεσε στο άλμπουμ Watershed”, μέσω των προτεινόμενων βίντεο στο You Tube. Ο λόγος που δεν επέλεξα το “Sorceress” είναι γιατί ήθελα να εντρυφήσω κατά κάποιο τρόπο στη μπάντα (για την ακρίβεια στα τελευταία δέκα χρόνια τους), ώστε να επιλέξω το άλμπουμ που θα με επηρεάσει περισσότερο. Και το “Watershed, πέρα από το όνομα, με επηρέασε και ως προς τις πρώτες μελωδίες. Από το πρώτο κιόλας κομμάτι άρχισα να ακούω με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Διαβάζοντας διάφορες πληροφορίες ατο διαδίκτυο, ανακαλυψα ότι το άλμπουμ κινείται μεταξύ της Progressive Metal και της Technical Death Metal. Είπα λοιπόν από μέσα μου: “Εδώ είμαστε. Ένα άλμπουμ που δεν ακολουθεί μία σταθερή πορεία στυλιστικά είναι μία ευκαιριά για να γράψω ένα άρθρο καθώς ακούω την αγαπημένη μου μουσική”.

maxresdefault1

Ο δίσκος ανοίγει με ένα κομμάτι το οποίο κατάφερε να εντυπωθεί στο νου μου, τόσο, ώστε να το ακούω συνεχώς στο repeat. Ο λόγος για το “Coil”, όπου από εκεί που δεν το περιμένει κανείς εμφανίζεται και μία όμορφη γυναικεία φωνή, αυτή της Nathalie Lorichs. Στα τρία λεπτά που διαρκεί το τραγούδι, ένιωσα ότι η φωνή του Mikael Åkerfeldt και της Lorichs ταίριαξαν πολύ καλά, αν και ποτέ δεν τραγουδούν μαζί. Μουσικά, το κομμάτι είναι όσο πιο απλό γίνεται (επηρεασμένο και από Folk στοιχεία της χώρας των Opeth), χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα αρνητικό. Πολλές φορές η απλότητα είναι αυτή που καθορίζει το εάν είναι ένα τραγούδι ή ένα άλλο έργο τέχνης όμορφο.

Αυτό το εισαγωγικό κομμάτι είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με αυτό που θα ακολουθήσει. Η διάρκεια του επόμενου τραγουδιού είναι πολύ μεγαλύτερη (περίπου 11 λεπτά) και το βάρος της μουσικής πέφτει αδιαμφισβήτητα στην ηλεκτρική κιθάρα, η οποία με ήχο παραμόρφωσης παρασύρει τον ακροατή. Η μελωδία ενός ιδιαίτερα σκοτεινού πιάνου έρχεται μόνο να προσθέσει στη αίσθηση Doom Metal, που αφήνει ο ρυθμός μέχρι να μπουν τα grows του Åkerfeldt. Η εναλλαγή των ηλεκτρικών σόλο και της σκληρής φωνής κάνει το κομμάτι πολύμορφο από πολλές όψεις. Κι εκεί που νομίζει κανείς ότι τα έχει ακούσει πλέον όλα, τα Folk στοιχεία της ακουστικής κιθάρας προστίθενται και η στρωματοποίηση της μουσικής αυξάνεται σε μεγάλο βαθμό. Τέλος, η τελευταία ρυθμική μελωδία της κιθάρας, που διαρκεί αρκετό χρόνο κλείνει με πολύ δυναμικό τρόπο τη μουσική σύνθεση. Τα φωνητικά ταιριάζουν στο δυναμισμό της μουσικής, το drumming του Martin Axenrot είναι εξαιρετικό και οι στίχοι, από σκοτεινοί έως ποιητικοί. Επέλεξα να παραθέσω μερικούς, ώστε να γίνει κατανοητό το σκότος, με το οποίο περιβάλλεται ο ακροατής: “And again he rides in//Ιt’s September and he covets the gullible//Skeletal wish//Hunter//A thousand lies cast from the throne of secrecy”.

Στο ίδιο Death στυλ συνεχίζεται ο δίσκος, με το “The Lotus Eater”. Αν και εδώ κυριαρχούν τα growls, ο vocalist καταφέρνει να εντάξει και καθαρά φωνητικά. Το κομμάτι αρχίζει με πολύ απαλό τρόπο, με βιολοντσέλο και humming, όπου δεν προμηνύεται αυτό που θα συμβεί. Στη συνέχεια τα στιχουργικά μέρη δομούνται με καθαρά φωνητικά, που ακολουθούνται από growls. Αυτό επιτυγχάνει την εναλλαγή των στυλ φωνής, κάνοντας το τραγούδι ένα μουσικό roller coaster. Κινούμενη μακριά από τη μονοτονία, η μουσική συνέχισε να συντηρεί το ενδιαφέρον μου, με πολλαπλά riffs και σόλο. Το drumming συνεχίζει να είναι εντυπωσιακό και εντός ρυθμού, ενώ υπάρχουν και μελωδίες από τα πλήκτρα του Per Wiberg, που δίνουν στο κομμάτι μία ατμοσφαιρική αίσθηση όπου χρειάζεται. Στο 16ο λεπτό του άλμπουμ, το κομμάτι ηρεμεί και αρχίζει να χτίζεται μία μορφή έντασης, από το απαλό στο δυνατό προοδευτικά. Κύριο ρόλο παίζουν οι κιθάρες, αλλά και τα πλήκτρα, τα οποία παίζουν μία περίπλοκη μουσική. Ο vocalist επιστρέφει και κλείνει το κομμάτι με τους στίχους “Overheard us talking in a smoke of lost hope//The language of a parting so clear and so true//Overheard us talking”, ενώ στο παρασκήνιο ακούγονται διάφορες φωνές.

Το τέταρτο τραγούδι του άλμπουμ (Burden), ανοίγει με πιάνο, που σε δύο σημεία της μελωδίας φαλτσάρει επιτηδευμένα, ακολουθεί ηλεκτρική κιθάρα και αμέσως μπαίνουν τα φωνητικά. Σε σχέση με τα δύο προηγούμενα κομμάτια, αυτό έχει αρκετά λίγους στίχους, αποτελούμενους από τρεις μεγάλες στροφές. Αν τα προηγούμενα τραγούδια ήταν μία γεύση Technical Death Metal, αυτό είναι η επιτομή της Progressive μπαλάντας, με σόλο που κυριολεκτικά καρφώνονται στο μυαλό του ακροατή, με την έννοια ότι γίνονται αμέσως αναγνωρίσιμα. Η τεχνική του παιξίματος της κιθάρας είναι ομολογουμένως εκθαμβωτική, τα πλήκτρα, με ήχο από την παλιά Progressive Rock, καταφέρνουν να σταθούν αντάξια μπροστά στα κιθαριστικά, ενώ οι στίχοι είναι εύληπτοι και επενδεδυμένοι με δεύτερες φωνές που δίνουν βάθος. Εξεπλάγην για άλλη μια φορά ακούγοντας τον ήχο της Folk κιθάρας να κάνει de-tuning και να υποδεικνύει μία μικρή έκπληξη στο τέλος!

Συνεχίζοντας με το “Porcelain Heart”, τα καθαρά φωνητικά δεν στερούνται δυναμισμού, και το doomy αίσθημα κατακλύζει το τραγούδι, τουλάχιστον στην αρχή. Αμέσως μετά τους πρώτους στίχους, ο ρυθμός γίνεται πιο γρήγορος μόνο για να πέσει ξανά σε ταχύτητα, όταν θα ακολουθήσει η δεύτερη στροφή: “I said that I loved (eternal schemes),//I cling to my past (like childish dreams)//I promised to stay (and held my breath)//I went far away”. Μετά από διάφορα μουσικά μέρη, το τραγούδι γίνεται πιο απαλό και επαναλαμβάνονται δύο ακόμα στροφές. Τέλος κυριαρχεί ένα σόλο, το οποίο καλύπτεται με φωνητικά.

Τα δύο τελευταία τραγούδια του άλμπουμ έχουν το καθένα κάτι διαφορετικό να δείξουν. Το “Hessian Peel”, ένα εντεκάλεπτο κομμάτι ξεκινά με μπάσο και κιθάρα και προχωρεί προοδευτικά με μελωδίες ιδιαίτερες και drumming που δίνει καθαρό ρυθμό. Αμέσως μετά το πιάνο παίζει απόκοσμους ήχους, μέχρι να μπει το synthesizer και -ώ του θαύματος- τα growls, που συνοδεύονται από σκληρό ήχο. Το “Hessian Peel” είναι ο συμφυρμός της Death με την Progressive Rock, ένας συνδυασμός που όμοιό του δεν έχω ξαναδεί για όσο διάστημα ασχολούμαι με τη Metal (ας εξαιρεθούν οι Ne Obliviscaris). Τέλος το “Hex Omega”, ένα τραγούδι με λίγους στίχους ξεκινά με διπλό πεντάλ και θυμίζει τον ήχο των Katatonia στα τέσσερα πρώτα λεπτά. Μετά ο ήχος αλλάζει και υπάρχει εναλλαγή, αλλά το τελευταίο κομμάτι κατά τη γνώμη μου δεν έχει να επιδείξει τόση στρωματοποίηση ή μελωδικότητα όση τα προηγούμενα.

Έτσι ο δίσκος στο τέλος αφήνει μία γλυκόπικρη αίσθηση. Αυτό γιατί, έχουμε μεν την κορύφωση στο “Burden” και το χτίσιμο στα πρώτα τρία κομμάτια, αλλά μετά υπάρχει μία κάθοδος, αν εξαιρεθεί μουσικά το “Hessian Peel” Η κάθοδος αυτή βέβαια δεν είναι μεγάλη. Η όλη εικόνα του άλμπουμ είναι πολύ καλή, διότι συμβαίνει να αποτελείται από τραγούδια, τα οποία μπορούν να σταθούν και μόνα τους, χωρίς την υποστήριξη των προηγούμενων. Με αυτόν τον τρόπο, η συλλογή έχει μία αυτοτέλεια ως προς τα συστατικά μέρη της, και, παρότι μου αρέσουν οι concept δίσκοι, το “Watershed” κατάφερε να με κρατήσει σε μουσική εγρήγορση καθόλη τη διάρκειά του.

Βαθμολογία: 4,2

The Ocean – Pelagial (2013)

του project sol

Metal Review Of The Week #3

Αυτή την εβδομάδα συνεχίζουμε την αναφορά μας στις Metal παραγωγές των τελευταίων ετών με ένα συγκρότημα που άλλαξε πολλές φορές στυλ κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στη μουσική σκηνή. Οι “The Ocean Collective”, όπως είναι η ολοκληρωμένη ονομασία τους ξεκίνησαν στα με επιδράσεις από την Post και τη Sludge Metal, αλλά εξελίχθηκαν κοντά στο 2010 σε πιο Progressive στυλ, το οποίο όμως συνδυάζει καθαρά και σκληρά φωνητικά. Το κατεξοχήν άλμπουμ τους με καθαρά φωνητικά είναι το Heliocentric (για το οποίο προκαταβολικά λέω ότι θα μιλήσουμε σε κάποια μελλοντική κριτική), ενώ το Anthropocentric, είναι το άλμπουμ που χρησιμοποιούνται τα σκληρά φωνητικά περισσότερο. Μετά από αυτούς τους δύο δίσκους,η μπάντα κυκλοφόρησε το 2013 το λεγόμενο magnum opus της. Το Pelagial είναι μία δουλειά που έχει δύο μέρη. Ξεκινώντας από το δεύτερο δίσκο, διότι μόνο αυτός ήταν σχεδιασμένος για να κυκλοφορήσει αρχικά, πρέπει να πούμε ότι περιλαμβάνει μόνο ορχηστρικά μέρη. Ο πρώτος δίσκος συμπεριλαμβάνει και φωνητικά πάνω στα ίδια κομμάτια, τα οποία προστέθηκαν αργότερα (ο vocalist αντιμετώπιζε προβλήματα με τη φωνή του εκείνη την περίοδο, όταν ηχογραφήθηκαν τα ορχηστρικά μέρη). Οπότε θα προσπαθήσω να κάνω αντίστιξη των ορχηστρικών του δεύτερου δίσκου με τα κομμάτια του πρώτου, όπου υπάρχουν φωνητικά.

maxresdefault.jpg

Το Pelagial είναι ένα concept album για την κυριολεκτική βύθιση από την επιφάνεια στο βυθό του ωκεανού (για κάθε τραγούδι χρησιμοποιούνται ως τίτλοι οι διάφορες πελαγικές ζώνες), η οποία όμως λειτουργεί και ως μεταφορική καταβύθιση στα μύχια της ψυχής του ανθρώπου. Ως εκ τούτου, καθώς το φως λιγοστεύει, σιγά σιγά βαραίνει και ο ήχος της μουσικής, που ξεκινά από από το το “Epipelagic” με πιάνο, το οποίο παίζει μία χαλαρωτική μελωδία. Η μελωδία αυτή δεν προοικονομεί τίποτα από αυτό που θα ακολουθήσει στο “ταξίδι στα βάθη της θάλασσας”. Αρκετά περίπλοκη και χωρίς συγκεκριμένο μέτρο, κατά τη γνώμη μου απεικονίζει, μαζί με τους ήχους που κυριαρχούν εδώ, τον κυματισμό των νερών. Μπαίνοντας σιγά σιγά στο “Mesopelagic: Into The Uncanny”, εμφανίζεται η κιθάρα με εξίσου χαλαρωτική μουσική, αλλά εδώ προοδευτικά, μαζί με τα drums, το μπάσο και το βιολοντσέλο, η μουσική “σκοτεινιάζει”, καθώς ο ακροατής βυθίζεται. Το ορχηστρικό μέρος γίνεται πιο βαρύ, ρυθμικό και αργότερα πολύπλοκο. Από την άλλη, τα φωνητικά (καθαρά στην αρχή, σκληρά και καθαρά στη συνέχεια) συγχρονίζονται, παράγοντας όμως τη δική τους μελωδία, καθώς ο Loïc Rosseti τραγουδά «The light is fading//Everything dissolves in blue». Εδώ ακριβώς εισάγεται ο ακροατής στην κατάσταση που στοχεύει να τον εμπλέξει η μουσική και οι στίχοι του δίσκου. Το Mesopelagic είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για να ανοίξει το άλμπουμ, με το ρεφραίν να είναι πολύ δυνατό, οι κιθάρες απαλές (με παραμόρφωση όμως στη συνέχεια), η φωνή του Rosseti να προσθέτει με τη δική της μελωδία επιπλέον βάθος στην ήδη βαθειά δομή του κομματιού.

Τα κομμάτια συνδέονται μεταξύ τους σαν μία αδιάσπαστη ενότητα, δηλαδή δεν τελειώνει απλά το ένα και αρχίζει το άλλο, αλλά υπάρχει μία μίξη του προηγούμενου με το επόμενο. Κάπως έτσι περνάμε στο “Bathyalpelagic I: Impasses”. Τόσο το ορχηστρικό, που ομολογουμένως έχει μία πολυπλοκότητα λόγω των συχνών αλλαγών των riffs και του ρυθμού, όσο και το τραγούδι έχουν -το καθένα- μία διαφορετική αίσθηση. Το ορχηστρικό, επικεντρώνεται στο πιάνο αρχικά (δίνεται όμως χώρος σε αυτό και στην έκδοση με φωνητικά), ενώ το τραγούδι στους στίχους, με τα φωνητικά να περιέχουν περισσότερα σκληρά φωνητικά από το “Mesopelagic”. Έτσι, στο ίδιο πνεύμα δηλαδή, κινείται και το “Bathyalpelagic II: The Wish In Dreams”, μόνο που έχει ακόμα περισσότερα σκληρά φωνητικά. Στο τέλος του κομματιού το πιάνο ξανακούγεται, μαζί με πολύ επιτυχημένους ήχους που νιώθει κανείς ότι προέρχονται από την καταβύθιση. Φτάνοντας στο “Bathyalpelagic III: Disequilibrated”, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα πιο heavy, αλλά και ένα από τα πιο πολύπλοκα τραγούδια του Pelagial. Το μέτρο αλλάζει συνεχώς μετά από μία απλή εισαγωγή. Τα παράγματα περιπλέκονται, καθώς στο ορχηστρικό μέρος ο μέσος ακροατής αδυνατεί να κατανοήσει πόσο γρήγορα και με ποιο μοτίβο αλλάζει το μέτρο. Εδώ επιτυγχάνονται και κάποια από τα πιο σκληρά φωνητικά του Rosseti, ο οποίος με τεχνική καταφέρνει να πει με τον κατάλληλο τρόπο τους στίχους που έχουν γραφτεί.

Αλλάζοντας πελαγική ζώνη (οι συναφείς ήχοι συνεχίζονται), μπαίνουμε στα πιο σκοτεινά μέρη του ωκεανού και της ψυχής. Το “Abyssopelagic I: Boundless Vasts” είναι μουσικά μία περίληψη του “Mesopelagic” και του “Bathyalpelagic III”. Στιχουργικά επαναλαμβάνονται προηγούμενα μέρη έως ότου ο Rosseti ξανατραγουδήσει με καθαρή φωνή. Ακολουθεί το “Abyssopelagic II: Signals Of Anxiety”, με μία doomy προσέγγιση, η οποία επιτυγχάνεται από μόλις 2 νότες μέχρι να μπει η καθαρή κιθάρα, η οποία προετοιμάζει τους μυστικιστικούς στίχους, που μόνο σε λογοτεχνικά κείμενα μπορεί να με παραπέμψει (άλλωστε βρισκόμαστε στο Style Rive Gauche!). Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς στίχους από το όμορφα εκτελεσμένο ρεφραίν: «She was standing close to the shore//She watched the waves erode// And she said you’ll understand later».

Μα το ταξίδι δεν τελείωσε ακόμα. Πριν το “Demersal: Cognitive Dissonance” και το “Benthic: The Origin Of Our Wishes” (τα πιο βαριά τραγούδια του άλμπουμ με διαφορά, για τα οποία δεν θα μιλήσω για να μην κάνω ακόμα ένα spoil στην όλη “πλοκή”), προηγείται ένα καθαρά ορχηστρικό μέρος (Hadopelagic I: Omen Of The Deep) σε στυλ Doom Metal και το μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια τραγούδι του άλμπουμ (Hadopelagic II: Let Them Believe). Το δεύτερο αν και μπορεί να σταθεί ως ορχηστρικό, οι στίχοι και η πολύπλοκη μουσική μόνο προσθέτουν άλλο ένα στρώμα ανάλυσης ή καλύτερα ενδιαφέροντος. Το “Hadopelagic II” είναι σίγουρα η πιο μεγαλεπίβολη προσπάθεια των Ocean στο Pelagial. 9:19 είναι η διάρκειά της και εκεί αποδεικνύεται το ταλέντο όλων των μουσικών που συμμετείχαν για να βγει αυτό το υπερπλήρες άλμπουμ. Ακούστε και μόνοι σας, για να το διαπιστώσετε.

Και μιας και μίλησα για στίχους: οι στίχοι του άλμπουμ είναι από καθαροί σε νόημα έως φιλοσοφικοί ή ακόμα και λογοτεχνικοί. Κάθε τραγούδι περιέχει μία επιχειρηματολογία, όπως άλλωστε βλέπουμε σε προηγούμενα άλμπουμ του συγκροτήματος. Μόνο το Heliocentric όμως μπορεί να σταθεί σχεδόν αντάξιο στιχουργικά με το Pelagial. Ελεύθερος και μη στίχος ενώνονται εδώ σε ένα πολύ καλό συνταίριασμα μέσα στην αρχικά ορχηστρική έκδοση των κομματιών ,ώστε να παραχθεί ένας από τους καλύτερους (μουσικά και στιχουργικά) Metal δίσκους μέχρι σήμερα.

Βαθμολογία: 5/5

Katatonia – The Fall Of Hearts (2016)

του project sol

Metal Review Of The Week #2

Πριν από μερικούς μήνες έπεσα πάνω σε ένα μικρό διαμαντάκι της Metal σκηνής των τελευταίων ετών. Κοιτώντας το εξώφυλλο (ένα πουλί να πέφτει από τον ουρανό νεκρό), μου δημιουργήθηκε η ανάγκη να ακούσω το άλμπουμ, το οποίο συζητήθηκε πολύ από τους διαδικτυακούς “μεταλάδες” απανταχού. Ο λόγος για τη νέα δουλειά του πολύ γνωστού συγκροτήματος Alternative και Dark Metal, Katatonia. Παρότι η μπάντα έχει τις ρίζες της στη Doom Metal, η εξέλιξή της πήρε μία άλλη πορεία. Από τα σκληρά φωνητικά του Jonas Renkse στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αργές μελωδίες, η μπάντα εξελίχθηκε σε κάτι εντελώς διαφορετικό, διαμόρφωσε το μοναδικό της ήχο και εισήλθε στα 2010 στη “χρυσή εποχή” της, με επιτυχίες τόσο στο στούντιο (βλ.: Dead End Kings), όσο και στη live σκηνή (βλ.: Sanctitude). Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στους Katatonia είναι η εναλλαγή τόσο των υποειδών της Metal όσο ακόμα και του ίδιου του είδους της. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του live άλμπουμ Sanctitude, όπου το ακουστικό στοιχείο παίζει πολύ σημαντικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ένα τέτοιο λοιπόν συγκρότημα, το οποίο είναι εκτός των καθιερωμένων ειδών και υποειδών, αλλά ταυτόχρονα πατά γερά στον δικό του μοναδικό ήχο, δεν θα μπορούσε να μην απασχολήσει τη νέα στήλη του blog με το νέο δίσκο του (The Fall Of Hearts).

katatonia-the-fall-of-hearts-e1457377213430-599x264

Στα δεκατρία κομμάτια που απαρτίζουν το άλμπουμ, όλα τα μέλη του συγκροτήματος κάνουν χώρο για τη φωνή του Jonas Renkse. Ο λόγος είναι ποιητικός, ιδιαίτερα στα πρώτα τραγούδια, κάποιες φορές μάλιστα ο στίχος είναι πιο ελεύθερος, όπως στο πρώτο (Takeover), στο δεύτερο (Serein) και στο τρίτο τραγούδι (Old Heart Falls), ενώ κάποιες άλλες, όπως για παράδειγμα στο Decima οι ομοιοκαταληξίες είναι χαλαρές. Και μόλις ανέφερα με συντομία τα πρώτα τέσσερα κομμάτια που “συμπάθησα” με το πρώτο άκουσμά μου. Ειδικά το πιο χαλαρό Decima αποδείχθηκε μέσα από την απλότητα του ρυθμού του, τη μουσική του, με την λαμπρά συντεθειμένη εισαγωγή, τους στίχους και την εξαιρετική και συναισθηματικά φορτισμένη φωνή του Renkse, το αγαπημένο μου από όλο το δίσκο. Το κιθαριστικό (με ακουστική κιθάρα) σόλο, με μία μελωδία που μένει στο μυαλό προσθέτει στη μελωδία των φωνητικών. Τα άλλα τρία έχουν να δώσουν από τη στιγμή που ο ακροατής θα αρχίσει να τα ακούει με μεγαλύτερη προσήλωση. Το Takeover έχει ένα εξαιρετικό “eerie” πιανιστικό μέρος ανάμεσα στα καθαρά Metal μέρη, που υποβάλλει τον ακροατή, και δεύτερες φωνές που συμπληρώνουν την ατμόσφαιρα, το Serein έχει ρυθμό και δυναμική, φωνητικά και στίχους τέλεια συγχρονισμένους, ενώ το Old Heart Falls είναι η κατεξοχήν Alternative Metal προσθήκη, με σκοτεινό και ελεύθερο στίχο, αλλά και με ρεφραίν που θα κολλήσει κυριολεκτικά στο μυαλό των ακροατών. Αυτό που θα επισήμαινα όμως είναι ότι στην αρχή του άλμπουμ (καθώς είμαι λάτρης των intros), θα ήθελα να υπήρχε μία εισαγωγή πριν το Takeover, ώστε να ήταν πιο ομαλή η μετάβαση στα φωνητικά.

Το επόμενο κομμάτι είναι επίσης ενδιαφέρον. Το Sanction, που μοιάζει να έχει επιδράσεις από τη Sludge Metal, διατηρώντας όμως τη σκοτεινότητα που χαρακτηρίζει τους Katatonia. Κοντά στο τέλος, το τραγούδι χαλαρώνει (για λίγο όμως), ώστε μετά να επανέλθει το δυναμικό ρεφραίν. Σημαντικό είναι επίσης να πούμε ότι παρόλο που στα πρώτα άλμπουμ ο Renkse συνήθιζε να χρησιμοποιεί growls στη φωνή του, εδώ δεν υπάρχει αυτό, παρότι η μουσική είναι αρκετά συναφής με αυτό το είδος των φωνητικών (τελευταίο growl που άκουσα από εκείνον βρίσκεται στο 2008, στο άλμπουμ του Arjen Anthony Lucassen: 01011001). Μετά το Sanction όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Το πολλά υποσχόμενο άλμπουμ σχηματιζεί μία καμπυλοειδή πτώση και τα επόμενα τραγούδια (Residual, Serac, Last Song Before The Fade) είναι λιγότερο ενδιαφέροντα από τα πρώτα. Όχι διότι η μουσική τους δεν είναι περίπλοκη ή επειδή είναι απλοϊκή, αλλά επειδή (τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά) αποτυγχάνουν να διεγείρουν το απαραίτητο συναίσθημα. Με το Shifts επανέρχεται (ευτυχώς!) το ενδιαφέρον, με ένα ρεφραίν που, όντας πιο χαλαρό από τα υπόλοιπα του άλμπουμ μέχρι αυτό το σημείο, δείχνει την άλλη όψη του συγκροτήματος, μία όψη ενός δευτερεύοντος τόνου. ο οποίος διατηρείται σε κάποιο βαθμό μέχρι το Pale Flag.

Για το Pale Flag (το τελευταίο εξαιρετικό κομμάτι του άλμπουμ), θα μπορούσε κανείς να μιλά για πολλές παραγράφους. Είναι μία κατά φύσιν “βόρεια” μπαλάντα με ακουστική κιθαρα σε όλη τη διάρκειά της, στην οποία προστίθεται το μπάσο, ντέφι και τουμπελέκι, ακριβώς όπως στο Sanctitude, στο οποίο αναφέρθηκα και παραπάνω. Και ναι, η Metal μπορεί να μη συνηθίζει να περιλαμβάνει τα συγκεκριμένα μουσικά όργανα, αλλά στη Folk μουσική, από την οποία έχει επηρεαστεί το Pale Flag, αλλά και όλη η Metal προς βορράν, το τουμπελέκι και το ντέφι ταιριάζουν. Τα φωνητικά του Renkse και οι δεύτερες φωνές είναι όσο “σκοτεινές” χρειάζονται, ώστε να υποστηρίξουν τους εξίσου “σκοτεινούς” στίχους. Κι όμως, δεν υπάρχει τίποτα το εξεζητημένο στο Pale Flag. Οι μελωδίες του είναι απλές και χωρίς πομπώδη τόνο, κι αυτό είναι που κάνει το τραγούδι απολαυστικό για όλα τα κοινά. Το άλμπουμ θα μπορούσε να κλείσει εδώ, αλλά ακολουθούν άλλα δύο τραγούδια (Passer, Wide Awake In Quietus), τα οποία δεν παρουσιάζουν το ενδιαφέρον ενός, Decima ή ενός Pale Flag.

Το συμπέρασμα είναι ότι το The Fall Of Hearts αποτελεί μία συλλογή κομματιών στο ίδιο στυλ που ξεχώρισε τους Katatonia πολλά χρόνια πριν. Ως άλμπουμ, θεωρείται καλύτερο από πολλά προηγούμενά τους και όχι άδικα. Τα περισσότερα τραγούδια (εκτός λίγων εξαιρέσεων) έχουν μία δυναμική και ταυτόχρονα ένα τόνο σκοτεινότητας, που κάνει τον ήχο τους μοναδικό, αλλά με επιφύλαξη θα έλεγα ότι σε κάποια σημεία η βαρύτητα του λιγοστού φωτός μπορεί να κουράσει το μέσο ακροατή. Οι Katatonia όμως καταφέρνουν χωρίς αμφιβολία να δημιουργήσουν ένα άλμπουμ αντάξιο των προσδοκιών που εγώ προσωπικά θα περίμενα από ένα Alternative Metal συγκρότημα.

Βαθμολογία: 3,9/5