Ο μύθος της Αρλέτας

3 Μαρτίου 1945, γεννήθηκε το πιο φιλμ νουάρ κορίτσι της Ελλάδας. Τότε την έλεγαν Αργυρώ-Νικολέτα Τσάπρα και αγαπούσε τη ζωγραφική. Ήσυχη και κλειστή στον εαυτό της, ήθελε να γίνει σκιτσογράφος, γι’αυτό και σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών.

Τραγουδούσε για την παρέα και τη μητέρα της. Πάντα με μια κιθάρα στο χέρι. Έτσι άλλωστε την ανακάλυψε ο Γιώργος Παπαστεφάνου. Καθισμένη σε μια παραλία στην Ύδρα να τραγουδά με την κιθάρα της ανάμεσα σε φίλους. Την πήρε από το χέρι και την πήγε να βγάλει δίσκο. Και τότε η Αργυρώ-Νικολέτα έγινε η Αρλέτα που εμείς αγαπήσαμε. Ο δίσκος Τραγουδά η Αρλέτα κυκλοφόρησε το 1966, αλλά δυστυχώς λόγω εποχής, λογοκρίθηκε και μάλιστα δύο τραγούδια αφαιρέθηκαν τελείως.

Το παράδοξο είναι πως παρόλο που από τα πρώτα της κιόλας βήματα στην δισκογραφία συνεργάστηκε με κορυφαίους Έλληνες συνθέτες όπως ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, εκείνη παρέμεινε ταπεινή και λιγομίλητη. Ό,τι ήθελε να πει το έλεγε μέσα από τα τραγούδια της. Τραγούδια που επέλεγε με μοναδικό γνώμονα αν της ταιριάζουν και όχι αν ήταν πιθανές επιτυχίες.

arleta3

Το 1981 ηχογραφεί τον δίσκο Ένα καπέλο με τραγούδια και τρία χρόνια αργότερα η πορεία της -σιχαινόταν όπως έλεγε την λέξη καριέρα- εκτοξεύεται με τους δύο επόμενους δίσκους της Περίπου και Τσάι Γιασεμιού σε μουσική του καλού της φίλου, Λάκη Παπαδόπουλου. Το όνομά της έχει γίνει πια συνώνυμο των αθηναϊκών μπουάτ.

Εκείνη βέβαια θεωρούσε πως είχε κάνει πολύ καλύτερα πράγματα από τις μπουάτ και το θρυλικό Μια φορά θυμάμαι. Και είχε δίκιο. Το σπουδαιότερο πράγμα που κατάφερε η Αρλέτα είναι να πλέξει ασυνείδητα ένα μύθο γύρω από το όνομά της και μ’αυτό το μύθο να εισβάλει στις καρδιές εκείνων που την αγάπησαν φανατικά. Η Αρλέτα διχασμένη, ανάμεσα στην βελούδινη φωνή της και την ατσάλινη εικόνα που πολλοί έλεγαν ότι έβλεπαν σε εκείνη, κατάφερε να μείνει πιστή στην δική της ταυτότητα, την δική της μουσική και τα δικά της θέλω. Δεν πουλήθηκε ποτέ.

Εγώ την γνώρισα δύο φορές. Την πρώτη φορά στο σχολείο όταν κάποια δασκάλα μας τραγουδούσε την Σερενάτα, πληγωμένη πιθανότατα από κάποιον Παναγιώτη και τη δεύτερη πια κανονικά όταν έμαθα και το όνομα της από τον πατέρα μου. Λάτρευε το Μπαρ το ναυάγιο. Το άκουγε και μου έλεγε «Αυτή είναι η Αρλέτα. Λένε πως είναι ιδιότροπη. Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως είναι σπουδαία καλλιτέχνης.» arleta

Σιγά σιγά απέκτησα και την δική μου άποψη για την Αρλέτα. Εκείνη όμως είχε από καιρό αρχίσει να αντικρίζει την αρχή του τέλους. Το 2008 λίγο πριν βγει σε μια σκηνή στο Βόλο, λιποθύμησε εξαιτίας μιας εγκεφαλικής αιμορραγίας που υπέστη. Οι γιατροί χαρακτήρισαν την κατάστασή της «σοβαρή».

Η Αρλέτα άρχισε να κλείνεται ξανά στον εαυτό της και να απομακρύνεται από τον κόσμο. Πάλεψε και ξεπέρασε τον κίνδυνο, αλλά η περιπέτειά της δεν είχε τελειώσει. Στις αρχές του 2017, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο παράλληλα με έμφραγμα. Πολλοί έλεγαν πως είχε χαθεί. Και λίγο αργότερα έτσι έγινε.

8 Αυγούστου 2017, ακριβώς πριν ένα μήνα, το πιο φιλμ νουάρ κορίτσι της Ελλάδας άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο της Αγίας Όλγας.

Ίσως η ίδια να μην περίμενε τον μαζικό θρήνο του κοινού της, τα τραγούδια της που ανέβαιναν στα social media συνοδευόμενα από θλιμμένες φατσούλες και όλα αυτά τα αντίο από καλλιτέχνες και πολιτικούς. Ίσως να γελούσε με όλη αυτή τη θλίψη. Ίσως απλά να μην είχε συνειδητοποιήσει το μέγεθος του κενού που άφησε πίσω της στην ελληνική μουσική βιομηχανία.

Ξέρω πως η Αρλέτα δεν νοιαζόταν για το πως θα την θυμάται το κοινό της, αρκεί να είναι με μια δόση ευχαρίστησης. Πιστεύω όμως πως θα χαμογελούσε αν ήξερε πως στην κηδεία της όλοι τραγουδούσαν Το τραγούδι της ερήμου και την φαντάζονταν να φεύγει έτσι γλυκά πάνω σε μια Αθήνα-καράβι με την Σερενάτα στην αγκαλιά της και ένα Τσάι Γιασεμιού στο χέρι.

arleta1

Εδώ και ένα μήνα, τα ήσυχα βράδια, αν κοιτάξεις τα αστέρια θα τα δεις να λάμπουν λίγο περισσότερο.

Advertisements

We Fell on Black Days: Farewell mr. Boyle

cc_now

Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, ο κόσμος της μουσικής έχει υποστεί αναντικατάστατες απώλειες. Η πιο πρόσφατη είναι ο θάνατος του πενηνταδιάχρονου (52) τραγουδιστή και μουσικού Christopher John Boyle, ή αλλιώς Chris Cornell, την 17η του Μάη 2017, μετά από ένα show του συγκροτήματός του Soundgarden στο Ντιτρόιτ. Τα αίτια θανάτου παραμένουν άγνωστα κατά κύριο λόγο και θα εξερευνηθούν τις ακόλουθες μέρες. Φήμες όμως υποστηρίζουν το σενάριο πιθανής αυτοκτονίας, λόγω της κατάστασης στην οποία βρέθηκε το άψυχο σώμα του μουσικού. Οι φάνς σε όλο τον κόσμο θρηνούν για το χαμό του Cornell και αφήνουν τα συλλυπητήριά τους στα social media.

Ο Chris Cornell, για όσους δεν τον ξέρουν, ήταν τραγουδιστής, κιθαρίστας και ιδρυτικό μέλος του πασίγνωστου grunge συγκροτήματος Soundgarden, ενώ έχει υπάρξει μέλος των Audioslave (με μέλη των πρώην Rage Against The Machine), Temple of the Dog (με μέλη των μελλοντικών -για τότε- και εξίσου πασίγνωστων Pearl Jam) και άλλων μουσικών σχημάτων, ενώ έχει συνεργαστεί με κορυφαίους μουσικούς όπως οι Alice Cooper, Slash και Carlos Santana.

sg-608x450

Ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης, ο Cornell έχει συμμετάσχει σε διάφορα projects στον τομέα της μουσικής, της γαστρονομίας, της μόδας και της υποκριτικής, και έχει ασχοληθεί ενεργά με την φιλανθρωπία, αφού ο ίδιος και η ελληνικής καταγωγής σύζυγός του Βίκη Καραγιάννη, δημιούργησαν το ίδρυμα “Chris and Vicky Cornell Foundation”. Έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως “ένας από τους πατέρες – ιδρυτές της grunge μουσικής”, και έχει κατακτήσει πολυάριθμες διακρίσεις και τίτλους για το ταλέντο του, το έργο του και τη συμβολή του στη ροκ μουσική σκηνή.

Ο Cornell αφήνει πίσω του τα τρία του παιδιά και την σύζυγό του, εκτός από τους εκατομμύρια θαυμαστές του, να θρηνούν για τον χαμό του και να προστατεύουν την μνήμη του και την πολιτιστική κληρονομία του στο χρονοντούλαπο της ιστορίας της μοντέρνας αμερικάνικης μουσικής κατά τον εικοστό και εικοστό πρώτο αιώνα.

Αναπαύσου εν ειρήνη πολυαγαπημένε.
Say Hello 2 Heaven κι από εμάς…

chris12

The Neal Morse Band: The Grand Experiment

του project sol

Το 2015 ήταν σίγουρα μία καλή χρονιά για έναν από τους πιο γνωστούς μουσικούς της progressive rock σκηνής. Η όπως αποκαλείται υπερ-μπάντα του Neal Morse έκανε την εμφάνισή της με ένα δίσκο-πείραμα. Το «Grand Experiment» είναι μία συνεργατική δουλειά μεταξύ πέντε μουσικών που δημιουργήθηκε μέσα στο στούντιο χωρίς προηγούμενη προετοιμασία μουσικής ή demo, για αυτό και αποκαλείται «πείραμα». Πρόκειται για την πρώτη φορά που ο Morse επιχείρησε κάτι τέτοιο μαζί με τους υπόλοιπους μουσικούς. Ανάμεσά τους ο πρώην ντράμερ των Dream Theater, Mike Portnoy και ο frontman των Ajalon, Randy George. Θα περίμενε κανείς πως θα είχαμε στα χέρια μας ένα προχειροφτιαγμένο άλμπουμ αλλά το «Grand Experiment» είναι κάθε άλλο παρά πρόχειρο. Από το εξώφυλλο μέχρι τους στίχους είναι πολύ προσεγμένο. Το εάν το «πείραμα» πέτυχε, θα το διαπιστώσουμε αμέσως.

neal-morse-cover

Το άλμπουμ ξεκινά και ευθύς αμέσως με το τραγούδι «The Call» μπαίνουν τα φωνητικά, που ομολογουμένως είναι εξαιρετικά. Ακολουθούν κιθάρα, αρμόνιο και τα εκπληκτικά ντραμς του Portnoy, που δίνουν ξεχωριστό χαρακτήρα στην πρωτότυπη μουσική. Φυσικά δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι όμορφοι στίχοι του Morse και επιπλέον τα φωνητικά όλων των μελών καθιστούν αυτό το κομμάτι πετυχημένο για να αρχίσει το άλμπουμ. Μετά το ρεφραίν ξεκινούν τα σόλο και έπειτα επαναλαμβάνονται οι πρώτοι στίχοι για να κλείσουν το τραγούδι. Αν τα riffs είναι η ουσία της rock τότε αυτό το κομμάτι καταφέρνει με ευκολία να συναρπάσει τους θαυμαστές της.

Περνάω στο δεύτερο τραγούδι, ομώνυμο του άλμπουμ. Το riff, αν και απλό είναι ιδιαίτερα -ας μου επιτραπεί η λέξη- πιασάρικο, κάτι που φαίνεται και στην εισαγωγή και στο ρεφραίν. Ευθύς εξ’αρχής μπαίνουν οι κιθάρες, τα synths κάνοντας το τραγούδι να μην έχει τίποτα να ζηλέψει από την προγενέστερη κλασσική rock μουσική, αλλά και την progressive rock. Ρυθμικό και με εύκολους στην απομνημόνευση στίχους, είναι αυτό που θα λέγαμε το hit του δίσκου, χωρίς αυτό να είναι αρνητικό τόσο για το τραγούδι όσο και για το δίσκο γενικότερα. Ειδικά το ρεφραίν θα κολλήσει στο μυαλό των fans (συμπεριλαμβανομένου και εμού), που θα το παίζουν σε repeat συνέχεια!

nmb2016

Το επόμενο κομμάτι («Waterfall») είναι η μπαλάντα του δίσκου, με στίχους που προσιδιάζουν (όπως και στο «The Call») στην ιδεολογία του Morse, ο οποίος είναι γνωστό ότι γράφει τραγούδια θεολογικής φύσεως, πράγμα που δε υποτιμά τη μουσική του κατά τη γνώμη μου, αλλά αντίθετα δίνει μία νέα διάσταση στη ροκ της εποχής μας. Μία διάσταση ουσιώδης και για την εξέλιξη της τέχνης, στην περίπτωση αυτή της μουσικής. Στίχοι στρατευμένοι, αλλά όχι με την κακή έννοια. Και εδώ θα προλάβω τον δύσπιστο αναγνώστη και θα του προτείνω να ακούσει ο ίδιος όχι μόνο αυτό το τραγούδι, αλλά ολόκληρο το άλμπουμ.

Παραβλέποντας το «Agenda» για λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω περνάω στο έπος του δίσκου το «Alive Again», το οποίο έχει διάρκεια 26 λεπτών και 47 δευτερολέπτων, πραγματικά ένα από τα μεγαλύτερα τραγούδια που έχω ακούσει. Το κομμάτι αποτελείται από τρία στιχουργικά μέρη, με το καθένα να αποτελεί μία μικρή ιστορία, και συναρμόζοντάς όλες αυτές τις μικρές ιστορίες, κατασκευάζεται το ενιαίο πια τραγούδι. Θα μπορούσε όλη η κριτική να γραφτεί για το «Alive Again» αντί για όλο το δίσκο. Πρόκειται για το αντιπροσωπευτικό κομμάτι του δίσκου, που του δίνει τον πνευματικό χαρακτήρα του. Η μουσική του είναι περίπλοκη από την αρχή μέχρι το τέλος, με συχνές αλλαγές στο ρυθμό και τον τόνο, άρα και στις μελωδίες, άλλες καταιγιστικές, άλλες απαλές, αναλόγως με το στιχουργικό μέρος που αντιστοιχεί σε καθεμιά από αυτές. Τα φωνητικά του Morse και των υπόλοιπων μελών του συγκροτήματος είναι συνταιριασμένα με ομολογουμένος εξαιρετικό τρόπο, χωρίς να καλύπτουν τη μουσική που παίζει στο παρασκήνιο, αλλά βγαίνει και στο προσκήνιο αρκετές φορές υπό τη μορφή πολύπλοκων οργανικών μερών και σόλο. Οι μουσικοί παρόλη τη δυσκολία του συγκεκριμένου τραγουδιού είναι αλάνθαστοι και ευρηματικοί, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο (λόγου χάριν η περίπτωση του Portnoy).

header

Ο λόγος που άφησα για το τέλος το «Agenda» ειναι διότι κατα τη γνώμη μου, στέκεται κατώτερο των περιστάσεων του συγκεκριμένου δίσκου. Τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί δευτερεύον κομμάτι του άλμπουμ, καθώς οι στίχοι δεν συνάδουν με το γενικότερο χαρακτήρα του «Grand Experiment».

Τελικό ερώτημα παραμένει αν το πείραμα πέτυχε. Αν ακούσει κανείς τη limited έκδοση καταλαβαίνει ότι τα κομμάτια έχουν μια εσωτερική σύνδεση και είναι αξιόλογα, οχι μόνο πειραματικά, αλλα και ως τραγούδια και ως σύνολο. Η αίσθηση ενότητας που αφήνει ο δίσκος όχι μονο είναι επιτυχημένη, αλλα δείχνει και την ικανότητα του Morse να γραφει μουσική και στίχους.

Βαθμολογία: 4.1

Ο Αλκίνοος θα είναι πάντα δικός μας

Με αφορμή τις εμφανίσεις του στο Κύτταρο, πλέκουμε το εγκώμιο ενός σύγχρονου ποιητή.

Σάββατο βράδυ, Ηπείρου και Αχαρνών γωνία. Οι περισσότεροι μουσικόφιλοι αναγνωρίζουν εύκολα το σκηνικό. Το Κύτταρο θα έχει πάλι κάποια live μουσική βραδιά.

Σάββατο βράδυ, Ηπείρου και Αχαρνών γωνία. Ο Αλκίνοος στο καθιερωμένο του πλέον στέκι περιμένει τους φίλους του – γιατί τόσα που έχει μοιραστεί μαζί τους μέσα από τα τραγούδια του, φίλοι είναι – να τραγουδήσουν και να σταματήσουν για λίγο το χρόνο. Όπως μόνο εκείνος ξέρει να κάνει. Γιατί ναι, μπορεί να έχει αλλάξει την εμφάνισή του, να έχει κόψει την αλογοουρά με την οποία τον αγαπήσαμε και να έχει αφήσει γένια αλλά είναι ακόμη ο ίδιος. Μπορεί να κοντεύει τα πενήντα αλλά μοιάζει ακόμα έφηβος. Μπορεί να έχει ωριμάσει μουσικά αλλά εκείνες τις ιστορίες που λέει πριν τα τραγούδια του, τις λέει με την ίδια αθωότητα και το ίδιο χιούμορ. Μπορεί να έχουν περάσει χρόνια από τότε που έγραψε το «Δεν μπορώ» ή το «Όνειρο ήτανε» αλλά αν τον ακούσεις να τα ερμηνεύει ζωντανά και κλείσεις τα μάτια σου, θα ορκιστείς πως είσαι εκεί, τότε που αποτύπωνε για πρώτη φορά αυτά που ένιωθε στο χαρτί.

Έτσι ένιωσα και εγώ. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα live και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα είναι η τελευταία. Υποσχέθηκα πως θα τον αφήσω ξανά να με απομονώσει από όλους και όλα και να με μεταφέρει στον δικό του μικρό επίγειο παράδεισο γεμάτο μελωδίες, ταξίδια και όνειρα. Γιατί την στιγμή που κλείνουν οι πόρτες στο Κύτταρο και εκείνος βγαίνει στην σκηνή αυτό συμβαίνει.

alkinoos1

Χωρίς καθυστέρηση και λίγο μετά τις δέκα και μισή ο Αλκίνοος και οι τέσσερις πλέον συνοδοιπόροι του γέμισαν τη σκηνή και μας καλωσόρισαν δύο φορές. Μία με την «Ζήνωνος» και μετά άλλη μία, κανονικά αυτή τη φορά, με τον Αλκίνοο να χαμογελά σαν ντροπαλός έφηβος καθώς μας παρουσίαζε τους υπόλοιπος μουσικούς και μας ζητούσε συγνώμη για την ώρα που χρειάζονται για κούρδισμα. Τόνισε πως όλα τα όργανα -στη σκηνή υπήρχε από κρητική λύρα έως κοντραμπάσο- είναι έγχορδα και πως το κούρδισμα αξίζει τον κόπο. Τον χειροκροτήσαμε όλοι. Φάνηκε να ντρέπεται. Ακολούθησαν γνωστά τραγούδια όπως η «Παράκληση» και ο «Προσκυνητής» αλλά και μικροί διάλογοι με το κοινό. Έπειτα για περίπου δέκα λεπτά η σκηνή άδειασε για να ξεκουραστούμε εμείς όπως είπε ο Αλκίνοος και μετά ήρθε το δεύτερο μέρος. Τώρα το κοινό είχε αφεθεί πολύ περισσότερο από πριν, τραγουδούσε δυνατά και ζητούσε τα δικά του αγαπημένα τραγούδια. Κάποια στιγμή ακούστηκε κάποιος να φωνάζει για την αγορά του Αλ Χαλίλι. Ο Αλκίνοος γύρισε προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή με ένα έντονο βλέμμα και δεν είπε τίποτα. Όλοι ξέσπασαν σε γέλια. Μαζί κι αυτός.

Συνέχισε με άλλες επιτυχίες του, και αν και δύσκολο, θα ξεχωρίσω τις ερμηνείες του στον «Βόσπορο» και την «Πατρίδα». Και στα δύο κομμάτια το ηχητικό αποτέλεσμα όλων των έγχορδων ήταν απλώς μαγικό και οι λέξεις έμοιαζαν να βγαίνουν από την ψυχή του Αλκίνοου και να έρχονται σε εμάς τόσο απλόχερα που πραγματικά σκέφτηκα πως ένας τέτοιος άνθρωπος μόνο καλοσύνη πρέπει να κρύβει μέσα του. Ο Αλκίνοος ευχαρίστησε τους συνεργάτες του, μας χαιρέτησε και χάθηκε. Όσο γρήγορα χάθηκε τόσο γρήγορα επέστρεψε. Μόνος του αυτή τη φορά. Φόρεσε την κιθάρα του και μας χάρισε λίγη ακόμη μαγεία με τραγούδια όπως το «Δεν Μπορώ» και φυσικά το «Στην αγορά του Αλ Χαλίλι». Δεν ξέρω αν ήταν μέσα στο πρόγραμμα ή απλώς το χρωστούσε σε εκείνη τη φωνή. Θα πιστέψω πως απλώς έτσι ένιωσε και το είπε. Έφυγα λίγο πριν τελειώσει. Χαίρομαι που δεν τον είδα να φεύγει μια για πάντα από τη σκηνή. Στο μυαλό μου έμεινε καθισμένος να τραγουδά «θα πληρώσω όσο όσο να μου κάνουν μία μελανιά…»

Η ώρα δύο και ενώ γυρνάω σπίτι προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει με τον Αλκίνοο. Όλοι λένε πόσο απλός και καθημερινός είναι, μα κρύβει μέσα του κάτι πολύ μαγικό για να είναι μονάχα απλός. Δε μπορεί. Θα ΄ναι κάτι παραπάνω. Ίσως η σωστή λέξη για να τον προσδιορίσουμε είναι ταπεινός, όχι απλός. Ο Αλκίνοος ξέρει πως με τη μουσική και τους στίχους του αγγίζει τον κόσμο όσο λίγοι, αλλά φαίνεται να μην νιώθει καθόλου ιδιαίτερος για αυτή την ιδιαίτερη ικανότητά του. Δεν ξέρω αν φταίνε τα παιδικά του χρόνια στην Κύπρο, το μεγάλο ταλέντο του ή ο χαρακτήρας του, ξέρω όμως πως όταν τραγουδάει έτσι ταπεινά, με πάθος και γαλήνη μαζί, με το βλέμμα κατεβασμένο και τη φωνή του ήρεμη, μοιάζει τουλάχιστον όμορφος.

αλκινοος2

Και μετά σε κάθε χειροκρότημα, όταν κοιτάει το κοινό ντροπαλά και χαμογελά σαν παιδί που το αποδέχεται ο κόσμος για πρώτη φορά, τότε ξέρω πως δεν έχει μεγαλώσει καθόλου. Είναι ακόμα νέος και θα παραμείνει για πάντα. Γιατί έχει για οδηγό το ταλέντο και την ελπίδα και αυτά σίγουρα  δεν γερνούν ποτέ.

«Κάτω από ένα τραπέζι,  το θυμάμαι σαν τώρα,
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες
μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ.
Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν,
τι ωραία που πέφτουν….» 
τραγουδά και μας επιτρέπει να μπούμε για λίγο στην καρδιά του, στο σπίτι των συναισθημάτων του , στο εργαστήρι όλων αυτών των ποιημάτων, στους εφιάλτες που κατάφερε να κάνει όνειρα.

Γι΄αυτό σας λέω, ο  Αλκίνοος ότι και αν γίνει, όσα χρόνια και αν περάσουν, όπως και αν έχει τα μαλλιά του, θα είναι πάντα ο Αλκίνοος. Όχι ο Ιωαννίδης. Είναι πολύ δικός μας για να τον λέμε έτσι. Νομίζω πως ούτε και ο ίδιος θα το ήθελε.

Ο Αλκίνοος θα είναι στο Κύτταρο στις 17 & 18 και 24 & 25 Μαρτίου. 

Steven Wilson, “Hand. Cannot. Erase.”

του project sol

Ως καινούριος συντάκτης στο blog, είπα να ξεκινήσω από έναν χαρακτηριστικό δίσκο για τη σύγχρονη ροκ μουσική. Το ζήτημα όμως δεν είναι εάν το “Hand. Cannot. Erase.” αποτελεί αξιόλογο δίσκο, αλλά εάν πρόκειται για ένα φαινόμενο. Μουσικά και στιχουργικά τι νέο φέρνει στην Progressive Rock σκηνή και ποια η συνολική εικόνα που αφήνει στον ακροατή.

17094114_158052698043851_675250155_n.jpg

Το τέταρτο προσωπικό άλμπουμ του Steven Wilson από το γνωστό συγκρότημα Porcupine Tree κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 2015 και ασχολείται με θέματα από τη ζωή μία κατά τα άλλα άγνωστης γυναίκας, της Joyce Carol Vincent, που όμως έγινε γνωστή από την απίστευτη ιστορία της. Παρότι πολύ συμπαθητική, με φίλους και οικογένεια εξαφανίστηκε μυστηριωδώς χωρίς να την αναζητήσει κανένας για τρία ολόκληρα χρόνια, οπότε βρέθηκε νεκρή σε προχωρημένη σήψη στο διαμέρισμά της. Ο άλμπουμ δεν δίνει έμφαση στη μακάβρια έκβαση της ιστορίας, αλλά ασχολείται με την αποξένωση ως γενικότερο φαινόμενο εστιασμένο από την πλευρά της πρωταγωνίστριας γυναίκας. Αυτό που θα πρέπει να πω είναι πως δεν υπάρχει αυτό που θα λέγαμε γραμμική ή συνεχής αφήγηση, αλλά σκόρπιες ιστορίες από τη ζωή και τις αναμνήσεις της Vincent.

Αλλά ας περάσω στο άλμπουμ καθεαυτό. Ο δίσκος ξεκινά με ένα θα έλεγα “intro” που υποβάλλει τον ακροατή σε μία μείξη ηλεκτρονικής “βροχής” και μία ευφυή μελωδία για πιάνο και τον προετοιμάζει για αυτό που θα ακολουθήσει. Το “First Regret” αρχίζει και την καταμέτρηση των “σφαλμάτων” της Vincent, που όπως μαθαίνουμε αργότερα φτάνουν τουλάχιστον στον αριθμό υων εννέα. Κι εδώ ξεκινά ένα Progressive Rock μουσικό ταξίδι με στοιχεία Art Rock και ηλεκτρονικής μουσικής, όλα με όμορφο τρόπο συγχρονισμένα, με φωνητικά από τον Wilson και την ομολογουμένως καταπληκτική φωνή της Ninet Tayeb, με την οποία θα ασχοληθώ παρακάτω.

Περνώντας στο δεύτερο τραγούδι (“Three Years Older”), τα όργανα που ξεχωρίζουν στην αρχή, η ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα, το πιάνο και τα synthesizers είναι ομαδοποιημένα με αρμονικό τρόπο ώστε να μην καλύπτουν τη φωνή του Wilson, που τραγουδώντας το ρεφραίν με άφησε όχι απλά ικανοποιημένο αλλά περίεργο για το τι θα ακολουθήσει. Αμέσως μετά ακολουθεί ένα σόλο πιάνο και επιστροφή στους στίχους “shame on you for getting older every day” ικανοποιώντας και το δύσκολο ακόμα κοινό, στο οποίο -ας μην κρύβομαι- ανήκω κι εγώ. Έπειτα ακολουθεί ένα αρκετά γρήγορο ορχηστρικό, το οποίο αξίζει να ακούσει κανείς πολλές φορές για να αναζητήσει τα ίχνη όλων των οργάνων και να εκτιμήσει την αξία του ως αναπόσπαστο κομμάτι του τραγουδιού.

Το τρίτο κομμάτι, ομότιτλο του άλμπουμ ενδιαφέρει από μουσική άποψη για τον “περιέργο ρυθμό” του, που εγώ δεν δυσκολεύτηκα να καταλάβω καθότι κοντινός με τα 9/8 του ζεϊμπέκικου. Αλλά προσοχή, δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως είναι ένα κλασσικό Progressive κομμάτι με ωραία δομημένους στίχους και σόλο, αρμονικά πλασμένο. Το τέταρτο κομμάτι (“Perfect Life”) αποτελείται από μία απαγγελία και ένα τραγουδιστικό μέρος (“We have got a perfect life”) και μιλάει για την παιδική ηλικία της πρωταγωνίστριας. Αξίζει να το ακούσει κανείς για τη μουσική, που προοδευτικά γίνεται δυνατότερη, αλλά και τους στίχους.

Και περνάω στο καλύτερο κατά τη γνώμη μου κομμάτι του άλμπουμ. Το “Routine” είναι κατασκευασμένο μουσικά και στιχουργικά με έναν τέλειο τρόπο, και εδώ έρχεται η φωνή της Tayeb, που ακούγεται κουρασμένη από τη ρουτίνα της ζωής στο σπίτι, αλλά φαίνεται σαν να μην θέλει να απαλλαγεί από αυτήν (“Routine keeps me in line//Helps me pass the time”). Μουσικά  αποτελεί την κορυφή του άλμπουμ, με πιάνο, ηλεκτρική κιθάρα, σόλο και φωνητικά τέλεια συγχρονισμένα και εναρμονισμένα ώστε να αποτελούν ένα σύνολο ποιοτικής μουσικής προοδευτικά εξελίξιμης από το απλό -αλλά όχι απλοϊκό- στο σύνθετο και πάλι πίσω στην απλή της βάση. Έτσι περνούν γρήγορα τα 9 λεπτά του τραγουδιού, χωρίς μάλιστα να το καταλάβει ο ακροατής.

Το επόμενα δύο τραγούδια (“Home Invasion και Regret #9”) αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο με τους στίχους του πρώτου να καρφώνονται στο μυαλό μου (“Download sex and download God”) αμέσως μετά το δυναμικό ορχηστρικό που προηγείται. Το δεύτερο ως συνέχεια του προηγούμενου θυμίζει ορχηστρικά τραγούδια των Pink Floyd αλλά και των μέταλ ξαδέλφων τους, των Dream Theatre, με όργανα όπως τα synthesizers. Ακολουθεί το “Transience”, το μικρότερο τραγούδι του δίσκου, ένα απλό αλλά όμορφο τραγούδι που κρατάει μόλις 2:48 λεπτά, μόνο με ακουστική κιθάρα κι όμως δεν παύει να αναδεικνύει το ταλέντο του Wilson.

Και περνάω στο δεύτερο κατά τη γνώμη μου καλύτερο κομμάτι μετά το “Routine”, που ονομάζεται “Ancestral”, το οποίο αρχίζει αρκετά αναπάντεχα με ηλεκτρονικά drums και φλάουτο, και αμέσως μετά προστίθενται βιολιά και μπάσο ακριβώς στο σημείο που προηγείται της κορύφωσης, με το καλύτερο σόλο του δίσκου. Η φωνή της Tayeb  επιστρέφει σε αυτό το κομμάτι και κάνει αισθητή την παρουσία της, παρότι τραγουδά λίγους στίχους. Το τραγούδι συνεχίζει για άλλα οκτώ λεπτά μετά τους στίχους με ένα ορχηστρικό που προοδευτικά επιταχύνει μέχρι το τέλος.

Τα τελευταία δύο κομμάτια (“Happy Returns” και “Ascendant Here On…”) κλείνουν το άλμπουμ με ήρεμο τρόπο και για άλλη μία φορά αναδεικνύουν το ταλέντο του Wilson και στα κλασσικά ροκ τραγούδια. Το τέλος σημαδεύεται από το ορχηστρικό μέρος του “ Ascendant Here On…”.

17035269_158052604710527_549512790_n

To ερώτημα που παραμένει μετά από όλο αυτό το κείμενο είναι εάν το Hand. Cannot. Erase. είναι δίσκος φαινόμενο. Οι επίσημες κριτικές δίνουν σκορ 89 στα 100, το οποίο μετακριτικά σημαίνει ολική αναγνώριση και καταξίωση. Οι κριτικοί ανά τον κόσμο το εγκωμίασαν και του έδωσαν πολύ υψηλά σκορ. Πράγματι η παράγωγή του είναι αψεγάδιαστη, οι μουσικοί αλάνθαστοι και οι φωνές ταιριαστές και χωρίς περιττές προσθήκες. Ίσως το μόνο ελάττωμά του να είναι ότι παρά τον επιτονισμό της γυναικείας οπτικής, βασικός στα φωνητικά παραμένει ο Wilson και η Tayeb παραγκωνίζεται. Παρ’ όλα αυτά τα θετικά υπερκερνούν τόσο πολύ το αρνητικό αυτό στοιχείο (σε αυτό βοηθά και φωνή του Wilson), που θα έλεγα ότι ο χαρακτηρισμός που έλαβε από το γερμανικό περιοδικό “Visions”, “The Wall for the Facebook generation” είναι κάτι παραπάνω από ακριβής, καθώς και μουσικά και στιχουργικά δίνεται η εντύπωση του βάθους και της αποξένωσης που κυριαρχεί στις πόλεις.

Βαθμολογία: 4,7/5

Ένα φθινοπωρινό απόγευμα στην Καλλιθέα με τον Φοίβο Δεληβοριά

Είναι τέλη φθινοπώρου. Ο καιρός σε καλεί να μείνεις μέσα και να μελαγχολήσεις ακούγοντας μουσική. Ίσως το να μελαγχολήσεις να μην είναι αναγκαίο, ειδικά αν έχεις για παρέα κάποιον σαν τον Φοίβο Δεληβοριά. Πέρυσι τέτοια εποχή, ο Φοίβος κυκλοφόρησε το καινούριο του album -την «Καλλιθέα»- ένα album φόρο τιμής στα μέρη που μεγάλωσε και στους ανθρώπους που αγάπησε και μίσησε εκεί. Φέτος ίδια εποχή, εγώ πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα ακούγοντας το album του Φοίβου, σε μια προσπάθεια να επισκεφτώ κι εγώ την Καλλιθέα μέσα από τα δικά του μάτια.

Η αγάπη μου για το Φοίβο είναι μεγάλη. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως φταίνε οι ιστορίες που σκαρφίζεται. Γιατί ναι, τα τραγούδια του δεν είναι απλά τραγούδια, είναι ολόκληρες ιστορίες. Ιστορίες που ίσως μοιάζουν φανταστικές. Ίσως πάλι απλώς να είναι τόσο αληθινές που σε ξεγελάνε για φανταστικές. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τις ιστορίες της Καλλιθέας.

Για να γράψει αυτές τις ιστορίες ο Φοίβος πήγαινε κάθε μέρα, μέχρι να ολοκληρώσει το album, στο πατρικό του, καθόταν εκεί, σκεφτόταν, θυμόταν, αναπολούσε, απελευθερωνόταν και έγραφε. Και μετά ίσως και να έκλαιγε. Ίσως να έκλαιγε που έβλεπε τον παιδικό του κόσμο αλλιώτικο, μικρότερο και πιο σκληρό. Ίσως όλο τον καιρό που έγραφε στην Καλλιθέα, ο Φοίβος να μην συνάντησε ούτε ένα παλιό φιλικό βλέμμα, ούτε ένα παλιό γνώριμο πρόσωπο.Ίσως να θύμωσε με τον εαυτό του και την παιδική του αθωότητα. Ίσως πάλι να την νοστάλγησε. Ό,τι και να συνέβη αυτόν τον ενάμιση χρόνο που ο Φοίβος έγραφε, το αποτέλεσμα ήταν πολύ όμορφο. Ο Φοίβος μας χάρισε 14 ακόμη ιστορίες για να ακούσουμε. 14 ακόμη ιστορίες που φαίνεται να κλείνουν μια για πάντα τις πληγές του Φοίβου από τα μέρη της Καλλιθέας.

delivorias-kallithea-mpleradio

Τα τραγούδια:

  1. Ερημιά Στην Καλλιθέα | Ο Φοίβος μιλάει για το παιδί που μεγάλωσε στα προάστια, δέθηκε με ανθρώπους και τώρα είναι ένας ενήλικας που τραγουδάει και εξακολουθεί να δένεται με ανθρώπους. 
  2. Ο Μπάσταρδος Γιος | Ίσως είναι κάπως ειρωνικό που το πιο ρυθμικό και κεφάτο τραγούδι του δίσκου έχει για ρεφρέν τον στίχο «Πατέρα είσαι νεκρός!» Έτσι είναι όμως ο Φοίβος. Απρόβλεπτος.
  3. Ο Ξένος | Πιστεύω πως αυτό το κομμάτι είναι μια προσπάθεια του Φοίβου να απαντήσει στο ερώτημα που τον βασανίζει. Αν δηλαδή ευθύνεται το παιδικό μυαλό του που εκείνος έβλεπε την Καλλιθέα όμορφη ή αν υπήρξε όντως κάποτε μια όμορφη περιοχή. Και έτσι του γεννιέται και το ερώτημα «ένας φασίστας γεννιέται φασίστας; Ή μήπως όλοι μπορούμε να ξυπνήσουμε μια μέρα με τόσο μίσος στην καρδιά μας;»
  4. Κουνελάκι | Άλλο ένα κεφάτο κομμάτι που ενώνει την παιδική ηλικία με την ενήλικη ζωή. Ο Φοίβος ισχυρίζεται ότι  δεν γίνεται να σκεφτείς το μέλλον με μαύρα χρώματα εφόσον ξέρεις ότι δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ.
  5. Knight Riders | Το προσωπικό μου αγαπημένο. Μιλάει για έναν παιδικό φίλο του Φοίβου, τον Γιώργο Κανάκη και πως ο Φοίβος του χρωστάει τις γνώσεις και την αγάπη του για τον κινηματογράφο και τις περιπέτειες.
  6. Το Περίπτερο | Ένα κομμάτι ενορχηστρωμένο από τον Πακμαν. Ένα κομμάτι για έναν περιπτερά χωρίς περίπτερο. Ένα κομμάτι για την απώλεια και την ζωή.
  7. Άγιοι Πάντες | Η εκκλησία της γειτονιάς του Φοίβου έδωσε το όνομα της σε αυτό το τραγούδι και ο Φοίβος έδωσε σε μας ένα ξεχωριστό κομμάτι με βυζαντινοπρεπή ήχο.
  8. Που Να Είσαι Τώρα Εσύ | Αυτό είναι το τραγούδι που περίμενα σε όλη την διάρκεια του δίσκου. Το τραγούδι για όλες τις παλιές πρώτες αγάπες του Φοίβου στην μικρή του γειτονιά.
  9. Διονύσιος Φοίβος | Αν δεν το ξέρεις αυτό είναι όντως το όνομα του Φοίβου. Βλέπεις τον παππού του τον έλεγαν Διονύση αλλά στους γονείς του άρεσε και το Φοίβος. Ε δεν ήθελε και πολύ.
  10. Κορίτσια Από Άλλα Προάστια | Ο Φοίβος θυμάται την ευχή που είχε κάνει να γνωρίσει κάθε είδος κοριτσιού που υπάρχει και την εφηβική μελέτη του για το πως τα κορίτσια διαφέρουν ανάλογα με την περιοχή που μένουν. 
  11. Γριές Στη Λαϊκή | Ο Φοίβος αναρωτιέται που κρύβονται άραγε οι άνθρωποι της λαϊκής τον υπόλοιπο καιρό. Μήπως ζούνε στα όνειρα μας; Μήπως ζούμε εμείς στα δικά τους;
  12. Η Κική Κάθε Βράδυ Revisited | Εδώ τα λόγια είναι περιττά. Το πρώτο κομμάτι που έγραψε ποτέ ο Φοίβος για την Καλλιθέα. Χρόνια πριν. Αλλά στο ίδιο πιάνο που το ηχογράφησε και τώρα.
  13. Φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών | Ένας ύμνος για το φροντιστήριο ξένων γλωσσών δίπλα στο πατρικό του Φοίβου.
  14. Θα Σε Ξαναδώ | Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κομμάτι είναι αυτό που κλείνει τον δίσκο δεν νομίζω πως είναι τυχαίο. Αυτό το κομμάτι κλείνει μία από τις μεγαλύτερες παρτίδες του Φοίβου με το παρελθόν και του επιτρέπει πλέον να προχωρήσει μπροστά χωρίς φόβο και θλίψη. Ένα κομμάτι για έναν άνθρωπο που μπήκε στη ζωή του Φοίβου, την άγγιξε, την επηρέασε, την άλλαξε και μετά σαν να ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα και είπε να φύγει. Μήνες μετά την κηδεία του Νίκου Ράλλη, ο φίλος του, ο Φοίβος, του χάρισε ένα τελευταίο ταξίδι στην γειτονιά που πρωτομίλησαν. Μήνες μετά την κηδεία του, ο Νίκος Ράλλης πήρε από τον φίλο του, τον Φοίβο, μια πίκρα και την πέταξε μακριά. 

Θα σε ξαναδώ, όπως σε πρωτόδα. Και εσένα και όλα αυτά, που έρχονται για να φύγουνε. Θα σε ξαναδώ, εκεί που πάνε.

0006529160_10

Όταν ο δίσκος τελείωσε, ένιωσα σαν να είχα μοιραστεί ένα μικρό κομμάτι της ζωής του Φοίβου μαζί του. Και τότε είναι που κατάλαβα. Μπορεί να γράφει φανταστικές ιστορίες, αλλά το πιο όμορφο πράγμα στον Φοίβο Δεληβοριά είναι ότι εκείνος είναι η πιο μαγική ιστορία από όλες. Και η πιο αληθινή.

 

 

Meet… The Decemberists!

του Χρήστου Πανόπουλου

Ξέρετε αυτό το είδος μουσικής που λέγεται lit rock; Φυσικά και δεν το ξέρετε, αφού μόλις το επινόησα! Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με μία μπάντα που, όχι μόνο ανήκει σε αυτό το -ομολογουμένως ανύπαρκτο- είδος, αλλά και που δεν θα μπορούσε να περιγραφεί πιο έγκυρα από άλλον όρο. Θα δούμε ποιοι είναι, τι κάνουν και γιατί, ενώ θα ρίξουμε και φως στο μυστήριο τού τι οδήγησε τον υποφαινόμενο να γίνει λεξιπλάστης (ή κάτι τέτοιο). Meet The Decemberists!

3b7ad8b8be39235707f537bf30cd6edd.jpg

Πώς είπατε;
Βέβαια, η λέξη «γνωρίστε» ίσως να μην είναι και η κατάλληλη, μια και οι Αμερικανοί μετρούν ήδη 14 χρόνια δισκογραφίας, κατά τα οποία έχουν διαπρέψει στην Αμερική, ενώ στην Ελλάδα έχουν μείνει μάλλον στην αφάνεια. Καμιά θεωρία κανείς για τους λόγους για τους οποίους μπορεί να ισχύει αυτό; Χμμμ… Οι Decemberists, λοιπόν, μάς έρχονται από το Portland του Oregon. Το Wikipedia τους εντάσσει στην indie folk rock, όμως ένα άκουσμα σε δυο οποιουσδήποτε δίσκους τους αρκεί για να πειστεί κανέις ότι δεν πρόκειται για μια μπάντα που εντάσσεται εύκολα σε κατηγορίες. Άρα, η ανάγκη για έναν όρο που θα μας καλύπτει ήταν επιτακτική για τον γράφοντα. Οι Decemberists αποτελούνται από τον Colin Meloy (στα φωνητικά, την κιθάρα, το -ναι,καλά διαβάσατε- μπουζούκι, και τη φυσαρμόνικα), τον Chris Funk (κιθάρα, μαντολίνο και -ορκίζομαι- ό,τι άλλο θες), την Jenny Conlee (hammond, ακορντεόν, πιάνο, πλήκτρα γενικότερα), τον Nate Query (μπάσο, τσέλο) και τον John Moen (τύμπανα και melodica), ενώ έχουν φιλοξενήσει κατά καιρούς πληθώρα μουσικών σε live και ηχογραφήσεις.

Ο όρος lit rock πού κολλάει όμως;
Θα φτάσουμε και εκεί. Όπως θα έχετε ήδη καταλάβει, μιλάμε για μια μπάντα η οποία αποτελείται από μεγάλα ταλέντα και πολυσχιδείς μουσικούς, πράγμα το οποίο κάνει τη μουσική τους εξίσου πολύπλευρη και πολυδιάστατη. Τα έγχορδα έχουν την τιμητική τους στην πλειοψηφία των τραγουδιών τους, με τη φυσαρμόνικα και το ακορντεόν να τα συνοδεύουν έντονα. Από το ντεμπούτο τους Castaways And Cutouts (2002) μέχρι το τελευταίο τους What a Terrible World, What a Beautiful World (2015), διακρίνεται μια πολυμορφικότητα με διάθεση για πειραματισμούς, η οποία συνυπάρχει με μια σταθερή ομοιομορφία. Ακόμα και αν δεν ήταν η χαρακτηριστική φωνή του Meloy, καταλαβαίνεις ότι είναι Decemberists αυτό που ακούς.

Μας έπρηξες! Πες μας για το lit rock!
Οι Decemberists αντλούν τη θεματολογία τους από ιστορικά γεγονότα, θρύλους, δοξασίες, διάφορα concepts, αλλά και βιώματα του Colin. Παράδειγμα για το τελευταίο αποτελεί το Rise To Me (The King is Dead, 2011), το οποίο έγραψε για τον αυτιστικό γιο του και είναι από τα πιο όμορφα και γλυκά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ από πατέρες για παιδιά, το Grace Cathedral Hill (Castaways And Cutouts, 2002) το οποίο έγραψε για τη γυναίκα του όταν έχασε τον πατέρα της και πολλά άλλα. Όμως οι Decemberists είναι κυρίως γνωστοί για τα δραματουργικά κομμάτια τους που θυμίζουν πολλές φορές καθαρή μυθιστοριογραφία (now we’re getting somewhere), τα οποία κιόλας μεταφέρουν στη σκηνή με εντυπωσιακό τρόπο σε κάθε συναυλία τους. Πράγματι, είναι ξακουστοί για τα live τους στα οποία γίνονται διάφορα happenings και στα οποία μάλιστα το κοινό συμμετέχει ενεργά. Εξαιρετικό παράδειγμα αποτελεί το A Mariner’s Revenge Song (Picaresque, 2005) που αφηγείται την ιστορία ενός ναύτη φαλαινοθηρικού που αναζητά εκδίκηση από τον άντρα που πλήγωσε και οδήγησε την μητέρα του στον θάνατο όταν εκείνος ήταν παιδί. Το κομμάτι είναι έντονα θεατρικό και στις συναυλίες πολύ απλά το απογειώνουν. Σε γενικές γραμμές, όλα τα άλμπουμ τους έχουν ένα concept λίγο ή πολύ, αλλά δύο κερδίζουν τον τίτλο με την αξία τους. Το The Crane Wife (2006) που δανείζεται την ιστορία ενός παλιού ιαπωνικού θρύλου και το The Hazards of Love (2009), το οποίο αποτελεί μια rock opera επί της ουσίας και μάλιστα είναι και, μουσικά, το πιο βαρύ τους άλμπουμ, με τις κιθάρες να είναι από τις λίγες φορές που έχουν μπόλικο ρεύμα. Επιπλέον, η πλειοψηφία των τραγουδιών των Decemberists είναι ιστορίες, κάποιες ευνόητες (Eli The Barrow Boy, A Cautionary Song, Legionnaire’s Lament, The Bagman’s Gambit, Easy come Easy Go κ.α.) και άλλες που αναγκάζουν κόσμο και κοσμάκη να τις αναλύει σε ιντερνετικές συζητήσεις μπας και βγάλει άκρη (Odalisque, Cocoon, On The Bus Mall κ.α.). Με λίγα λόγια, η ακρόαση όχι μόνο των αλμπουμς τους αλλά και των τραγουδιών τους ξεχωριστά, μοιάζει πολύ με τη διαδικασία της ανάγνωσης λογοτεχνίας. Και κάπως έτσι έφτασα στην επινόηση του όρου lit rock…

Μας υποχρέωσες!Πες μας τουλάχιστον τι να ακούσουμε από Decemberists εμείς οι άσχετοι.
Αν ανήκετε σε αυτούς που προτιμούν τα πιο έυπεπτα, σας παραπέμπω στα πιο ραδιοφωνικά τους όπως το We Both Go Down Together (Picaresque), Down in the water (The King Is Dead), Rox In The Box (The King Is Dead), Leslie Ann Levine (Castaways and Cutouts), Sixteen Military Wives (Picaresque), Don’t Carry It All (The King Is Dead) και αναλόγως με το πώς σας φάνηκαν πράττεται αναλόγως. Αν την παίρνετε πιο απαιτητική τη μουσική σας, πηγαίνετε στα πιο αντιπροσωπευτικά τους, όπως Odalisque (Cutaways And Castouts), The Wanting Comes In Waves (The Hazards of Love), A Mariner’s Revenge Song (Picaresque), The Bagman’s Gambit (Picaresque), June Hymn (The King is Dead), Cavalry Captain (What a Terrible World, What a Beautiful World). Αν πάλι είστε του μελωδικού/νοσταλγικού/καταθλιπτικού πάμε στα January Hymn (The King is Dead), Rise To Me (The King is Dead), Eli The Barrow Boy (Picaresque), Till The Water Is All Long Gone (WATWWABW), Grace Cathedral Hill (Castaways and Cutouts), Carolina Low (WATWWABW), Lake Song (WATWWABW), Clementine (Castaways and Cutouts). Προειδοποιώ, όμως, ότι οι Decemberists είναι από τις μπάντες που απαιτούν πολλαπλά ακούσματα και επανακροάσεις για να τους εκτιμήσει κάποιος που δεν τους ξέρει. Μην κάθεστε λοιπόν! Σας τους σύστησα. Τώρα γνωρίστε τους!

Δισκογραφία
Castaways And Cutouts (2002)
Her Majesty (2003)
Picaresque (2005)
The Crane Wife (2006)
The Hazards of Love (2009)
The King is Dead (2011)
What a Terrible World, What a Beautiful World (2015)