The Ocean – Pelagial (2013)

του project sol

Metal Review Of The Week #3

Αυτή την εβδομάδα συνεχίζουμε την αναφορά μας στις Metal παραγωγές των τελευταίων ετών με ένα συγκρότημα που άλλαξε πολλές φορές στυλ κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στη μουσική σκηνή. Οι “The Ocean Collective”, όπως είναι η ολοκληρωμένη ονομασία τους ξεκίνησαν στα με επιδράσεις από την Post και τη Sludge Metal, αλλά εξελίχθηκαν κοντά στο 2010 σε πιο Progressive στυλ, το οποίο όμως συνδυάζει καθαρά και σκληρά φωνητικά. Το κατεξοχήν άλμπουμ τους με καθαρά φωνητικά είναι το Heliocentric (για το οποίο προκαταβολικά λέω ότι θα μιλήσουμε σε κάποια μελλοντική κριτική), ενώ το Anthropocentric, είναι το άλμπουμ που χρησιμοποιούνται τα σκληρά φωνητικά περισσότερο. Μετά από αυτούς τους δύο δίσκους,η μπάντα κυκλοφόρησε το 2013 το λεγόμενο magnum opus της. Το Pelagial είναι μία δουλειά που έχει δύο μέρη. Ξεκινώντας από το δεύτερο δίσκο, διότι μόνο αυτός ήταν σχεδιασμένος για να κυκλοφορήσει αρχικά, πρέπει να πούμε ότι περιλαμβάνει μόνο ορχηστρικά μέρη. Ο πρώτος δίσκος συμπεριλαμβάνει και φωνητικά πάνω στα ίδια κομμάτια, τα οποία προστέθηκαν αργότερα (ο vocalist αντιμετώπιζε προβλήματα με τη φωνή του εκείνη την περίοδο, όταν ηχογραφήθηκαν τα ορχηστρικά μέρη). Οπότε θα προσπαθήσω να κάνω αντίστιξη των ορχηστρικών του δεύτερου δίσκου με τα κομμάτια του πρώτου, όπου υπάρχουν φωνητικά.

maxresdefault.jpg

Το Pelagial είναι ένα concept album για την κυριολεκτική βύθιση από την επιφάνεια στο βυθό του ωκεανού (για κάθε τραγούδι χρησιμοποιούνται ως τίτλοι οι διάφορες πελαγικές ζώνες), η οποία όμως λειτουργεί και ως μεταφορική καταβύθιση στα μύχια της ψυχής του ανθρώπου. Ως εκ τούτου, καθώς το φως λιγοστεύει, σιγά σιγά βαραίνει και ο ήχος της μουσικής, που ξεκινά από από το το “Epipelagic” με πιάνο, το οποίο παίζει μία χαλαρωτική μελωδία. Η μελωδία αυτή δεν προοικονομεί τίποτα από αυτό που θα ακολουθήσει στο “ταξίδι στα βάθη της θάλασσας”. Αρκετά περίπλοκη και χωρίς συγκεκριμένο μέτρο, κατά τη γνώμη μου απεικονίζει, μαζί με τους ήχους που κυριαρχούν εδώ, τον κυματισμό των νερών. Μπαίνοντας σιγά σιγά στο “Mesopelagic: Into The Uncanny”, εμφανίζεται η κιθάρα με εξίσου χαλαρωτική μουσική, αλλά εδώ προοδευτικά, μαζί με τα drums, το μπάσο και το βιολοντσέλο, η μουσική “σκοτεινιάζει”, καθώς ο ακροατής βυθίζεται. Το ορχηστρικό μέρος γίνεται πιο βαρύ, ρυθμικό και αργότερα πολύπλοκο. Από την άλλη, τα φωνητικά (καθαρά στην αρχή, σκληρά και καθαρά στη συνέχεια) συγχρονίζονται, παράγοντας όμως τη δική τους μελωδία, καθώς ο Loïc Rosseti τραγουδά «The light is fading//Everything dissolves in blue». Εδώ ακριβώς εισάγεται ο ακροατής στην κατάσταση που στοχεύει να τον εμπλέξει η μουσική και οι στίχοι του δίσκου. Το Mesopelagic είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για να ανοίξει το άλμπουμ, με το ρεφραίν να είναι πολύ δυνατό, οι κιθάρες απαλές (με παραμόρφωση όμως στη συνέχεια), η φωνή του Rosseti να προσθέτει με τη δική της μελωδία επιπλέον βάθος στην ήδη βαθειά δομή του κομματιού.

Τα κομμάτια συνδέονται μεταξύ τους σαν μία αδιάσπαστη ενότητα, δηλαδή δεν τελειώνει απλά το ένα και αρχίζει το άλλο, αλλά υπάρχει μία μίξη του προηγούμενου με το επόμενο. Κάπως έτσι περνάμε στο “Bathyalpelagic I: Impasses”. Τόσο το ορχηστρικό, που ομολογουμένως έχει μία πολυπλοκότητα λόγω των συχνών αλλαγών των riffs και του ρυθμού, όσο και το τραγούδι έχουν -το καθένα- μία διαφορετική αίσθηση. Το ορχηστρικό, επικεντρώνεται στο πιάνο αρχικά (δίνεται όμως χώρος σε αυτό και στην έκδοση με φωνητικά), ενώ το τραγούδι στους στίχους, με τα φωνητικά να περιέχουν περισσότερα σκληρά φωνητικά από το “Mesopelagic”. Έτσι, στο ίδιο πνεύμα δηλαδή, κινείται και το “Bathyalpelagic II: The Wish In Dreams”, μόνο που έχει ακόμα περισσότερα σκληρά φωνητικά. Στο τέλος του κομματιού το πιάνο ξανακούγεται, μαζί με πολύ επιτυχημένους ήχους που νιώθει κανείς ότι προέρχονται από την καταβύθιση. Φτάνοντας στο “Bathyalpelagic III: Disequilibrated”, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα πιο heavy, αλλά και ένα από τα πιο πολύπλοκα τραγούδια του Pelagial. Το μέτρο αλλάζει συνεχώς μετά από μία απλή εισαγωγή. Τα παράγματα περιπλέκονται, καθώς στο ορχηστρικό μέρος ο μέσος ακροατής αδυνατεί να κατανοήσει πόσο γρήγορα και με ποιο μοτίβο αλλάζει το μέτρο. Εδώ επιτυγχάνονται και κάποια από τα πιο σκληρά φωνητικά του Rosseti, ο οποίος με τεχνική καταφέρνει να πει με τον κατάλληλο τρόπο τους στίχους που έχουν γραφτεί.

Αλλάζοντας πελαγική ζώνη (οι συναφείς ήχοι συνεχίζονται), μπαίνουμε στα πιο σκοτεινά μέρη του ωκεανού και της ψυχής. Το “Abyssopelagic I: Boundless Vasts” είναι μουσικά μία περίληψη του “Mesopelagic” και του “Bathyalpelagic III”. Στιχουργικά επαναλαμβάνονται προηγούμενα μέρη έως ότου ο Rosseti ξανατραγουδήσει με καθαρή φωνή. Ακολουθεί το “Abyssopelagic II: Signals Of Anxiety”, με μία doomy προσέγγιση, η οποία επιτυγχάνεται από μόλις 2 νότες μέχρι να μπει η καθαρή κιθάρα, η οποία προετοιμάζει τους μυστικιστικούς στίχους, που μόνο σε λογοτεχνικά κείμενα μπορεί να με παραπέμψει (άλλωστε βρισκόμαστε στο Style Rive Gauche!). Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς στίχους από το όμορφα εκτελεσμένο ρεφραίν: «She was standing close to the shore//She watched the waves erode// And she said you’ll understand later».

Μα το ταξίδι δεν τελείωσε ακόμα. Πριν το “Demersal: Cognitive Dissonance” και το “Benthic: The Origin Of Our Wishes” (τα πιο βαριά τραγούδια του άλμπουμ με διαφορά, για τα οποία δεν θα μιλήσω για να μην κάνω ακόμα ένα spoil στην όλη “πλοκή”), προηγείται ένα καθαρά ορχηστρικό μέρος (Hadopelagic I: Omen Of The Deep) σε στυλ Doom Metal και το μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια τραγούδι του άλμπουμ (Hadopelagic II: Let Them Believe). Το δεύτερο αν και μπορεί να σταθεί ως ορχηστρικό, οι στίχοι και η πολύπλοκη μουσική μόνο προσθέτουν άλλο ένα στρώμα ανάλυσης ή καλύτερα ενδιαφέροντος. Το “Hadopelagic II” είναι σίγουρα η πιο μεγαλεπίβολη προσπάθεια των Ocean στο Pelagial. 9:19 είναι η διάρκειά της και εκεί αποδεικνύεται το ταλέντο όλων των μουσικών που συμμετείχαν για να βγει αυτό το υπερπλήρες άλμπουμ. Ακούστε και μόνοι σας, για να το διαπιστώσετε.

Και μιας και μίλησα για στίχους: οι στίχοι του άλμπουμ είναι από καθαροί σε νόημα έως φιλοσοφικοί ή ακόμα και λογοτεχνικοί. Κάθε τραγούδι περιέχει μία επιχειρηματολογία, όπως άλλωστε βλέπουμε σε προηγούμενα άλμπουμ του συγκροτήματος. Μόνο το Heliocentric όμως μπορεί να σταθεί σχεδόν αντάξιο στιχουργικά με το Pelagial. Ελεύθερος και μη στίχος ενώνονται εδώ σε ένα πολύ καλό συνταίριασμα μέσα στην αρχικά ορχηστρική έκδοση των κομματιών ,ώστε να παραχθεί ένας από τους καλύτερους (μουσικά και στιχουργικά) Metal δίσκους μέχρι σήμερα.

Βαθμολογία: 5/5

Advertisements

Katatonia – The Fall Of Hearts (2016)

του project sol

Metal Review Of The Week #2

Πριν από μερικούς μήνες έπεσα πάνω σε ένα μικρό διαμαντάκι της Metal σκηνής των τελευταίων ετών. Κοιτώντας το εξώφυλλο (ένα πουλί να πέφτει από τον ουρανό νεκρό), μου δημιουργήθηκε η ανάγκη να ακούσω το άλμπουμ, το οποίο συζητήθηκε πολύ από τους διαδικτυακούς “μεταλάδες” απανταχού. Ο λόγος για τη νέα δουλειά του πολύ γνωστού συγκροτήματος Alternative και Dark Metal, Katatonia. Παρότι η μπάντα έχει τις ρίζες της στη Doom Metal, η εξέλιξή της πήρε μία άλλη πορεία. Από τα σκληρά φωνητικά του Jonas Renkse στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αργές μελωδίες, η μπάντα εξελίχθηκε σε κάτι εντελώς διαφορετικό, διαμόρφωσε το μοναδικό της ήχο και εισήλθε στα 2010 στη “χρυσή εποχή” της, με επιτυχίες τόσο στο στούντιο (βλ.: Dead End Kings), όσο και στη live σκηνή (βλ.: Sanctitude). Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στους Katatonia είναι η εναλλαγή τόσο των υποειδών της Metal όσο ακόμα και του ίδιου του είδους της. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του live άλμπουμ Sanctitude, όπου το ακουστικό στοιχείο παίζει πολύ σημαντικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ένα τέτοιο λοιπόν συγκρότημα, το οποίο είναι εκτός των καθιερωμένων ειδών και υποειδών, αλλά ταυτόχρονα πατά γερά στον δικό του μοναδικό ήχο, δεν θα μπορούσε να μην απασχολήσει τη νέα στήλη του blog με το νέο δίσκο του (The Fall Of Hearts).

katatonia-the-fall-of-hearts-e1457377213430-599x264

Στα δεκατρία κομμάτια που απαρτίζουν το άλμπουμ, όλα τα μέλη του συγκροτήματος κάνουν χώρο για τη φωνή του Jonas Renkse. Ο λόγος είναι ποιητικός, ιδιαίτερα στα πρώτα τραγούδια, κάποιες φορές μάλιστα ο στίχος είναι πιο ελεύθερος, όπως στο πρώτο (Takeover), στο δεύτερο (Serein) και στο τρίτο τραγούδι (Old Heart Falls), ενώ κάποιες άλλες, όπως για παράδειγμα στο Decima οι ομοιοκαταληξίες είναι χαλαρές. Και μόλις ανέφερα με συντομία τα πρώτα τέσσερα κομμάτια που “συμπάθησα” με το πρώτο άκουσμά μου. Ειδικά το πιο χαλαρό Decima αποδείχθηκε μέσα από την απλότητα του ρυθμού του, τη μουσική του, με την λαμπρά συντεθειμένη εισαγωγή, τους στίχους και την εξαιρετική και συναισθηματικά φορτισμένη φωνή του Renkse, το αγαπημένο μου από όλο το δίσκο. Το κιθαριστικό (με ακουστική κιθάρα) σόλο, με μία μελωδία που μένει στο μυαλό προσθέτει στη μελωδία των φωνητικών. Τα άλλα τρία έχουν να δώσουν από τη στιγμή που ο ακροατής θα αρχίσει να τα ακούει με μεγαλύτερη προσήλωση. Το Takeover έχει ένα εξαιρετικό “eerie” πιανιστικό μέρος ανάμεσα στα καθαρά Metal μέρη, που υποβάλλει τον ακροατή, και δεύτερες φωνές που συμπληρώνουν την ατμόσφαιρα, το Serein έχει ρυθμό και δυναμική, φωνητικά και στίχους τέλεια συγχρονισμένους, ενώ το Old Heart Falls είναι η κατεξοχήν Alternative Metal προσθήκη, με σκοτεινό και ελεύθερο στίχο, αλλά και με ρεφραίν που θα κολλήσει κυριολεκτικά στο μυαλό των ακροατών. Αυτό που θα επισήμαινα όμως είναι ότι στην αρχή του άλμπουμ (καθώς είμαι λάτρης των intros), θα ήθελα να υπήρχε μία εισαγωγή πριν το Takeover, ώστε να ήταν πιο ομαλή η μετάβαση στα φωνητικά.

Το επόμενο κομμάτι είναι επίσης ενδιαφέρον. Το Sanction, που μοιάζει να έχει επιδράσεις από τη Sludge Metal, διατηρώντας όμως τη σκοτεινότητα που χαρακτηρίζει τους Katatonia. Κοντά στο τέλος, το τραγούδι χαλαρώνει (για λίγο όμως), ώστε μετά να επανέλθει το δυναμικό ρεφραίν. Σημαντικό είναι επίσης να πούμε ότι παρόλο που στα πρώτα άλμπουμ ο Renkse συνήθιζε να χρησιμοποιεί growls στη φωνή του, εδώ δεν υπάρχει αυτό, παρότι η μουσική είναι αρκετά συναφής με αυτό το είδος των φωνητικών (τελευταίο growl που άκουσα από εκείνον βρίσκεται στο 2008, στο άλμπουμ του Arjen Anthony Lucassen: 01011001). Μετά το Sanction όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Το πολλά υποσχόμενο άλμπουμ σχηματιζεί μία καμπυλοειδή πτώση και τα επόμενα τραγούδια (Residual, Serac, Last Song Before The Fade) είναι λιγότερο ενδιαφέροντα από τα πρώτα. Όχι διότι η μουσική τους δεν είναι περίπλοκη ή επειδή είναι απλοϊκή, αλλά επειδή (τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά) αποτυγχάνουν να διεγείρουν το απαραίτητο συναίσθημα. Με το Shifts επανέρχεται (ευτυχώς!) το ενδιαφέρον, με ένα ρεφραίν που, όντας πιο χαλαρό από τα υπόλοιπα του άλμπουμ μέχρι αυτό το σημείο, δείχνει την άλλη όψη του συγκροτήματος, μία όψη ενός δευτερεύοντος τόνου. ο οποίος διατηρείται σε κάποιο βαθμό μέχρι το Pale Flag.

Για το Pale Flag (το τελευταίο εξαιρετικό κομμάτι του άλμπουμ), θα μπορούσε κανείς να μιλά για πολλές παραγράφους. Είναι μία κατά φύσιν “βόρεια” μπαλάντα με ακουστική κιθαρα σε όλη τη διάρκειά της, στην οποία προστίθεται το μπάσο, ντέφι και τουμπελέκι, ακριβώς όπως στο Sanctitude, στο οποίο αναφέρθηκα και παραπάνω. Και ναι, η Metal μπορεί να μη συνηθίζει να περιλαμβάνει τα συγκεκριμένα μουσικά όργανα, αλλά στη Folk μουσική, από την οποία έχει επηρεαστεί το Pale Flag, αλλά και όλη η Metal προς βορράν, το τουμπελέκι και το ντέφι ταιριάζουν. Τα φωνητικά του Renkse και οι δεύτερες φωνές είναι όσο “σκοτεινές” χρειάζονται, ώστε να υποστηρίξουν τους εξίσου “σκοτεινούς” στίχους. Κι όμως, δεν υπάρχει τίποτα το εξεζητημένο στο Pale Flag. Οι μελωδίες του είναι απλές και χωρίς πομπώδη τόνο, κι αυτό είναι που κάνει το τραγούδι απολαυστικό για όλα τα κοινά. Το άλμπουμ θα μπορούσε να κλείσει εδώ, αλλά ακολουθούν άλλα δύο τραγούδια (Passer, Wide Awake In Quietus), τα οποία δεν παρουσιάζουν το ενδιαφέρον ενός, Decima ή ενός Pale Flag.

Το συμπέρασμα είναι ότι το The Fall Of Hearts αποτελεί μία συλλογή κομματιών στο ίδιο στυλ που ξεχώρισε τους Katatonia πολλά χρόνια πριν. Ως άλμπουμ, θεωρείται καλύτερο από πολλά προηγούμενά τους και όχι άδικα. Τα περισσότερα τραγούδια (εκτός λίγων εξαιρέσεων) έχουν μία δυναμική και ταυτόχρονα ένα τόνο σκοτεινότητας, που κάνει τον ήχο τους μοναδικό, αλλά με επιφύλαξη θα έλεγα ότι σε κάποια σημεία η βαρύτητα του λιγοστού φωτός μπορεί να κουράσει το μέσο ακροατή. Οι Katatonia όμως καταφέρνουν χωρίς αμφιβολία να δημιουργήσουν ένα άλμπουμ αντάξιο των προσδοκιών που εγώ προσωπικά θα περίμενα από ένα Alternative Metal συγκρότημα.

Βαθμολογία: 3,9/5

Ne Obliviscaris – Citadel (2013

του project sol

Metal Review Of The Week Number One

Στην προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε μία καινούρια στήλη στο Style Rive Gauche, που δεν έχει σχέση με τη συνηθισμένη μουσική που ο καθένας μπορεί να ακούσει στο αυτοκίνητό του καθώς πάει στην ανυπόφορα βαρετή δουλειά του, αποφασίσαμε με την ομάδα να αρχίσω να γράφω για νέες μέταλ παραγωγές. Κι όταν λέω νέες εννοώ να έχουν μία παλαιότητα έως δέκα ετών αυστηρά. Το πρόβλημα με τις νέες μέταλ παραγωγές βέβαια είναι ότι λίγες έχουν γίνει γνωστές από νέα συγκροτήματα, και τα περισσότερα sites που ασχολούνται με τη μουσική βιομηχανία τονίζουν παραγωγές τύπου Iron Maiden – “The Book Of Souls” και αφήνουν απ’ έξω τα λιγότερο γνωστά συγκροτήματα. Έτσι, παραγωγές τύπου Bandcamp (google that) δεν γίνονται εύκολα γνωστές και όλοι οι ακροατές που θέλουν να ακούσουν κάτι νέο και ταυτόχρονα κάτι που να προκαλεί διάφορα συναισθήματα βασίζονται στις προτάσεις του YouTube. Σε αυτή τη νέα στήλη που ελπίζω να καθιερωθεί, θα επιχειρήσω να μεταφέρω τις λιγότερο γνωστές, αλλά και καλές κατά τη γνώμη μου μέταλ προτάσεις του YouTube, ώστε να τις μάθουν οι αναγνώστες του blog και να δουν τι τους ταιριάζει ως μουσικό στυλ. Εδώ ακόμα δεν θα βρείτε αυστηρές κριτικές που θα βασίζονται στο εάν το τάδε ή το δείνα συγκρότημα ακολουθεί πιστά το είδος στο οποίο έχει ταχθεί από τότε που δημιουργήθηκε, αλλά θα δίνεται βάση στην εξέλιξη των συγκροτημάτων. Με αυτά και με αυτά προχωρώ στο πρώτο άρθρο της νέας στήλης, το οποίο ελπίζω να σηματοδοτήσει μία νέα μουσική αρχή για τα μέλη του blog. (σΑ. Και εμείς το ελπίζουμε Σάββα!)

Ας μεταφερθούμε τώρα στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Αυστραλία. Εκεί δημιουργήθηκε ένα νέο συγκρότημα το 2003, το οποίο άλλαξε κατά καιρούς τα μέλη του και όταν σταθεροποιήθηκε με έξι μέλη (συμπεριλαμβανομένου και ενός βιολονίστα), άρχισε να δημοσιεύει διάφορα demos με το γενικό όνομα του project να είναι “The Aurora Veil”, το οποίο βγήκε στη δημοσιότητα ανεξάρτητο από δισκογραφικές εταιρείες. Εκεί τα μέλη του συγκροτήματος “Ne Obliviscaris” (μετάφραση από τα Λατινικά: «Μην ξεχνάς») άρχισαν να βρίσκουν τις στυλιστικές τους επιδράσεις. Τέτοιες είναι η Progressive Metal, η Black και η Death, αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να πει με ακρίβεια ποιο είναι το είδος το οποίο εκπροσωπούσαν, καθώς η μουσική τους ακούγεται σαν ένα ενιαίο σύνολο, και αργότερα στην πορεία τους ενσωμάτωσαν τις επιδράσεις της κλασικής μουσικής, του Flamenco ακόμα και τα Folk στοιχεία της βαλκανικής μουσικής, αλλά και της Μοντερνιστικής παράδοσης. Το συγκρότημα είναι δομημένο σε δύο στυλιστικές “κολώνες”. Η μία είναι ο σκληρός ήχος από τα μουσικά όργανα και τη φωνή του ενός vocalist (Xenoyr), και η άλλη είναι η καθαρή φωνή του Tim Charles και ο ήχος του βιολιού του. Το μπάσο και οι κιθάρες ακολουθούν είτε τη μία είτε την άλλη στυλιστική “κολώνα” και αναλόγως με το είδος του κομματιού προσαρμόζονται.

ne-obliviscaris-557d2a1023f70.jpg

Μετά από το πρώτο demo, ακολούθησε ο πρώτος δίσκος το 2012 (Portal Of I), που δημοσιεύτηκε στο Bandcamp. Έχοντας γίνει λίγο-πολύ γνωστοί στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία, η μπάντα αποφάσισε να αρχίσει ένα Kickstarter project, μία ηλεκτρονική δηλαδή προσπάθεια δωρεών από το κοινό τους, που θα τους επέτρεπε να ηχογραφήσουν δεύτερο δίσκο και να κάνουν μία παγκόσμια περιοδεία. Αφού συμπληρώθηκε και ξεπεράστηκε κατά πολύ ο αρχικός στόχος, η μπάντα υπέγραψε συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία και ηχογράφησε το άλμπουμ “Citadel” για το οποίο θα μιλήσω ευθύς αμέσως.

Το “Citadel” είναι η πιο μεγαλεπήβολη προσπάθεια των Ne Obliviscaris, με κομμάτια που ξεπερνούν τα δέκα και δεκαπέντε λεπτά, αποδεικνύοντας ότι το στοιχείο της Progressive δεν υπερκερνάται από τις άλλες επιδράσεις. Αποτελούμενο από τρία μεγάλα μουσικά μέρη (Painters Of The Tempest, Pyrrhic, Devour Me Colossus), το άλμπουμ διαιρείται επίσης σε μέρη και σε σκηνές. Έτσι το πρώτο μέρος του “Painters Of The Tempest” (Wyrmholes) είναι μόνο ορχηστρικό, με κεντρικό στόχο να υποβάλλει τον ακροατή σε μία σκοτεινή ατμόσφαιρα. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση του πιάνου, με τις μοντερνιστικές μελωδίες του βιολιού, που, αν και περίεργες, δίνουν μία μοναδικότητα στο πρώτο ορχηστρικό.

Με την ηλεκτρική κιθάρα και τα drums να μπαίνουν στη συνέχεια (Painters Of The Tempest Part Two: Triptych Lux) ο ήχος σκληραίνει και υπάρχει η προετοιμασία για τη σκληρή φωνή του Xenoyr. Επηρεασμένος από τη Death και τη Black, ο vocalist κυριολεκτικά σπάει το μικρόφωνο με growls υψηλής τεχνικής, έχοντας βελτιωθεί κατά πολύ από το πρώτο demo του 2007. Εκεί μπαίνει το βιολί, παίζοντας μελωδίες πρωτότυπες και η φωνή του Charles αντιπαρατίθεται με εκείνη του Xenoyr. Το κομμάτι αλλάζει πολλές φορές ρυθμό και μελωδίες μέσα στα δεκαέξι λεπτά της συνολικής διάρκειάς του ανάλογα με το ποια σκηνή παίζεται. Υπάρχει ένα γενικό στιχουργικό θέμα, το οποίο εξειδικευέται σε κάθε σκηνή από το Xenoyr που γράφει όλους τους στίχους του άλμπουμ. Το μπάσο είναι πολύπλοκο, ενώ ο Dan Presland (ο drummer της μπάντας) χρησιμοποιεί τη διπλή μπότα με τόσο συγχρονισμένο και περίτεχνο τρόπο, σε σημείο αξιοθαύμαστο, ώστε να μη χάνει τον κεντρικό ρυθμό, ο οποίος αλλάζει από αργή σε γρήγορη ταχύτητα, ενώ αλλάζουν τα μετρικά σχήματά του, στα σημεία που γίνεται εμφανής η αρχή ή το τέλος της κάθε σκηνής. Σε ορισμένα σημεία ο σκληρός ήχος υποχωρεί, δίνοντας τη θέση του σε μεγάλα ορχηστρικά μέρη, σε ήρεμα, αλλά ταυτόχρονα δυναμικά μέρη, με τη φωνή του Charles επίσης βελτιωμένη από το πρώτο demo. Αγαπημένη μου σκηνή αποτελεί το “Curator”, όπου το μπάσο παίζει μία περίπλοκη μελωδία, ενώ τα κενά γεμίζουν οι κιθάρες, τα drums και το βιολί, το οποίο αρχικά συγχρονίζεται, μετά όμως του δίνεται το κεντρικό βάρος, καθώς αλλάζει ο ρυθμός. Η φωνή του Charles αποδεικνύεται αμέσως ανώτερη από πολλών άλλων vocalists της μέταλ καθώς τραγουδά «Our children painters they are», φέρνοντας τον ακροατή ένα βήμα πιο κοντά στην κάθαρση μετά από πολλές εναλλαγές σκοτεινών και ημισκοτεινών ποιητικών στίχων. Για να κλείσει ωραία το πρώτο ολοκληρωμένο κομμάτι, ένα ορχηστρικό () με επιρροές από τη Folk, τη Jazz, τη βαλκανική μουσική και το Flamenco ακολουθεί, με άλλη μία υπέροχη μελωδία.

Το επόμενο μέρος είναι το “Pyrrhic”, όπου δίνεται βάση στα φωνητικά του Xenoyr. Πρόκειται για ένα πολύ δυναμικό κομμάτι, όμως αυτό που θέλω να τονίσω εδώ είναι η τελευταία μελωδία του, που έχει πολλά στοιχεία Post-Rock και Post-Metal. Όμορφη και καθαρή ηλεκτρική κιθάρα ηρεμεί τον ακροατή μετά τον καταιγισμό των σκληρών φωνητικών. Βιολοντσέλο καλύπτει με μία βαθιά μελωδία τα κενά, ο Xenoyr επανέρχεται λέγοντας το σπαρακτικό «Cold-Colder», ενώ το βιολί ακολουθεί και συγχρονίζεται ξανά. Μία πραγματικά εξαιρετική δουλειά.

Για το τέλος άφησα το αγαπημένο και τελευταίο στο άλμπουμ “Devour Me Colossus”. Στιχουργικά αποτελεί κατά τη γνώμη μου το πιο δυνατό του δίσκου. Μουσικά συναγωνίζεται επάξια το “Painters Of The Tempest”. Η διαφορά είναι ότι εδώ οι αλλαγές του ρυθμού είναι περιορισμένες, αλλά κανείς δεν θα μείνει ανικανοποίητος από τους στίχους (αγαπημένοι μου είναι οι εξής: «Scent of the Earth//Touch of the light//Here were colours collide//This black hole ignites//My world in bloom»), που λέγονται και από τον Xenoyr και από τον Charles, του οποίου το συναίσθημα βγαίνει πολύ περισσότερο εδώ παρά στο “Pyrrhic”. Το σόλο του βιολιού συγκινεί ακόμα και τους πιο ασυγκίνητους, δημιουργώντας συναισθήματα και ταξιδεύοντας τον ακροατή στην εκτεταμένη λογοτεχνική μεταφορά της μαύρης τρύπας. Και πάλι υπάρχει αξιοσημείωτος συγχρόνισμος όλων των μουσικών, ενώ τα σόλο της κιθάρας είναι ξανά περίπλοκα και μελωδικά. Αξιέπαινη και η μελωδία του μπάσου κοντά στο τέλος του τραγουδιού, ανταποκρίνεται στο ύψος των (ομολογουμένως) πολύ υψηλών απαιτήσεων. Τέλος το δεύτερο μέρος του κομματιού είναι πολύ μοντερνιστικό, (το βιολί φτάνει στα φυσικά όριά του) θυμίζοντας μου τον Ιάννη Ξενάκη κατά κάποιο τρόπο.

Ne-Obliviscaris-Citadel

Εάν λοιπόν θέλετε ένα άλμπουμ με πολλές εναλλαγές σκληρών και καθαρών φωνητικών, αν σας αρέσει να ακούτε μουσική που ταξιδεύει, που έχει το στοιχείο της κάθαρσης, της συναισθηματικής έντασης, της απόγνωσης αλλά και της ομορφιάς, καθώς και πολύ (μα πολύ) ταλέντο και σκληρή δουλειά, αυτός ο δίσκος είναι για εσάς. Και παρότι δεν ακούω Black Metal, αυτό εδώ αποτελεί μία μεγάλη εξαίρεση. Αυτά τα παιδιά άλλωστε είναι εκτός των υποειδών. Είναι Progressive με την παλιά έννοια του όρου “Προοδευτικός”. Πάνε τη μουσική ένα βήμα πιο πέρα και αξίζει (παρά τα πολύ σκληρά και δύσκολο να τα συνηθίσει κάποιος που δεν τα έχει ξανακούσει φωνητικά του Xenoyr) να τους ακούσετε ακόμα κι αν δεν είστε metalhead.

Βαθμολογία: 4,5/5

 

Vodka Juniors – “Dark Poetry (CD 1)”

του project sol

Παίρνεις έναν (όχι και τόσο) αφοσιωμένο ροκά-μεταλά, χωρίς τον απαραίτητο ρουχισμό και κούρεμα του είδους, που αγαπά τους Floyd και ό,τι Progressive υπάρχει εκεί έξω και του δείχνεις ένα ελληνικό συγκρότημα. Σημειωτέον ότι η σχέση του με την ελληνική μουσική έχει σταματήσει από τότε που τα ελληνικά συγκροτήματα ακολούθησαν το λεγόμενο “έντεχνο” είδος και η λαϊκή μουσική εξαφανίστηκε μέσα στο ευρύ φάσμα της “σκυλοπόπ”. Όπως έλεγα πριν απ’ όλη αυτή τη φλυαρία προτείνεις σε αυτόν τον άνθρωπο (τον υποφαινόμενο) να ακούσει τους Vodka Juniors. Όντας άσχετος λοιπόν, νομίζει ότι πρόκειται για ξένο συγκρότημα (εξ’ ού και η ξενόγλωσση ονομασία), ακούει μερικά κομμάτια με αγγλόφωνο στίχο στο YouTube, και συνεχίζοντας παρακάτω συνειδητοποιεί ότι τα περισσότερα σχόλια είναι στα Ελληνικά. Έτσι αποφασίζει να ψάξει για το συγκρότημα βρίσκοντας τελικά ότι είναι Έλληνες. Συνεπώς, ο προκατειλημμένος εκπλήσσεται και σκέφτεται ότι σίγουρα θα υπάρχουν αφανή ταλαντούχα ελληνικά συγκροτήματα. Αλλά το ερώτημα που παραμένει είναι: ποια η εντύπωση που αφήνει το συγκρότημα στα αυτιά και αν τελικά αξίζει να δώσουμε στην ελληνική μουσική σκηνή μία ακόμα ευκαιρία. Το ξέρω ότι πολλοί θα με μισήσετε για αυτά που ξεστομίζω για την ελληνική μουσική, αλλά δεν πειράζει! Και τώρα στο θέμα μας.

21740190_1833283100020543_747831907593789525_n

φωτογραφία από το Street Mode Festival

Με μία γερή δόση punk, hardcore, αλλά κατά τη γνώμη μου και με κάποια στοιχεία κλασικής ροκ, οι Vodka Juniors έρχονται για να ταράξουν τα νερά της ελληνικής μουσικής σκηνής. Και για όσους δεν το παρατήρησαν η μουσική τους είναι αναμεμειγμένη και με reggae επιδράσεις. Τώρα θα μου πεις, το πάντρεμα είναι περίεργο. Συμφωνώ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο ήχος τους δεν έχει ενδιαφέρον. Κάθε άλλο. Αρχίζοντας, ο νέος ακροατής θα πρέπει να ακούσει το πρώτο τους άλμπουμ “Dark Poetry”, το οποίο ξεκινάει με το κομμάτι “Sailing on”, ένα ορχηστρικό με ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα, με μελωδία πρωτότυπη, που πατάει σε γνωστές νότες της ροκ μουσικής, όπου φαίνεται να έχει αφομοιωθεί η επίδραση της κλασικής ροκ. Αμέσως μετά ακολουθεί το “Whiskey And The Rain”, όπου φαίνονται και οι reggae επιδράσεις, καθώς και το πολύ καλό παίξιμο και η μελωδία της κιθάρας. Αυτό που κάνει εντύπωση είναι οι στίχοι. Χωρίς να εμπίπτουν στην κατηγορία των δυσνόητων στίχων, βγάζουν μία οικειότητα και μία νοσταλγική διάθεση. Αυτό που εντούτοις με ξενίζει είναι η ταχύτητα με την οποία οι στίχοι λέγονται. Η φωνή του τραγουδιστή πατάει σε όχι δύσκολες νότες, δηλαδή δεν θα βρείτε περίεργες μελωδίες, πολλές εναλλαγές ψηλών και χαμηλών και μεγάλη έκταση φωνής, αλλά η φωνή ταιριάζει με το υπόλοιπο σύνολο.

vodka-juniors-live-inexarchiagr

φωτογραφία από το facebook των VJ

 

Σίγουρα προτιμώ τα ορχηστρικά του άλμπουμ, καθώς νιώθω ότι η φωνή θα μπορούσε να πάει ένα βήμα πιο πέρα. Το επόμενο κομμάτι που προτείνω ως ορχηστρικό είναι το “Endless Roads”. Ολόκληρο το άλμπουμ όμως είναι ένα ωραίο παράδειγμα του τι θα μπορούσε να γίνει σε μία παραλία με αναμμένη φωτιά και μουσικούς να κάθονται γύρω της τραγουδώντας και παίζοντας κιθάρα! Οι δεύτερες φωνές στο “Music’s All I Got” είναι πολύ καλές και δίνουν το κλίμα καλοκαιρινής μουσικής, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να παίζει καθώς ο ακροατής χαλαρώνει. Και το στοιχείο αυτό με έκανε να εκτιμήσω το “Dark Poetry”. Άλλα κομμάτια που έχουν ενδιαφέρον είναι το “Endless nights”, το “King Of The Street” με την country αίσθηση που αφήνει σε συνδυασμό με τα reggae φωνητικά, το “I Wonder” και το “Sleep” με το απλό αλλά εύηχο μπάσο του.

Συμπέρασμα: Χωρίς να έχει τίποτα το εξεζητημένο και τραβηγμένο από τα μαλλιά, το “Dark Poetry” (CD 1) καταφέρνει να ταξιδέψει τους ακροατές από το πρώτο κιόλας κομμάτι. Η μουσική του (χωρίς drums) είναι ήρεμη και νοσταλγική, όπως ανέφερα πιο πάνω, καταφέρνοντας με τη απλότητά της να διεγείρει το συναίσθημα και τη φαντασία των ακροατών. Είναι μία ακόμα απόδειξη ότι η μουσική μπορεί να είναι πολυδιάστατη, είτε πολύπλοκη, είτε απλή, και τέλος, να προκαλεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο συγκίνηση. Ένα ακόμα πράγμα που εκτίμησα στο “Dark Poetry” είναι η ικανότητά του να έχει απήχηση σε πολλών ειδών κοινά, χωρίς να χάνει τη δική του μοναδική ταυτότητα. Δεν πρόκειται απλώς για πάντρεμα ειδών, όπως είπα παραπάνω, αλλά για αφομοίωση κουλτούρας και η συνισταμένη της βγαίνει στους Vodka Juniors. Βέβαια, ίσως καθώς ακούγεται να κουράσει με την ομοιότητα που ορισμένα τραγούδια έχουν μεταξύ τους, αλλά αυτό μπορεί να συμβεί σε κάθε συγκρότημα που έχει το δικό του μοναδικό ήχο. Και ναι! Κατα τη γνώμη μου αξίζει να δώσουμε στην ελληνική σκήνη μία ευκαιρία να μας δείξει τις δυνατότητές της. Θα επιστρέψουμε σε επόμενο άρθρο στους Vodka Juniors και θα κάνουμε μία ανασκόπηση του δεύτερου μέρους του άλμπουμ. Συνιστώ να ακούσετε τη μπάντα σε οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας και να γράψετε στα σχόλια τις απόψεις σας!

Βαθμολογία Σάββα: 3,7

Βαθμολογία αρχισυντάκτριας όμως: 5

Χαμένο Βουλεβάρτο (μεταξύ Μαγείας και Απώλειας)

Την Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013 σίγουρα δεν ήταν μια τέλεια μέρα ή, όπως λέει ο αξιαγάπητος αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση άστοχος μέχρι αηδίας Νιόνιος, μέρα όμορφη. Εκείνη την μέρα η πόρτα έκλεισε και η νύχτα κράτησε παραπάνω, σχεδόν μια αιωνιότητα. Ήταν η μέρα που έφυγε ο Lou Reed από την ζωή. Το Style Rive Gauche και πολλοί από τους λίγους αναγνώστες του αγαπούν και τιμούν τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη με κάθε ευκαιρία. Για τον λόγο αυτό, στη σημερινή ανάρτηση, θα δημοσιεύσουμε ένα ακόμα ποίημα του ταλαντούχου Κωνσταντίνου Παπαπέτρου, εμπνευσμένο και αφιερωμένο στον Lou. Ο Παπαπέτρου με ουλιπική διάθεση και γνώση των στίχων του μεγάλου καλλιτέχνη τολμά και συνθέτει ένα στιχουργικό παζλ ανεκτίμητης αξίας για όλους τους οπαδούς των V.U. και της ροκ γενικότερα. Ελπίζω οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, να αναγνωρίσετε τα στιχουργικά ερεθίσματα του ποιητή και να συνοδέψετε την μέρα σας με την κατάλληλη μουσική.

Χαμένο Βουλεβάρτο (μεταξύ Μαγείας και Απώλειας)

I.
Σε αυτό το βρώμικο βουλεβάρτο,
θα αρχίσεις να βλέπεις το φως
– το άσπρο φως που θα σε τυφλώσει.
Όλοι παίρνουν το πρωινό τους νωρίς,
εγώ το προτιμώ βράδυ
και το πρωί πίνω το κρασί μου.
Ένα κορίτσι μου έδειξε πως είναι η ζωή στο δρόμο.
Δεν είχε σπίτι να μείνει
και την άφησα να μπει,
να μου ραγίσει την καρδιά.
Ίσως να ήταν η ίδια μετά από χρόνια.
Χαμένη μέσα στη φαυλότητα της
βαρούσε τους άλλους με λουλούδια
και επιζητούσε να τη βαρέσουν και εκείνοι.
Φαίνεται να είχε βρει την τέλεια φωνή παράνοιας στο κλειδί του Μι.

Ένας άντρας θυσίασε το μάτι του,
μεταμορφώθηκε σε κοράκι
και πέταξε μακριά στα δέντρα.
Μάγε, πάρε με πάνω στα φτερά σου,
μεταμόρφωσέ με σε πουλί και έπειτα σε τίγρη.
Θέλω να τα νιώσω όλα αυτά, όχι κάποια απ’ αυτά.
Είμαι ακόμα ζωντανός κατά βάθος.

Αυτές οι εικόνες σου μέντορά μου,
θα με εμπνέουν για μια ζωή
κατ’ επανάληψη θα τις προβάλω πάνω στο ταβάνι μου,
Εικόνες από τις ζωγραφιές σου,
από τις φωτογραφίες σου,
εικόνες από τις εικόνες σου,
έχουν όλες ένα βαθύτερο νόημα.
Αλλάζω, πάντα αλλάζω
μέχρι και η παλιά μου ζωή είναι αθέατη τώρα πια.

II.
Στέκομαι στη γωνία με μια βαλίτσα στο χέρι.
Θυμάμαι όλοι ρουφούσαμε την κρέμα του αυγού μας,
τόσες κραυγές, τόσος ατμός,
αλλά απόψε αγάπη μου,
μην κολυμπήσεις στον ωκεανό.
Είναι τα αισθήματά του που παφλάζουν την τρικυμία.
Άσε με να ξαμολήσω το καρούλι του λυκόφωτος.

Ήταν εκεί μια κοπέλα
που είχε ζωγραφισμένα λουλούδια στο τζίν της
και χόρευε, χόρευε ακατάπαυστα,
ώσπου ένιωσε ότι δεν μπορούσε να χορέψει άλλο
στο χορό της νέας της ζωής.
Πως νομίζεις ότι αισθάνεται,
τώρα που δεν μπορεί να πάρει τον εαυτό της από το πάτωμα;

Πως νομίζεις ότι αισθάνεται
ένα αγόρι που του είχαν δέσει τα χέρια πισθάγκωνα
που το τροφοδοτούσαν με αίμα στον καφέ του
και γάλα στο gin του;
που του είχαν φορέσει μια μπλέ μάσκα
για να διαπράξει τα εγκλήματά του
για να πνίξει τον πόνο και τις κραυγές του;
Πως νομίζεις ότι αισθάνεται,
τώρα που του έβγαλες τη μπλέ μάσκα και τον κοιτάς κατάματα;

Και πως νομίζεις ότι αισθάνομαι και εγω,
που κάθομαι ακόμα σε εκείνο το café, μόνος
κοντά στο τείχος του Βερολίνου
να ακούω τις κιθάρες να παίζουν το πόσο παραδεισένια ήταν.
ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ!
Αισθάνομαι πως έχω αρχίσει να πέφτω
και όλα τα βήματά μου έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν.
Περπατάω, το προσπαθώ αλήθεια
και παραπαίω, πέφτω κάτω.

Δεν μπορώ να βασιστώ στη Λίζα ότι και να λέει πια.
Την μια ψάχνει για κάποιον ξεχωριστό,
και μου λέει ότι κι αν κάνουμε το κάνει με τον καθένα,
ας μην το παίρνω τοις μετρητοίς.
Κι από την άλλη φοβάται να μην πληγωθεί.
Τι να κάνω, όταν μου λέει μια νύχτα σαν κι αυτή
να της δώσω ένα μεγάλο φιλί
και να μην τη χειρίζομαι σαν να είναι κάποιο εργαλείο.
ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ!
Εγώ θέλω απλά να περάσω μια τέλεια μέρα,
μια τέλεια μέρα μαζί σου
με τα προβλήματα παραμερισμένα στη μοναξιά τους.

Σε έναν κόσμο που δείχνει να τρελαίνεται ώρα με την ώρα,
όλοι οι χορευτές σκύβουν θλιμμένα στο χορό τους.
Σύλβια, αγκάλιασέ με,
δεν μπορώ να διασχίσω τα τόσα κύματα του φόβου μου.
Σύλβια, σφιχταγκάλιασέ με,
ναι, τώρα τη νιώθω
είναι παραδεισένια εδώ, μέσα στην αγκαλιά σου…

Αφιερωμένο στον Lou Reed,
Αρχές Οκτώβρη 2017,
Κωνσταντίνος Παπαπέτρου

lou-reed1

Ayreon – The Theory Of Everything

του project sol

Όταν ακούς τη φράση “heavy metal” τι σου έρχεται στο νου; Οι Iron Maiden ίσως ή οι Judas Priest. Άλλα συγκροτήματα; Black Sabbath ή Led Zeppelin, Rainbow ή οτιδήποτε άλλο “κλασικό”, αυτά είναι μερικά από τα συγκροτήματα που πρωτοέρχονται στο νου μας όταν σκεφτόμαστε τη metal. Κι όμως πολλοί ξεγελάστηκαν και νόμισαν ότι μέχρι εκεί φτάνει η μουσική. Φυσικά, υπάρχουν πολλά ταλαντούχα συγκροτήματα εκεί έξω, τα οποία δραστηριοποιούνται μέχρι σήμερα. Ακόμα, φτασμένοι καλλιτέχνες όπως ο Ολλανδός Arjen Anthony Lucassen (όχι τόσο γνωστός στην Ελλάδα) πειραματίζονται και φέρνουν εις πέρας progressive metal δουλειές, οι οποίες είναι αξιόλογες και αξιέπαινες. Σήμερα επέλεξα να γράψω ένα μικρό άρθρο για ένα concept δίσκο που αγαπήθηκε πολύ από τους κριτικούς σε όλο τον κόσμο και, κατά τη γνώμη μου, δίκαια. Το ξέρω πως δεν προβαίνω σε κριτική πριν τελειώσω το κυρίως κείμενο των (λιγοστών) άρθρων μου. Το “Theory Of Everything” αποτελεί εξαίρεση. Θα προσπαθήσω λοιπόν να δώσω τον παλμό του χωρίς να αποκαλύψω τα σημεία κλειδιά της υπόθεσης αυτής της metal opera, δείχνοντας ποια είναι τα καλύτερα τραγούδια του άλμπουμ κατά τη γνώμη μου, κάποια σημεία της εξέλιξης των χαρακτήρων και μερικά φωνητικά highlights του άλμπουμ, καθώς αποτελείται από πολύ καλούς μουσικούς και vocalists.

457576082ce273122c6fac459c6e8203

 

Ας περάσουμε τώρα σε μία γρήγορη παρουσίαση της πλοκής και των χαρακτήρων-vocalists. Το άλμπουμ διαιρείται σε τέσσερα μεγάλα κομμάτια-φάσεις και πραγματεύεται τη ζωή ενός παιδιού με ειδικές ανάγκες (το πρόβλημά του είναι εγκεφαλικής φύσεως), που όμως έχει μεγάλο ταλέντο στα μαθηματικά. Στο σπίτι δεν μιλά, αλλά όπως πληροφορούμαστε από τον Πατέρα (Father) του, κοιτά για ώρες το νυχτερινό ουρανό ανέκφραστο, στο σχολείο μετά βίας επικοινωνεί με το Δάσκαλό (Teacher) του και γενικά είναι πολύ κλειστός χαρακτήρας. Το παιδί ονομάζεται από τον Arjen “Prodigy”, δηλαδη Ιδιοφυία. Πρόσωπα κλειδιά επίσης είναι η Μητέρα του, που προσπαθεί να φτάσει σε κάποιου είδους επικοινωνία με το γιο της, και οι δύο συμμαθητές του, ο Αντίπαλος (Rival), και το Κορίτσι (Girl). Όπως βλέπουμε ο Arjen αποφεύγει να ονομάσει τους χαρακτήρες και προτιμά να εισάγει στερεότυπα ονόματα χαρακτήρων. Αργότερα στην ιστορία προστίθεται και ο Ψυχίατρος (Psychiatrist) του παιδιού, ο οποίος θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή της, ειδικά στη δεύτερη φάση. Οι φάσεις λοιπόν (Singularity, Symmetry, Entanglement και Unification), χωρίζονται και αυτές σε κομμάτια-τραγούδια, αλλά και ορχηστρικά μέρη, τα οποία δένουν όμορφα με το υπόλοιπο σύνολο. Έτσι οι φάσεις μοιάζουν να είναι ολοκληρωμένα μουσικά κομμάτια που συνδέονται μεταξύ τους μέσω της γενικότερης πλοκής.

Σε όλη τη διάρκεια του δίσκου οι χαρακτήρες αποκαλύπτουν σιγά σιγά τις προθέσεις και το βάθος τους, ο καθένας έχοντας το δικό του προσωπικό ρόλο στην ιστορία της εύρεσης της θεωρίας των πάντων, όπως λέει και ο τίτλος. Ας δούμε τώρα μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του άλμπουμ. Από την πρώτη φάση ξεχωρίζει φυσικά το πρώτο κιόλας τραγούδι (The Blackboard), με το ομολογουμένως χαρακτηριστικό μπάσο και την κιθάρα του. Ο Δάσκαλος και το Κορίτσι στα φωνητικά δίνουν την πρώτη γεύση της ιστορίας. Αμέσως μετά ο χρονός γυρνά 11 χρόνια πίσω (The Theory Of Everything: Part One), όπου και αρχίζει το κυρίως μέρος της πλοκής: ο Πατέρας είναι ερευνητής και ασχολείται με τη λεγόμενη Θεωρία των Πάντων, προσπαθεί δηλαδή να βρει την εξίσωση που θα εξηγήσει ολόκληρο το σύμπαν. Το επόμενο κομμάτι που είναι ορχηστρικό (Patterns) καθηλώνει με την πρωτότυπη μουσική-μοτίβο του, αλλά και με το καταπληκτικό παίξιμο των μουσικών. Το κομμάτι περιλαμβάνει, synths, ηλεκτρική κιθάρα και βιολί όλα ενωμένα με αρμονικό τρόπο ώστε να παίζουν διαδοχικά την ίδια μελωδία. Κατά τα άλλα, από το πρώτο μέρος δε θα μπορούσα να διαλέξω κάποιο κομμάτι ως καλύτερο από κάποιο άλλο, όμως ένα ακόμα ορχηστρικό έχει ξεχωριστή θέση στο μυαλό μου. Πνευστά, βιολί, κιθάρα και μπάσο κάνουν πάλι την εμφάνισή τους στο “Eleventh Dimension” και αμέσως μετά κλείνει το πρώτο μέρος με το “Theory Of Everything Part Two”, όπου οι γονείς μετά την επίσκεψη του Δασκάλου για να μιλήσει στον Πατέρα για τη διάνοια της Ιδιοφυίας (The Gift), αποφασίζουν να συμβουλευτούν έναν ψυχίατρο.

22751989_292106631305123_1059876539_n

Από το δεύτερο μέρος ξεχωρίζει το δεύτερο τραγούδι (Diagnosis), όπου τα φωνητικά του Πατέρα -όπως και σε άλλα σημεία- ξεπερνούν τις προσδοκίες του μέσου ακροατή, ειδικά στο ρεφραίν, το οποίο παίζει ακόμα μέσα στο κεφάλι μου! Άλλα κομμάτια που κατέχουν ιδιαίτερη θέση στο δεύτερο μέρος είναι το “Potential”, όπου αποκαλύπτεται ο Δάσκαλος μπροστά στον ακροατή, αλλά και οι προθέσεις του Κοριτσιού για την Ιδιοφυία. Οι μουσικοί που έχουν συνεργαστεί για να βγει όλη αυτή η δουλειά αποδεικνύουν και πάλι το ταλέντο τους μέχρι το τέλος και αυτού του μέρους, με τα επόμενα τρία κομμάτια (Quantum Chaos, Dark Medicine και Alive!). Ακόμα σε αυτό το μέρος αποκαλύπτεται και ο ρόλος του Πατέρα και του Ψυχιάτρου στην εξέλιξη της ζωής της Ιδιοφυίας, αλλά δεν θα πω περισσότερα για να αποφύγουμε τα λεγόμενα spoils!

Περνώντας στο τρίτο μέρος, όπου η πλοκή εξελίσσεται ραγδαία και για την Ιδιοφυία, αλλά και για την ίδια τη Θεωρία, βρίσκω καθηλωτικό το δεύτερο τραγούδι (Transformation), αλλά και τη Folk απόχρωση που δίνεται στο “Magnetism”. Αλλά δεν θα πω (ξανά) πιο πολλά. Ακούστε το άλμπουμ και θα απαντηθούν όλα τα ερωτήματά σας! Πώς ο Αντίπαλος κάνει αισθητή την παρουσία του, πώς αντιδρά το Κορίτσι και ο Δάσκαλος. Τέλος το “Quid Pro Quo έχει μία μελωδία που συγκινεί ακόμα και τους πιο απαιτητικούς. Καθώς περνάμε στο τέταρτο και τελευταίο μέρος, το πρώτο κιόλας τραγούδι (Mirror Of Dreams), το οποίο προτείνω να ακούσετε πριν από όλα τα άλλα τραγούδια, φέρνει στα αυτιά γνώριμους ήχους από το (τροποποιημένο και προερχόμενο από το ελληνικό) ιρλανδικό μπουζούκι. Το Κορίτσι και η Μητέρα δίνουν δύο εξαιρετικές εκτελέσεις. Δεν λένε απλώς τους στίχους, αλλά κατά τη γνώμη μου βγάζουν και το κατάλληλο συναίσθημα. Η τέταρτη φάση γενικά είναι η αγαπημένη μου, οπότε δεν θα προτείνω διάφορα τραγούδια, διότι μου αρέσουν όλα εξίσου. Μάλιστα το μπάσο που ακούσαμε στο πρώτο τραγούδι του πρώτου μέρους επανέρχεται εδώ (The Lighthouse) δείχνοντας το σχήμα του κύκλου. Και εδώ αρχίζουν τα παράξενα και αξιοπερίεργα της πλοκής! Πραγματικά, θα μπορούσα να αναλύω ώρες επί ωρών το τι συμβαίνει, όμως θα σταματήσω εδώ γιατί οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές. Θα αφήσω στα αυτιά σας και στο μυαλό σας την ευκαιρία να το ανακαλύψετε μόνοι σας!

Και τώρα τα αρνητικά του άλμπουμ. Κι όμως υπάρχουν κι αυτά. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θα βρείτε τραγούδια “hitάκια” εδώ, όμως δεν ξέρω κατά πόσο αυτό σας δυσαρεστεί ή όχι. Αυτό συμβαίνει γιατί τα τραγούδια δεν μπορούν να σταθούν μόνα τους στιχουργικά. Οι στίχοι είναι όσο πιο καθαροί γίνεται, χωρίς ιδιαίτερη ποιητικότητα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι είναι κοινότυποι. Κάθε άλλο. Πρόκειται για μία πρωτότυπη δουλειά, αλλά, στο τέλος δεν θα μείνουν αυτοί στο μυαλό μας, αλλά η ιστορία, η μουσική και κάποιοι σκόρπιοι στίχοι. Κατά τα άλλα, πρόκειται για ένα εξαιρετικό άλμπουμ, το οποίο προτείνω ανεπιφύλακτα να ακούσετε.Δεν θα το μετανιώσετε!

Βαθμολογία: 4,4

Ο μύθος της Αρλέτας

3 Μαρτίου 1945, γεννήθηκε το πιο φιλμ νουάρ κορίτσι της Ελλάδας. Τότε την έλεγαν Αργυρώ-Νικολέτα Τσάπρα και αγαπούσε τη ζωγραφική. Ήσυχη και κλειστή στον εαυτό της, ήθελε να γίνει σκιτσογράφος, γι’αυτό και σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών.

Τραγουδούσε για την παρέα και τη μητέρα της. Πάντα με μια κιθάρα στο χέρι. Έτσι άλλωστε την ανακάλυψε ο Γιώργος Παπαστεφάνου. Καθισμένη σε μια παραλία στην Ύδρα να τραγουδά με την κιθάρα της ανάμεσα σε φίλους. Την πήρε από το χέρι και την πήγε να βγάλει δίσκο. Και τότε η Αργυρώ-Νικολέτα έγινε η Αρλέτα που εμείς αγαπήσαμε. Ο δίσκος Τραγουδά η Αρλέτα κυκλοφόρησε το 1966, αλλά δυστυχώς λόγω εποχής, λογοκρίθηκε και μάλιστα δύο τραγούδια αφαιρέθηκαν τελείως.

Το παράδοξο είναι πως παρόλο που από τα πρώτα της κιόλας βήματα στην δισκογραφία συνεργάστηκε με κορυφαίους Έλληνες συνθέτες όπως ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, εκείνη παρέμεινε ταπεινή και λιγομίλητη. Ό,τι ήθελε να πει το έλεγε μέσα από τα τραγούδια της. Τραγούδια που επέλεγε με μοναδικό γνώμονα αν της ταιριάζουν και όχι αν ήταν πιθανές επιτυχίες.

arleta3

Το 1981 ηχογραφεί τον δίσκο Ένα καπέλο με τραγούδια και τρία χρόνια αργότερα η πορεία της -σιχαινόταν όπως έλεγε την λέξη καριέρα- εκτοξεύεται με τους δύο επόμενους δίσκους της Περίπου και Τσάι Γιασεμιού σε μουσική του καλού της φίλου, Λάκη Παπαδόπουλου. Το όνομά της έχει γίνει πια συνώνυμο των αθηναϊκών μπουάτ.

Εκείνη βέβαια θεωρούσε πως είχε κάνει πολύ καλύτερα πράγματα από τις μπουάτ και το θρυλικό Μια φορά θυμάμαι. Και είχε δίκιο. Το σπουδαιότερο πράγμα που κατάφερε η Αρλέτα είναι να πλέξει ασυνείδητα ένα μύθο γύρω από το όνομά της και μ’αυτό το μύθο να εισβάλει στις καρδιές εκείνων που την αγάπησαν φανατικά. Η Αρλέτα διχασμένη, ανάμεσα στην βελούδινη φωνή της και την ατσάλινη εικόνα που πολλοί έλεγαν ότι έβλεπαν σε εκείνη, κατάφερε να μείνει πιστή στην δική της ταυτότητα, την δική της μουσική και τα δικά της θέλω. Δεν πουλήθηκε ποτέ.

Εγώ την γνώρισα δύο φορές. Την πρώτη φορά στο σχολείο όταν κάποια δασκάλα μας τραγουδούσε την Σερενάτα, πληγωμένη πιθανότατα από κάποιον Παναγιώτη και τη δεύτερη πια κανονικά όταν έμαθα και το όνομα της από τον πατέρα μου. Λάτρευε το Μπαρ το ναυάγιο. Το άκουγε και μου έλεγε «Αυτή είναι η Αρλέτα. Λένε πως είναι ιδιότροπη. Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως είναι σπουδαία καλλιτέχνης.» arleta

Σιγά σιγά απέκτησα και την δική μου άποψη για την Αρλέτα. Εκείνη όμως είχε από καιρό αρχίσει να αντικρίζει την αρχή του τέλους. Το 2008 λίγο πριν βγει σε μια σκηνή στο Βόλο, λιποθύμησε εξαιτίας μιας εγκεφαλικής αιμορραγίας που υπέστη. Οι γιατροί χαρακτήρισαν την κατάστασή της «σοβαρή».

Η Αρλέτα άρχισε να κλείνεται ξανά στον εαυτό της και να απομακρύνεται από τον κόσμο. Πάλεψε και ξεπέρασε τον κίνδυνο, αλλά η περιπέτειά της δεν είχε τελειώσει. Στις αρχές του 2017, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο παράλληλα με έμφραγμα. Πολλοί έλεγαν πως είχε χαθεί. Και λίγο αργότερα έτσι έγινε.

8 Αυγούστου 2017, ακριβώς πριν ένα μήνα, το πιο φιλμ νουάρ κορίτσι της Ελλάδας άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο της Αγίας Όλγας.

Ίσως η ίδια να μην περίμενε τον μαζικό θρήνο του κοινού της, τα τραγούδια της που ανέβαιναν στα social media συνοδευόμενα από θλιμμένες φατσούλες και όλα αυτά τα αντίο από καλλιτέχνες και πολιτικούς. Ίσως να γελούσε με όλη αυτή τη θλίψη. Ίσως απλά να μην είχε συνειδητοποιήσει το μέγεθος του κενού που άφησε πίσω της στην ελληνική μουσική βιομηχανία.

Ξέρω πως η Αρλέτα δεν νοιαζόταν για το πως θα την θυμάται το κοινό της, αρκεί να είναι με μια δόση ευχαρίστησης. Πιστεύω όμως πως θα χαμογελούσε αν ήξερε πως στην κηδεία της όλοι τραγουδούσαν Το τραγούδι της ερήμου και την φαντάζονταν να φεύγει έτσι γλυκά πάνω σε μια Αθήνα-καράβι με την Σερενάτα στην αγκαλιά της και ένα Τσάι Γιασεμιού στο χέρι.

arleta1

Εδώ και ένα μήνα, τα ήσυχα βράδια, αν κοιτάξεις τα αστέρια θα τα δεις να λάμπουν λίγο περισσότερο.