Ερωτευμεnoir του Λάμπρου Καντίλα

Έβαλε τα γυαλιά του.

Είχε ανέβει η μυωπία του τελευταία και ήθελε να βλέπει το πρόσωπό της καλύτερα. Να μπορεί να παρατηρεί κάθε λεπτομέρεια της.

Του είχε γίνει εμμονή.

Ήπιε μια γουλιά από το ποτό που κρατούσε, του άρεσε το κάψιμο που του προκαλούσε παρόλο που ήταν κακό για την υγεία του. Δεν τον ένοιαζε, είχε πάρει απόφαση να το κόψει αλλά εκείνη η μέρα που θα συνέβαινε αυτό δεν είχε έρθει ακόμα.

Της χαμογέλασε διστακτικά, εκείνη δεν τον κοίταζε, το βλέμμα της αδιάφορο.

Η στάση της τον ενοχλούσε αλλά δεν τολμούσε να μιλήσει, δεν μπορούσε, αρκούταν στις σκέψεις που έκανε. Την ένιωθε κοντά του αλλά τόσο μακρυά ταυτόχρονα.

Άλλη μια γουλιά.

Ευχόταν να σηκώσει το βλέμμα της και να τον κοιτάξει, “Κοίταξέ με να πάρει” μονολογούσε.

Άπλωσε το χέρι του να τη φτάσει, να νιώσει τον παλμό της από ένα απλό άγγιγμα, να της δείξει ότι είναι εδώ μαζί της και πως τίποτα δεν θα το άλλαζε αυτό.

Ένιωσε την καρδιά του να σπάει, το μόνο πράγμα που άγγιζε το χέρι του ήταν το ποτό του.

Επόμενη γουλιά.

Άλλη μία.

Σήκωσε το βλέμμα της προς το μέρος του, έγειρε το κεφάλι της χωρίς να διασταυρώσει το πρόσωπό της με το δικό του. Ακόμα την κοιτούσε στα μάτια, χωρίς να μπορεί όμως να βρει κάποια ανταπόκριση.

Κατέβασε τη ματιά του.

Τελευταία γουλιά.

Πέταξε το άδειο πλέον φλασκί που κρατούσε και αποφάσισε να φύγει.

Άναψε το τελευταίο του τσιγάρο, έκανε δυο μεγάλες ρουφηξιές και έβαλε μπρος το αμάξι να φύγει από εκεί που ήταν παρκαρισμένος. Αυτό ήταν το μέγιστο που μπορούσε να έχει από εκείνη πλέον, να την πετυχαίνει τυχαία κάπου στο δρόμο και να την κοιτάζει.

Ξεκίνησε με το κεφάλι στραμμένο σε εκείνη μέχρι να τη χάσει από τα μάτια του.

“Πώς καταλήξαμε έτσι…” σκέφτηκε.

“Σ’αγαπώ… και σε μισώ γι’ αυτό”.

14736444_1852700141643638_538361450335305728_n.jpg

Συνέχεια ανάγνωσης

Λίγα λόγια για το τέλος

Κάλε μου φίλε,

σου γράφω για να παρηγορηθώ και εξαιτίας της απόστασης τρέλα θα εξηγηθώ. Ο Πιου συνεχίζει το ρυθμικό πουρπουρητό του χαιδεύοντας το κεφάλι του πάνω μου. Δεν έχει καταλάβει ότι σήμερα θα αλλάξει ο χρόνος. Ήταν άρρωστος τις τελευταίες μέρες και η σημερινή του βελτίωση μας καθησύχασε και τους δυο. Την περισσότερη ώρα τρώει ορεξάτος δίπλα στον Χαρούκι και τις υπόλοιπες ώρες κυνηγάει την αγκαλιά μου. Τι περίεργο βιβλίο και αυτό (Ο Κάφκα στην ακτή), είμαι στη μέση περίπου και με έχει βοηθήσει να καταλάβω τόσα πολλά για εκείνον. Και εμένα. Λες να το σκάσω και να πάω να μείνω σε μια βιβλιοθήκη; Άραγε θα δεχτούν μαζί και τον Πίου; Ξέρεις ο Πίου επικοινωνεί με τους ανθρώπους, όχι με τον τρόπο που επικοινωνεί ο  Νακάτα με τις γάτες, αλλά με έναν πολύ δικό του ξεχωριστό τρόπο. Τώρα το καταλαβαίνω.

Ωραίο ήταν το βιβλιοτάξιδο και φέτος. Πέρασα από πολλές χώρες, γνώρισα πολλούς ανθρώπους, χάρτινους μεν, αλλά κάποιοι από αυτούς ήταν αληθινοί και ορκίζομαι για αυτό. Ταινίες δεν είδα πολλές, μονάχα σε πολλοστή επανάληψη τα άπαντα του Μιγιαζάκι και τα Φτηνά Τσιγάρα. Α και τον Donnie Darko. Δεν θέλω να τον ξεχνάω, είδα και αυτόν. Η τελευταία ταινία που είδα πάντως ήταν η Κόκκινη Χελώνα του Studio Ghibli, αλλά θα μιλήσει η Ειρήνη για αυτή κάποια στιγμή. Θέλω μονάχα να σε παρακαλέσω να την δεις. Ξέρεις δεν έχει λόγια. Ένας ναυαγός σε ένα νησί που είναι άγνωστο αν πράγματι ζει αυτά που συμβαίνουν ή αν ονειρεύεται. Όλο διαδραματίζεται σε μια παραλία. Ξέρεις, πολλές φορές τα κύματα σε αυτή την παραλία παραμένουν ακίνητα και εσύ μπορείς να ανέβεις στην κορυφή τους και να δεις τον κόσμο από ψηλά. Άλλες φορές, το κύμα ξεβράζει πτώματα και άλλες ελπίδες σε καβούκια. Έτσι είναι οι ταινίες του Ghibli. Δεν ξέρεις αν κολυμπάς στο πέλαγος ή στον έναστρο ουρανό. Να την δεις σε παρακαλώ. Από όλα αυτά που γνωρίζεις για μένα θέλω να θυμάσαι και αυτό. Έστω και αργά.

Από μουσική πάλι δεν φέτος. Δηλαδή, άκουσα πολλή μουσική, αλλά είναι άγνωστη σε σένα. Είναι, ήταν δηλαδή, μόνο για μένα. Και ακόμα την ακούω. Έχω κάνει ένα playlist που ξεκινά από την είσοδο της πολυκατοικίας και με φτάνει στα σκαλιά της σχολής. Μερικές φορές περισσεύει χρόνος και τότε ακούω Lou Reed ή Παυλίδη. Τα γνωστά. Άλλες φορές πάλι ακούω ραδιόφονο. Μετράω τα τραγούδια που βάζουν από GNR και Aerosmith. Τώρα τελευταία μετρούσα και τα τραγούδια των Floyd. Old habits die hard που λέει και ο Mick Jagger. Καλύτερη από την μουσική που ακούω τώρα πάντως δεν υπάρχει. Ο Πίου συνεχίζει το γουργουρητό…

Μα, από τότε που λείπεις, παρατήρησα ξανά πως ο γεροχρόνος έφυγε μα κάτι ακόμα εδώ δεν προχωρά. Δεν προχωρά φίλε μου. Και όχι γιατί δεν θέλω, αλλά γιατί πρέπει να σταματήσω. Μην τρομάζεις. Είναι τώρα καιρός που θέλω να στο πω. Να ξηγηθώ, όπως είπα και στην αρχή. Τι επιλογές είχα; Οι στιγμές φεύγουν, οι άνθρωποι επίσης. Κανένας μας δεν μένει ίδιος. Γιατί να μείνω εγώ; Και πιο σημαντικό από όλα, γιατί να μείνει αυτό εδώ το μπλογκ; Όχι, δεν θα το κλείσουμε. Τι είμαστε; Μαγαζί να κατεβάσουμε ρολά; Απλά, να, όταν τούτο εδώ ξεκίνησε πριν ενάμιση χρόνο ήταν μια ανάσα για τρία ζευγάρια χέρια. Και ακόμα είναι, μην με παρεξηγείς. Απλά πλέον δεν είναι η προτεραιότητά μας. Αυτή η λέξη θα με ρημάξει μια μέρα και να μου το θυμηθείς. Αυτή η λέξη θα με χωρίσει από σένα λίγο περισσότερο από όσο μας χωρίζει η απόσταση. Θα τα λέμε, όπως έχουμε συνηθίσει, απλά πιο αραιά. Γιατί καλέ μου φίλε, εν τέλει (και αυτό μου πήρε εικοσιένα χρόνια για να το χωνέψω) δεν έχει σημασία κάθε πότε θα μιλάμε, αλλά το τι θα λέμε. Και δεν θέλω να σε βλέπω και να σου λέω τα νέα της Μαρίας και του Κώστα μονάχα. Θέλω όταν σε βλέπω να σου μιλάω για ταξίδια, για εμπειρίες και γεύσεις πρωτόγνωρες. Αυτή την περίοδο της ζωής μου όμως ό,τι κι αν πω έχει ήδη ειπωθεί. Και θέλω το χώρο μου. Τον χρόνο μου.

Βλέπεις, αδερφέ μου, τι σου αραδιάζω, ακριβέ μου; Μα, εδώ κοντεύω να φλιπάρω, έστω σαν όνειρο αν το πάρω! Και τώρα που μιλάμε για όνειρα, μάλλον ο Πίου βλέπει ένα. Ίσως είναι στην παραλία της Χελώνας ή ίσως κάπου πιο μακρυά, σε μια παραλία που οι γέροι κάνουν σαπ, οι κοπέλες προσπαθούν να πιάσουν άγριες ψαροτραφούσες γάτες και η Παναγία αναστήνεται. Ίσως πάλι να ονειρεύεται τις λιακάδες στο γκαζόν και τα βιβλία που είχε για μαξιλάρι, τον ήχο του ανέμου ανάμεσα στον πλάτανο και τα κύματα που σκάνε κάτω στους βράχους. Μπορεί να ονειρεύεται και σένα, που ξέρεις. Το άδικο είναι πως ποτέ δεν θα το μάθεις.

Ο χρόνος που μετράει σε λίγο δεν θα είναι εδώ, θα τον φάω ή θα με φάει, αυτά είχα να σου πω. Το μοναδικό πράγμα που μου απομένει για να κλείσω αυτό το γράμμα είναι να σου ευχηθώ για το νέο έτος. Και τι να σου ευχηθώ αλήθεια; Δεν νομίζω πως θα αλλάξει κάτι, αυτά μόνο στις ταινίες γίνονται που λέει και ο αγαπημένος Woody Allen. Ο κόσμος θα συνεχίσει να επιπλέει σε βάλτο και εμείς θα συνεχίσουμε να προσποιούμαστε ότι βρισκόμαστε σε κρουαζιέρα στα νησιά της Καραιβικής. Θα σου πω όμως δυο λόγια με όλη μου την καρδιά και ελπίζω να τα ακούς κάθε μέρα και όχι μονάχα τη σημερινή. Ελπίζω να τα κάνεις κομμάτι σου και να τα ψιθυρίζεις (αθώος) στ’όνειρά σου. Διάβαζε λιγότερα βιβλία, δες λιγότερες ταινίες και άκου λιγότερη μουσική. Αν μπορείς, και στο εύχομαι με όλη μου την ύπαρξη, βρες κάτι να σε γεμίζει τόσο πολύ ώστε να μην κάθεσαι μπροστά απ΄την οθόνη για να με διαβάζεις. Γιατί να θυμάσαι, δεν βρίσκεσαι μπροστά, αλλά πίσω της• είσαι δέσμιος της. Βγες έξω και χόρεψε μέσα στο δρόμο, τρέξε μαζί με τον άνεμο, μπες σε ένα αμάξι και πήγαινε σε έναν άγνωστο τόπο να γνωρίσεις έναν ξένο που μονάχα ξένος δεν είναι. Ζήσε. Γιατί πως θα διαβάσεις αύριο Λειβαδίτη αν δεν έχεις νιώσει τα βέλη του έρωτα να σ’ αιματοκυλούν; Πως θα γελάσεις με εκείνο το γλυκόπικρο φθινωπωρινό χαμόγελο (σου) με τις ταινίες του Jean Pierre Jeunet αν δεν έχεις μετρήσει τους οργασμούς δύο ερωτευμένων ένα απόγευμα σε ένα συνοικιακό στενό; Πως θα ταξιδέψεις στο φεγγάρι με τον Sinatra αν φοβάσαι τ’ αστέρια; Πες μου, πως;

Βγες έξω και ζήσε, έστω και χωρίς εμένα. Βάλε φωτιά στο χάρτινο ουρανό.

Καλέ μου φίλε, με έφαγαν ο χρόνος και οι λέξεις τελικά. Άλλο ένα παραλήρημα. Και να σκεφτεί κανείς ότι είχα ετοιμάσει ολόκληρο επίσημο λόγο για σήμερα. Γελάει και ο Πίου με τα σχέδια μου όπως γελούσες πάντα και εσύ μαζί μου.

Καλή χρονιά και να θυμάσαι πως ακόμα και οι μεγαλύτεροι επιστήμονες δεν βρέθηκαν πιο κοντά σε ανεξερεύνητους πλανήτες από έναν (ή και δύο) απλό ονειροπόλο!

23600520756_70329c262d_b

Sweet Jane

Reading Challenge I

Οφείλω να ομολογήσω πως είχα ξεχάσει εντελώς την ύπαρξη και κατ επέκταση την συμμετοχή μου στο Challenge που διοργανώνει πολλοστή φορά το So much reading, αλλά ευτυχώς το υπέροχο Zizeloni με τις αναρτήσεις του μου το θύμησε, αν και καθυστερημένα. Κάλιο αργά πάρα ποτέ όμως, για αυτό στη σημερινή ανάρτηση θα σας παρουσιάσω τις πρώτες 13 από τις 26 κατηγορίες που συμμετείχα. Φέτος, αν και στραβάδι, τα κατάφερα αρκετά καλά και θα το καταλάβετε και εσείς παρακάτω, καθώς πολλές κατηγορίες τις έχω διπλές, τριπλές, πενταπλές και πάει λέγοντας!

1. Ένα βιβλίο τρόμου

Έχω παραδεχτεί δεκάδες φορές πως ο τρόμος είναι το λιγότερο αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος. Αντίστοιχα, σαν φιλοσοφία και αισθητική δεν με ελκύει και στις άλλες τέχνες, για αυτό φέτος κατέβαλα μια παραπάνω προσπάθεια να τον προσεγγίσω και τον εξετάσω κάπως καλύτερα. Διάλεξα δύο από τα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου τον Barker και τον King με ηχηρά έργα του αντίστοιχα: το Καταραμένο Παιχνίδι, το Αυτό και την Λάμψη.

2. Ένα βιβλίο διηγημάτων

Παρόλο που διάβασα αρκετές συλλογές διηγημάτων, όπως την Τραμπάλα του Χρήστου Γκέζου και το Έχοντας σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες του υπέροχου Αργύρη Χιόνη, δεν έχω καταφέρει ακόμα να γράψω κάποια ολοκληρωμένη κριτική. Για αυτό θα παραθέσω δύο από τα αγαπημένα μου βιβλία για φέτος, τα Διηγήματα του Στρατή Τσίρκα και το Διαβατήριο του Αντώνη Σαμαράκη.

3. Ένα βιβλίο graphic novel

Σε αυτή την κατηγορία επαναπαύθηκα, η αλήθεια είναι, εκτός αν μετράει ο Αρκάς στον οποίο επιστρέφω σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση. Και οι δύο γραφικές νουβέλες που διάβασα φέτος κατέχουν ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου με πρώτη και καλύτερη το Daytripper που με έκανε να κλαίω σαν μικρό παιδί και με τον Γλύπτη που μου άφησε μια γλυκόπικρη γεύση.

4. Ένα αστυνομικό βιβλίο

Φέτος είχε την τιμητική του ο Γιάννης Μαρής, καθώς λόγω του αφιερώματος που κάναμε στις αρχές του έτους, ξαναδιάβασα πολλά από τα έργα του και μπορώ να πω ότι τα ευχαριστήθηκα όσο και την πρώτη φορά. Διάβασα τον τελευταίο μου Νέσμπο πέρυσι τέτοια εποχή, αλλά επειδή δεν μπορούσα να κρατηθώ μακρυά από την σκανδιναβική λογοτεχνία ενέδωσα σε κάποια μυθιστορήματα της Lackberg, από τα οποία τα Οικογενειακά Μυστικά ήταν το αγαπημένο μου. Τελευταία αφήνω τον Δαιμόνιο Βάκχο που μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις και την Νεκρή Γραμμή που με εντυπωσίασε και θα σας την συστήσω σε μια επόμενη ανάρτηση.

5. Νουβέλα

Η νουβέλα ουσιαστικά είναι λίγο μεγαλύτερη από διήγημα και λίγο μικρότερη από μυθιστόρημα. Κάνοντας μια πιο προσεκτική έρευνα βρήκα ότι οι όχι και τόσο αγαπημένοι Δουβλινέζοι του Τζόυς είναι ανάμεσα στη λίστα των αναγνωρισμένων έργων του είδος καθώς και ο Φύλακας στη σίκαλη που μιλήσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση. Με βάση την έκτασή του φαντάζομαι ότι και οι Έξι νύχτες στην Ακρόπολη μπορούν να χαρακτηριστούν ως νουβέλα, οπότε θα μπουν και αυτές στη λίστα!

6. Ένα βιβλίο με λιγότερο από 150 σελίδες

Νομίζω ότι το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων που διάβασα ανήκουν στην κατηγορία φτερού. Μια κατηγορία μάλλον δύσκολη, γιατί ο αριθμός των σελίδων είναι αρκετός για να σου δώσουν μια πρώτη ιδέα, αλλά όχι και να σε χορτάσουν. Ή τέλος πάντων έτσι το βλέπω εγώ! Μερικά από αυτά τα φυλλάδια, όπως τα αποκαλώ χαιδευτικά, ήταν το Μάτι του Ναμπόκοβ, οι Χωρίες Χώρων του Περέκ, τα Όντα και Μη όντα του Αργύρη Χιόνη και για λίίίγο χάνει τον περιορισμό η εμβληματική Γραμμή του Ορίζοντος του Χρήστου Βακαλόπουλου (αλλά επειδή κάνω ότι γουστάρω στο μπλογκ μου θα μπει και αυτή θέλοντας και μη!).

7. Ένα βιβλίο με περισσότερο από 600 σελίδες

Γνωστά και ως τούβλα που επίσης τίμησα φέτος! Παρότι είναι Δευτέρα και βράδυ -ειλικρινά δεν ξέρω τι είναι χειρότερο- αποφάσισα να κάνω ένα κόπο παραπάνω και να σας τα παρουσιάσω με φθίνουσα σειρά. Το Αυτό (1039), Οι Αιρετικοί (800), η Ονειροπαγίδα (799), Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα (784), το Confiteor  (736), η Λέσχη των Αθεράπευτα Αισιόδοξων (709), Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά (685), Το Όνομα του Ρόδου (667) και ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς (656). Στη λίστα αναμένεται να προστεθεί και η Καρδερίνα της Ταρτ με 999 σελίδες, αλλά ακόμα μου μένουν δύο κεφάλαια για να την ολοκληρώσω, οπότε δεν μετράει που λέγαμε και μικρά!

8. Ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 2016

Επειδή δεν θέλω να επαναλάβω πολλά από τα βιβλία που ανέφερα πιο πάνω, θα πρωτοτυπήσω αναφέροντας το Μικρό χρονικό τρέλας του Κορτώ και τις 33 στροφές που μετράνε μόλις μερικούς μήνες στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Και τα δύο μικρά και αγαπημένα!

9. Βιβλίο που διαδραματίζεται σε νησί

Και κάπου εδώ συνειδητοποιώ οτι ενώ είμαι από νησί και έχω ζήσει χρόνια από την ζωή μου δίπλα στη θάλασσα δεν έχω γράψει για κανένα από τα θαλλασοπνιγμένα βιβλία που έχω αγγίξει στο μπλογκ. Θα αναφέρω λοιπόν μονάχα τίτλους, αλλά δεν υπόσχομαι σε τίποτα περισσότερο. Η Μεγάλη Χίμαιρα του Καραγάτση, ένα από τα ομορφότερα βιβλία της ελληνικής γραμματείας και η Μικρά Αγγλία της Καρυστιάνη με την εξαιρετική κινηματογραφική μεταφορά από τον σύζυγο της συγγραφέας Παντελή Βούλγαρη.

10. Βιβλίο σειράς τριών ή περισσότερων βιβλίων

Εδώ η απάντηση είναι μια και μοναδική: Ο Χάρι Πότερ! Πέρασα δύο μήνες διαβάζοντας όλα τα βιβλία της σειράς και ακόμα δεν έχω αξιωθεί να καταφέρω να δω όλες τις ταινίες. Του χρόνου πάλι!

11. Κάπου που θα ήθελα να ταξιδέψω

Μέτα από ένα χρόνο και κάτι μήνες παρέα είναι αδιανόητο να μην ξέρετε αυτή την απάντηση. Κούβα, Κούβα και ξανά Κούβα. Θα φροντίσω το ’17 να διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία του Παδούρα και του Πέδρο Χουαν που έχω αδιάβαστα, αλλά μέχρι τότε πρέπει να αρκεστείτε στην Βρόμικη Τριλογία, τους Αιρετικούς και στον Άνθρωπο που αγαπούσε τα σκυλιά!

12. Ένα βιβλίο που εκδόθηκε πριν το 1850

Και ναι, κυρίες και κύριοι, ίσως η μοναδική κατηγορία που τιμάει το ένα του τίτλου. Δυστυχώς φέτος δεν κατάφερα να διαβάσω κανένα από τα κλασσικά που ήθελα εκτός από τον Παίχτη του Ντοστογιέφσκι (ο οποίος είναι εκτός κατηγορίας για μερικά χρόνια) και την πολυηαγαπημένη από παλιά Τζέιν Έιρ, που ευτυχώς είναι εντός ορίων. Η Τζέιν γεννήθηκε το 1847 και δεν πέθανε ποτέ!

13. Ένα βιβλίο με μία λέξη στον τίτλο

Εδώ και ώρα προσπαθώ να μην ξεπεράσω τις 1000 λέξεις στην εν λόγω ανάρτηση, για αυτό θα κλείσω με αυτή την κατηγορία αναφέροντας μονάχα δύο λέξεις: Ουρλιαχτό και Λεβιάθαν!

Χρόνια πολλά σε Σένα

Κοιτάζω τριγύρω στο δωμάτιο μου και είσαι παντού. Στην ονειροπαγίδα που στέκεται στον τοίχο, στο εφτάκτινο αστέρι που κρέμεται στην τσάντα, στα χειροποίητα βραχιόλια σου που ξεχωρίζουν στη μπιζουτιέρα. Και αναρωτιέμαι• γιατί τόσο καιρό δεν έβλεπα πως είσαι ο Μικρός Πρίγκιπας της ζωής μου; Και είναι περίεργο γιατί ποτέ σου δεν φόραγες πράσινη φόρμα και δεν αγαπάς τα κασκόλ και δεν σε ακολουθεί μια αλεπού. Είσαι καλά κρυμμένη πίσω από πολύχρωμες μπλούζες, έντονα κραγιόν και μεγάλα καπέλα και δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σε ευχαριστώ για αυτό. Πόσο σε ευχαριστώ που συνεχίζεις να είσαι εσύ και όχι μια οποιαδήποτε άλλη κοπέλα που περνάει αυτή την στιγμή το δρόμο δίπλα απ το σπίτι μου. Που συνεχίζεις να χάνεσαι ανάμεσα στα μπουκαλάκια με τα αρώματα. Που θες να αγοράσεις ένα γκιοκαλίλι. Που δεν σταματάς να μιλάς για αυτά τα εξαιρετικά shows που βλέπεις. Που είσαι εσύ και που είσαι ακόμα κολλητή μου. Και σήμερα έχεις γενέθλια. Μεγαλώνεις και μυαλό δεν βάζεις η αλήθεια είναι, αλλά δεν θα ήσουν η Βάσω μου αν έβαζες μυαλό. Δεν θα ήσουν η Βάσω μου αν σταματούσες να με κοιτάς με αυτό το αφοπλιστικό ύφος του grumpy cat. Δεν θα ήσουν εσύ αν δεν φώναζες «Μωρή παδέλα» κάθε φορά που έκανα μια βλακεία. Σε ευχαριστώ για όλα και σου εύχομαι να μην σταματήσεις ποτέ να είσαι τόσο υπέροχη και γαμηστερή!

υγ. πόσο γουστάρω να μας κάνω ρεζίλι! Να μας ζήσεις!

Adios Comandante

Ο Φιντέλ έφυγε. Στη Μικρή Αβάνα του Μαϊάμι ανοίγουν τις σαμπάνιες που φυλάνε από την δεκαετία του ’60 οι εξόριστοι, ενώ μόλις 90 μίλια μακριά οι Κουβανοί κλαίνε για τον θάνατό ενός πατέρα. Άλλοι από φόβο γιατί θυμούνται τον Μπατίστα και άλλοι από χαρά για ένα περισσότερο αμερικανικό αύριο. Θα σας πληγώσω, αλλά αυτό που θα πω είναι η αλήθεια. Ο Φιντέλ έφυγε, αλλά τίποτα δεν θα αλλάξει. Οι δρόμοι θα συνεχίσουν να είναι βρόμικοι και γεμάτοι σκουπίδια, οι άνθρωποι θα λιμοκτονούν και το αύριο θα είναι το ίδιο σάπιο με το χθες. Όμως, υπάρχει και μια άλλη αλήθεια, αυτή του τελευταίου επαναστάτη. Σήμερα έσβησαν τα βήματα μιας ομάδας ανταρτών που κάποτε ονειρεύτηκαν την ελευθερία και που ο δρόμος τους έβγαλε στην Αβάνα την παραμονή της πρωτοχρονιάς του ΄59. Ο Φιντέλ έφυγε και μαζί του έφυγαν οι ζητωκραυγές χιλιάδων Κουβανών που έβλεπαν στο πρόσωπο του την ελπίδα και άκουγαν στους χτύπους της καρδιάς του το επαναστατικό εμβατήριο. Αυτόν τον Φιντέλ θέλω να θυμάμαι και αυτό θα αποχαιρετήσω σήμερα. Adios Comandante, ο κόσμος αυτός δεν θα αλλάξει ποτέ• εσύ όμως προσπάθησες.

Ανεξάρτητα από τις πολιτικές πεποιθήσεις του καθενός, σας προτείνω να δείτε το ντοκιμαντέρ του Εξάντα για τα 45 χρόνια επανάστασης στην Κούβα. (μέρος πρώτο, δεύτερο και τρίτο)

1439515620_pudls_67

Χρόνια Πολλά σε Σένα vol. 3

Η σημερινή ημέρα, Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016, μπορεί για κάποιους να μην σημαίνει τίποτα και να σηματοδοτεί μονάχα την έναρξη μιας ακόμα δύσκολης εβδομάδας, όμως για εμάς είναι μια ημέρα με ειδικό βάρος. Σήμερα, λοιπόν, Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου, η Ιωάννα, η βιβλιόφιλη φωτογράφος και «μαμά» του Style Rive Gauche, κλείνει κι επίσημα 21 χρόνια ζωής σε τούτο εδώ τον πλανήτη κι εγώ της τραγουδάω «Να ζήσεις Ιωάννα και χρόνια πολλά…» με την ελπίδα πως το φθινοπωρινό αεράκι θα μεταφέρει το -φάλτσο- σκοπό μου μέχρι την πανέμορφη Άνδρο της.

Τι κι αν μας χωρίζουν –όπως τραγουδάει και ο αγαπημένος σου Παύλος- θάλασσες και κύματα σαράντα; Σου εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να είσαι γερή και δυνατή, έτσι ώστε να συνεχίσεις να μοιράζεις την άπλετη ανιδιοτελή αγάπη σου στους γύρω σου, μαγεύοντάς τους με τον λόγο και την παρουσία σου. Ούτε ένα, μα ούτε και χίλια «ευχαριστώ» δεν φτάνουν για να περιγράψουν το πόσο ευγνώμων είμαι όχι μόνο για όλα όσα μου έχεις πει και μου έχεις προσφέρει, αλλά κυρίως για το γεγονός πως μπορώ να σε λέω φίλη μου και μάλιστα αγαπημένη. Συνέχισε να εμπνέεις και να ομορφαίνεις τις μέρες μας!

banner

Υ.Γ. Να με συγχωρείτε για αυτόν τον τόσο προσωπικό τόνο που ίσως φαίνεται υπερβολικός σε μερικούς, όμως μόνο έτσι -πέρα από το κάθε «πρέπει» που ορίζει ο κοινωνικό λόγος- πρέπει να μιλάμε για τα πρόσωπα εκείνα, που από την πρώτη κιόλας στιγμή της γνωριμίας κερδίζουν αβίαστα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας. Και πιστέψτε με, η Ιωάννα είναι ακριβώς ένα τέτοιο πλάσμα, ιδιαίτερα ξεχωριστό και μοναδικά υπέροχο.

Χρόνια σου πολλά, λοιπόν, Sweet Jane!

Μια μέλισσα στην Αθήνα

της Μαρίας-Νίκης Ζαφειράκη

Ήμουν στα όρια της απελπισίας. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα μπορούσαν να μου συμβούν όλα μαζί σε μία μέρα. Βασικά, δεν πίστευα ότι τίποτε από αυτά θα μπορούσε ποτέ να μου συμβεί. Σε μόλις είκοσι-τέσσερις ώρες· απολύθηκα από τη δουλειά μου, ο επι δύο χρόνια αρραβωνιαστικός μου αποφάσισε ότι θέλει να χωρίσουμε, για να επαναπροσδιορίσει, καθώς είπε, τη σεξουαλική του ταυτότητα, το σπίτι μου πλημμύρισε, το αυτοκίνητό μου, το οποίο ήμουν σίγουρη, ότι είχα γεμίσει εχθές, έμεινε από βενζίνη στη μέση της Αλεξάνδρας, κι έτσι χρειάστηκε να περπατήσω έξι χιλιόμετρα με τα πόδια ως το σπίτι, ο γάτος μου πέθανε, ο παππούς μου αρρώστησε, μου έκοψαν το ρεύμα, ανακάλυψα ότι ήμουν υιοθετημένη και μέσα σ’όλα αυτά, άκουσον άκουσον, μου τελείωσε και ο καφές.

Όλα έγιναν μαζί, με ταχύτητα αστραπιαία και διάθεση σχεδόν κωμική. Πριν προλάβω να χωνέψω το ένα, με ‘βρισκε το άλλο. Αν ήμουν ταινία, θα ‘ταν του Αλμοδοβάρ, αν ήμουν τραγούδι των The Cure, κι αν ήμουν ποίημα του Μπουκόφσκι. Δεν μπορούσα πραγματικά να πιστέψω το πόσο άτυχη ήμουν!

Το επόμενο πρωί με βρήκε στον καναπέ του σαλονιού με τα χθεσινά μου ρούχα τσαλακωμένα, μούσκεμα απ’τον ιδρώτα και ένα μισοάδειο μπουκάλι κρασί που είχε γεμίσει με κόκκινες πιτσιλιές το παρκέ, πεταμένο λίγο πιο δίπλα. Είχα ανήσυχο ύπνο, και στριφογύριζα όλο το βράδυ, πολλές φορές δίχως να μπορώ να πάρω ανάσα. Όταν ξύπνησα, το ρολόι μου έγραφε 11:00 ακριβώς. Σηκώθηκα πανικοβλημένη στη σκέψη ότι είχα αργήσει στη δουλειά, μόλις όμως τα πόδια μου άγγιξαν το κρύο ξύλο του πατώματος θυμήθηκα ότι δεν είχα πια δουλειά. Για την ακρίβεια, δεν είχα πια δουλειά, αρραβωνιαστικό, ο γάτος δεν μου έτριβε πλέον νωχελικά τα πόδια όπως κάθε πρωί, και η μητέρα μου, μετά τα χθεσινά, δεν με πήρε τηλέφωνο για καλημέρα. Ήταν η πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια που δεν είχα κανέναν να πω καλημέρα και δεν νομίζω ότι τη σημερινή μέρα θα είχε τόση σημασία.

Πήγα στο μπάνιο και έριξα χούφτες κρύο νερό στο πρόσωπό μου, μπας και καταφέρω να ξεπεράσω αυτόν τον φριχτό πονοκέφαλο που χτυπούσε σαν μπαλάκι πινγκ πονκ στα μηνίγγια μου. Ύστερα, με πολλή προσπάθεια έφτασα στην κουζίνα όπου προς μεγάλην μου απογοήτευση διαπίστωσα ότι δεν είχα καφέ. Πέρασα το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου σκεπτόμενη τι είχε μείνει όρθιο από το ρημαδιό που ήταν εκείνη τη στιγμή η ζωή μου. Κάθισα έτσι για περίπου δύο λεπτά. Την επόμενη στιγμή, μέσα σε μία κατάσταση ζάλης και πανικού βρέθηκα έξω απ’την πόρτα. Δεν μπήκα στον κόπο να πάρω κλειδιά αυτοκινήτου, παρα την όποια σύγχησή μου θυμόμουν ξεκάθαρα ότι το αμάξι μου βρισκόταν κάπου κοντά στα Εξάρχεια ή στο Γκύζη, δεν ξέρω. Περπάτησα απλώς μέχρι τον κοντινότερο σταθμό του μετρό και με κάτι πενταροδεκάρες που είχα ξεχασμένες στην τσέπη του μπλου τζιν μου πήρα ένα εισήτριο και κατέβηκα στην αποβάθρα.

Δεν είχα συγκεκριμένο προορισμό, κατέβηκα μηχανικά στο Μοναστηράκι περισσότερο από βαριεστημάρα παρα από επιλογή. Δύο ηλικιωμένοι με έσπρωξαν στις σκάλες, μια μητέρα έσερνε ένα κοριτσάκι που ούρλιαζε και ένα ζευγάρι εφήβων κατασπάραζαν ο ένας τον άλλον μπροστάαπ’τον σταθμό. Όλα μού φαίνονταν τόσο αβάσταχτα και με γέμιζαν με αηδία και απέχθεια για κάθετι που φανέρωνε υποψία ευτυχίας.

Χωρίς πολλά πολλά πήρα τον γνωστό δρόμο για το Θησείο και κάθισα σε ένα μικρό καφέ. Άφησα το κορμί μου να πέσει αδιάφορα σε μια καρέκλα κυλώντας σχεδόν ρευστό στο ύφασμά της. Ήταν Άνοιξη κι είχε ψύχρα, με τον ήλιο να βγαίνει που και που ζεσταίνοντας κάπως διστακτικά, με τις λεπτές ακτίνες του την κρύα μαρτιάτικη Αθήνα. Ζήτησα έναν σκέτο μαύρο καφέ.

Η πρώτη καυτή γουλιά που άγγιξε τα χείλη μου, ήταν λυτρωτική και ζέστανε την ψυχή μου. Ένιωσα ξαφνικά οικεία και άνετα. Τουλάχιστον είχα βρει καφέ! Χωρίς να σκέφτομαι, κατέβασα τη δεύτερη και την τρίτη, την τέταρτη. Σε πέντε λεπτά είχα αδειάσει με λαιμαργία την κούπα με το αγαπημένο μου ρόφημα, ενω αισθανόμουν πλέον περισσότερο ο εαυτός μου.

Παρατήρησα για πολλή ώρα τους περαστικούς· τα ερωτευμένα ζευγάρια, τις οικογένειες με τα παιδιά και τις μανούλες με τα μωρά τους, τις γυναίκες με τα καρότσια της λαϊκής, τους φοιτητές με τα μεγάλα καφέ γυαλιά και τα βιβλία, τα κορίτσια με τα κόκκινα χείλη και τα ρόδινα μάγουλα, τους ηλικιωμένους άνδρες με τα μπαστούνια και το γερασμένο δέρμα, τους κόμπους στα χέρια. Μέσα σ’όλα αυτά και μια μικρή μέλισσα, αεικίνητη που καθόταν κάθε λίγο στα άνθη ρουφώντας το γλυκό νέκταρ τους, χορεύοντας στον αέρα. Μία τόσα δα μικρή μέλισσα με το κίτρινο και μαύρο της ένδυμα να λάμπει υπό το φως του αθηναϊκού ήλιου, με τα φτέρα της και τα ποδαράκια της μόλις να διαγράφονται στα ανοιχτά βλέφαρά μου.

Για το επόμενο λεπτό δεν πρόσεχα τίποτε άλλο παρόμονο αυτήν τη μέλισσα. Το πώς πετούσε απ’άνθος, σ’άνθος, το πώς κινούνταν. Έμοιαζε με μια ιεροτελεστία, μια ανεξηγήτη μυσταγωγία, ένα μυστήριο. Όσο και αν προσπαθούσα δεν μπορούσα να σταματήσω να την παρατηρώ με θαυμασμό και απορία. Ύστερα από λίγο, πιθανώς ικανοποιημένη από τα άνθη που βρίσκονταν γύρω μου, πέταξε λίγο πιο παραπέρα.

Επιστροφή στην πραγματικότητα κι αφού πλήρωσα, συνέχισα τη βόλτα μου παίρνοντας τον δρόμο του γυρισμού. Το μυαλό μου ένα κουβάρι από μπερδεμένες σκέψεις και πράγματα που έπρεπε να βάλω σε μια σειρά. Στα μισά της διαδρομής σταματώ και κοιτώ γύρω μου. Ο ήλιος είχε βγει κρύβοντας με ανασφάλεια ένα μέρος της πύρινης όψης του πίσω από τα σύννεφα. Αρχίζω να γελώ. Ένα γέλιο γάργαρο και ασταμάτητο, ένα γέλιο νευρικό. Οι περαστικοί με κοιτούν -ποσώς με ενδιαφέρει;- δεν μπορώ να σταματήσω να γελώ. Είναι μεγάλη πόλη Αθήνα και τόσο δα μικροί οι άνθρωποι σαν μελίσσια με χιλιάδες μέλισσες να τους τριγυρνούν, τα προβλήματά τους που δεν τους αφήνουν στιγμή να ηρεμήσουν από το συνεχές βουητό και τη μανία τους να ρουφούν το νέκταρ απ’τα άνθη της ψυχής τους.