Σε ένα πλάνο του Danny Boyle

Φήμες λένε ότι υπάρχει έστω και ένα πράγμα που πήγε καλά αυτό τον μήνα. Αλλά, παρακαλώ, μην τις πιστέψετε. Φήμες είναι και εν τη γενέσει τους βαφτίστηκαν στο ψέμα. Παρόλα αυτά, υπάρχουν μη αμφισβητήσιμες σταθερές. Η άνοιξη μπήκε, το λάδι μου βγήκε και όλη η Ελλάδα κινείται σε realityστικούς ρυθμούς αποχαύνωσης. Μέχρι τώρα έχω αποφύγει, με μεγάλη επιτυχία τολμώ να πω, την κριτική της δημοσιότητας. Αλλά, ρε παιδιά, δεν νομίζετε ότι έχει παραγίνει το κακό; Είπαμε να μην μας πέφτει βαριά η κουλτούρα για κυρίως πιάτο, αλλά όχι και να βαράμε παλαμάκια όταν μας ρίχνουν χλέπες μες στη μούρη. Λέω εγώ τώρα…

Ο Μάρτιος πέρασε και ήταν ένας απίστευτα κουραστικός μήνας. Υπήρχαν μέρες που έφευγα από το σπίτι μου το πρωί και γύριζα αργά το βράδυ. Ξέρω ότι για πολλούς από εσάς αυτό είναι καθημερινότητα, αλλά για μένα ήταν κάτι το οποίο είχα καιρό να κάνω και με ξάφνιασε. Πολλές εκθέσεις, παρουσιάσεις, κινηματογραφικά Φεστιβάλ. Η άνοιξη μπήκε δυναμικά, ειδικά για όσους ζουν στην Πρωτεύουσα. Ξεχώρισα δύο τεκταινόμενα, το 18ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου και την Αφιερωματική βραδιά του Μωβ Σκίουρου στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Ειδικά για τον φεστιβάλ κινηματογράφου χάρηκα πάρα πολύ γιατί μου έδωσε ένα καλό κίνητρο να πάω σινεμά, συνήθεια που είχε βγει από την ζωή μου τα τελευταία χρόνια και θέλω πάση θυσία να την καθιερώσω ξανά.  Για να είμαι ειλικρινής οι ταινίες δεν με ενθουσίασαν, αλλά η διοργάνωση ήταν άρτια και το κοινό πολύ ενδιαφέρον. Το κοινό, όχι τόσο οι ταινίες.

Κάτι κάναμε και από διάβασμα. Ανακάλυψα, επιτέλους, τον Τσβάιχ και δεν βλέπω την ώρα να διαβάσω και άλλα έργα του. Μαγεύτηκα από το Η ζωή είναι αλλού του Κούντερα, ένα βιβλίο για το οποίο θέλω να σας μιλήσω, αλλά δεν υπάρχουν λόγια. Ήδη από την αρχή της χρονιάς είχα αποφασίσει να διαβάσω τα Άπαντα του Καραγάτση, οπότε μετά τον Σέργιο και Βάκχο του Φεβρουαρίου συνέχισα με την επανάληψη του 10 και τον Μεγάλο Ύπνο.  Επίσης, ξεκίνησα και ακόμα διαβάζω το Σπίτι από Φύλλα και τον Στόουνερ που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Gutenberg. Και τα δύο βιβλία είναι πολύ ιδιαίτερα. Ειδικά στην περίπτωση του Σπιτιού ανά τακτά χρονικά διαστήματα σταματάω την ανάγνωση γιατί με πιάνει incubus, και όχι το συγκρότημα (ωραία τα ελληνικά μου, ε;)!

IMG_2464.JPG

Επιτέλους πέρασα τις πενήντα ταινίες, στόχος που είχα βάλει για όλο τον χρόνο, αλλά πήγε τόσο ανέλπιστα καλά που κατάφερα να τον φτάσω από τον Μάρτη. Πριν δεχτώ τα συγχαρητήριά σας, βέβαια, να σας πω ότι πολλές από αυτές είναι μικρού μήκους, οπότε δεν αξίζω τον θαυμασμό σας. Μάλλον την χλεύη σας αξίζω γιατί έκλαψα στο Trainspotting 2. Μόνο εγώ… Κατά τα άλλα θυμήθηκα ταινιάρες όπως το La Haine, το V for Vendetta, το Enter the Void και φυσικά το Fantastic Planet. Αν δεν έχετε δει κάποια από τις προηγούμενες, κλείστε το παράθυρο και δείτε την τώρα. Ειδικά το Fantastic Planet!

Μουσικά έμεινα πένης και αυτό τον μήνα, αλλά σιγά σιγά θα διορθωθεί και αυτό. Ακούσματα γνωστά και αγαπημένα και σύμφωνα με έναν από εσάς ασφαλή μονοπώλησαν τα πέρα δώθε μου, αλλά σας έχω την έκπληξη• έχουμε νέο -μόνιμο- συντάκτη. Καλό παιδί, ξέρει από μουσική και ακούει φανατικά Floyd. Ντάξει, κανείς δεν είναι τέλειος, αλλά είμαστε team project sol και τον αγαπάμε!

Στα λοιπά αγαπημένα του μήνα βρίσκεται το Choose που έκανα σε φίλους και στιγμές. Χρόνος δεν υπήρχε, αλλά είδα άτομα που μου είχαν λείψει και ούτε είχα καταλάβει πως τους είχα αφήσει να φύγουν από την ζωή μου. Είδα μέρη που είχα πάει και ξαναπάει, αλλά ποτέ δεν είχα προσέξει στα αλήθεια. Είδα τους προηγούμενους μήνες να φεύγουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και μένα να σκέφτομαι όσα δεν σκεφτόμουν τόσο καιρό. Από φόβο, από συνήθεια, και από τα δύο; Δεν ξέρω, όπως επίσης δεν ξέρω αν η ιστορία θα με δικαιώσει. Εγώ πάντως προσπάθησα.

Κάπου εδώ θα πρέπει να σας καληνυχτίσω, αλλά αυτή τη φορά δεν θα προσθέσω το χατζιδακικό «ο κόσμος αυτός δεν θα αλλάξει ποτέ«, γιατί πλέον δεν με εκφράζει. Ο κόσμος αλλάζει όσο αλλάζουμε εμείς και για πρώτη φορά μετά από μήνες θα γράψω το εις αύριον τα ωραία και θα το εννοώ. Τουλάχιστον για σήμερα.

Χαίρε κόσμε!

Το ποίημα της εβδομάδας

Και αφού θυμήθηκα μια εξαιρετική μελοποίηση της Lenore που άκουγα στην εφηβεία μου, αποφάσισα ότι η σημερινή μέρα θα ανήκει στον Edgar Allan Poe. Και είναι περίεργο αν το καλοσκεφτεί κανείς, γιατί του άνηκαν πολλές μέρες μου χωρίς η ίδια να το ξέρω.

edgar-allan-poe.jpg

Όνειρο μέσα σε όνειρο

Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπό σου!
Και τώρα που χωρίζουμε,
Άφησέ με να σου πω-
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ’όνειρο
Είναι αλήθεια, όπως το’λεγες
Αν όμως, η ελπίδα πέταξε
Μες σε μια νύχτα ή σε μια μέρα,
Μες σ’ένα όραμα ή μες στο τίποτα,
Είναι γι’αυτο λιγότερο χαμένη;
Όλα όσα βλέπουμε ή ο,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο.

Στέκομαι ανέμεσα στο βογγητό
Μιας θαλασσόδαρτης ακτής,
Και μες στα χέρια μου κρατώ
κόκκους χρυσούς της άμμου-
Πόσο λίγοι! κι όμως πως γλιστράνε
Από τα δάχτυλά μου και βαθιά πάνε,
Καθώς θρηνώ – καθώς θρηνώ!
Θεέ μου! μήπως θα μπορούσα
Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;
Θεε μου! Πως θα κατορθώσω
Μόνο ένα απ’το ανίλεο κύμα να γλιτώσω;
Όλα όσα βλέπουμε ή ο,τι φαινόμαστε
Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο;

Πηγή: εδώ

Εξαντλημένα και άλλες φαρσοκωμωδίες

Κανονικά η σημερινή ανάρτηση θα έπρεπε να είναι αφιερωμένη στη σειρά του μήνα ή ακόμα καλύτερα στις ταινίες που παρακολούθησα στο 18ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Θέματα δηλαδή ανώδυνα και πολύ πιο ευχάριστα. Αντιθέτως, αποφάσισα να δώσω λίγη ψυχή από την ήδη ελάχιστη που διαθέτω και να γράψω ένα κείμενο για τις εξαντλημένες εκδόσεις και το παραεμπόριο που σημειώνεται γύρω από αυτές. Αιτία αυτού του ξεσπάσματος είναι η τελευταία μου περιπέτεια με την αναζήτηση των βιβλίων του David Mitchell από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα και η εύρεση του Μαύρου Κύκνου, ευτυχώς για την ψυχολογική και την οικονομική μου υγεία σε λογική τιμή. Τέλος πάντων, θέλω να ζητήσω προκαταβολικά συγγνώμη για τον τόνο και τον τρόπο μου στο κείμενο που ακολουθεί.

Αρχικά, θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν είμαι αναγνώστης συλλέκτης. Τα περισσότερα βιβλία που έχω διαβάσει τα έχω δανειστεί από βιβλιοθήκες ή από φίλους. Μεγάλο μέρος όσων κατέχω είναι αγορασμένα από μαγαζιά χρησιμοποιημένων και ένα εξίσου μεγάλο μέρος των διαβασμένων μου είναι σε ηλεκτρονική μορφή. Ειδικά το τελευταίο υποθέτω ότι το έχουν εποπτευθεί όλοι οι αναγνώστες μου. Παρόλα αυτά, έχουν περάσει από την κατοχή μου μερικά πολύ σπάνια και ιδιαίτερα βιβλία, τα οποία και έχω χαρίσει. Σε καμία των περιπτώσεων μην πιστέψετε πως πρόκειται για ανεπτυγμένο αίσθημα αλτρουισμού. Απλά θεωρώ απαράδεκτο να έχω ένα βιβλίο και να το κρατάω σαν κρυμμένο θυσαυρό, όταν μπορώ να το δώσω και να το διαβάσουν άλλοι αναγνώστες, μερικοί από τους οποίους μπορεί να το ψάχνουν εναγωνίως. Και εξηγούμαι:

Πριν από ακριβώς ένα χρόνο βρήκα στην οικογενειακή βιβλιοθήκη τέσσερις ποιητικές συλλογές ενός αναρχικού καλλιτέχνη. Τα τέσσερα αυτά έργα τα είχε δώσει ο ίδιος ο ποιητής στον πατέρα μου και ουδέποτε ζήτησε χρηματικό ή άλλου είδους αντάλλαγμα. Τα χρόνια πέρασαν, τα ίχνη χάθηκαν μέχρι που εγώ ψαχουλεύοντας βρήκα τις συλλογές. Μην μπορώντας να μάθω και πολλά στοιχεία από τον πατέρα μου άρχισα μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο, όπου για να είμαι ειλικρινής βρήκα ελάχιστα πράγματα. Το μόνο που κατάφερα να μάθω ήταν ότι ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης ήταν φίλος και κιθαρίστας του Σιδηρόπουλου. Ψάχνοντας περισσότερο την εργογραφία του βρήκα ακόμα μια συλλογή του στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Δωδώνη, όπου και αγόρασα. Η τιμή ήταν προσιτή, αλλά η κατάσταση του έργου δεν ήταν η καλύτερη. Αν μη τι άλλο το βούτηξα και είπα και ευχαριστώ. Λίγους μήνες μετά μαθαίνω ότι υπάρχει κάποιος εκεί έξω που είχε κάποια έργα του καλλιτέχνη και τα οποία εμπορεύεται στην αστρονομική τιμή των πενήντα ευρώ. Πενήντα ευρώ για συλλογές οι οποίες δεν ξεπερνούσαν τις πενήντα σελίδες. Πενήντα ευρώ για βιβλία τα οποία χάριζε ο ίδιος ο συγγραφέας όταν βρισκόταν εν ζωή. Δικαίωμα του να τα διαθέτει έναντι τόσο υψηλής τιμής, δεν λέω, αλλά είναι και δικό μου δικαίωμα να τον θεωρώ σφετεριστή και ξεδιάντροπο. Και η παράνοια δεν σταματά εκεί…

Τις τελευταίες εβδομάδες ψάχνοντας τα έργα του Μίτσελ ήρθα αντιμέτωπη με άλλα θανατερά ποσά. Υπάρχει άνθρωπος που πουλάει τον Άτλα του Ουρανού εκατόν είκοσι ευρώ αγαπητοί αναγνώστες. Ένα βιβλίο ηλικίας το πολύ δέκα ετών που στις παραμονές της έκδοσης της ομώνυμης ταινίας στην Ελλάδα ο Ιανός το είχε εννιά ευρώ. Θα μου πεις η τιμή είναι ανάλογη της ζήτησης. Σίγουρα, όπως και η αισχροκέρδεια είναι ανάλογη του θράσους μερικών. Εντωμεταξύ, όλο αυτό το παραεμπόριο θα ανθίσει στο άμεσο μέλλον. Ενδεικτικά θα αναφέρω μόνο το παράδειγμα των Αθλίων, που ο Λιβάνης σταμάτησε να εκδίδει και ξαφνικά οι μετοχές αυτής της κατά τα άλλα κακής έκδοσης άρχισαν ήδη να ανεβαίνουν. Μην σας φανεί περίεργο αν σε μερικά χρόνια από τώρα το βιβλίο αυτό που αγόραζαν με εννιά και έξι ευρώ σε μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων πωλείται πολλαπλάσια από την αρχική του τιμή.

Θέλετε και άλλα παραδείγματα εξαντλημένων βιβλίων που πωλούνται σε αστρονομικές τιμές; Έχω πολλά, αλλά το ζήτημα δεν είναι να σας κουράσω με λίστες και κατηγορίες σε ανώνυμους μαυραγορίτες. Αντίθετα θέλω να σας παρακαλέσω να μην πέσετε ποτέ στις παγίδες αυτών των ανθρώπων. Ένα βιβλίο που έχει ζήτηση αργά ή γρήγορα θα εκδοθεί ξανά. Κοιτάξτε για παράδειγμα την νέα σειρά κλασσικής λογοτεχνίας από το Μεταίχμιο. Πήραν τα δικαιώματα από εκδοτικούς που έχουν κλείσει ή που βρίσκονται σε μια φθίνουσα πορεία και ανατύπωσαν τα έργα. Δεν χρειάστηκε καν να μπουν στην διαδικασία καινούργιας μετάφρασης (και αυτό, βέβαια, είναι άλλο θέμα). Προσέφεραν στον αναγνώστη κλασσικά αναγνώσματα σε ανταγωνιστικές τιμές.

Καταλήγοντας, επαναλαμβάνω μην πέφτετε στην παγίδα! Προτιμείστε να δανειστείτε το βιβλίο από φίλους ή δανειστικές αντί να γίνεται βορά ασυνείδητων αισχροκερδών. Όσο επικροτείτε τέτοιου είδους συμπεριφορές αγοράζοντας από αυτούς, τόσο το φαινόμενο θα γιγαντώνεται. Αγοράστε μόνο ότι βρίσκεται σε λογική τιμή και προτιμείστε ακόμα και τα ηλεκτρονικά αρχεία από το να ενδώσετε σε τέτοιες ακρότητες. Ένα καλό βιβλίο δεν χαθεί από τα ράφια των βιβλιοπωλείων, θα ανατυπωθεί, ακόμα και αν πρέπει να κάνουμε υπομονή.

Το 10 του Μ. Καραγάτση

Ας γελάσω. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Καραγάτση και ο τίτλος μια εκ των πρώτων κριτικών μου στο RG. Ποτέ μου δεν σκέφτηκα να γυρίσω και να διαβάσω ξανά αυτές τις κριτικές ξέροντας ότι πια δεν θα μου αρέσουν και κατα πάσα πιθανότητα δεν θα με αντιπροσωπεύουν. Εφόσον όμως διάβασα για νιοστή φορά το βιβλίο, νομίζω δικαιούμαι μια δεύτερη ευκαιρία προσέγγισης, ειδικά τώρα που το ατελείωτο αυτό έργο του Καραγάτση βρίσκεται στη σκιά του Γιούγκερμαν και την Μεγάλης Χίμαιρας.

Ένα φαλιρισμένο εργοστάσιο στον Πειραιά μετατρέπεται σε συγκρότημα κατοικιών. Οι πρωταγωνιστές, όλοι διαφορετικοί μεταξύ τους και προικισμένοι ο καθένας με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του, ζουν στο μεταίχμιο της αλλαγής δύο εποχών. Από την μια το Κέντρο του Πειραιά με τα εμπορικά Μέγαρα και από την άλλη οι συνοικίες της φτωχολογιάς που περιτριγυρίζονται από χωράφια και παράγκες. Στο 10 τώρα, τον μικρόκοσμο των δεκάδων δωματίων, επικρατεί το αδιαχώρητο. Οι ένοικοι μιλούν ο καθένας την δική του γλώσσα και όλοι ξέρουμε το τέλος της Βαβέλ.

Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι δεν ξέρουμε το τέλος του 10. Ο Καραγάτσης έφυγε από την ζωή πριν προλάβει να το τελειώσει, αφήνοντας πίσω του μονάχα το κείμενο και μερικά τετράδια με σημειώσεις. Μελετητές υποστηρίζουν ότι η συνολική έκταση του βιβλίου θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή του Γιούγκερμαν. Καθόλου απίστευτο αν υπολογίσει κανείς το εύρος των πρωταγωνιστών και την μέχρι τώρα πορεία του έργου. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι το βιβλίο εντελώς τυχαία σταματά σε ένα αφηγηματικό σταυροδρόμι, που αν θέλετε την άποψή μου, βγάζει σε λαβύρινθο. Όλες οι ιστορίες θα μπορούσαν να συνεχιστούν, θα μπορούσαν όμως και όχι. Τελειώνοντας το αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν είναι άρτιο, το περίεργο όμως είναι ότι δεν σε ξενίζει. Η παραπάνω άποψη προφανώς δεν βρίσκει όλους σύμφωνους, αλλά είναι το προσωπικό μου απόσταγμα από τουλάχιστον έξι αναγνώσεις του βιβλίου. Εν ολίγοις, με δυσαρέστησαν αρκετά πράγματα, αλλά όχι το τέλος. Το ατελείωτο της υπόθεσης δίνει μια σουρεαλιστική μαγεία στο νατουραλισμό της γραφής. Ναι, είναι μια από τις γοητευτικές πλευρές του βιβλίου.

Για όσους έχουν διαβάσει τον Γιούγκερμαν και την Μεγάλη Χίμαιρα, το 10 δεν θα αποτελέσει έκπληξη. Είναι σαφέστατα ένα πολύ πιο φιλόδοξο έργο, αλλά δεν επιτυγχάνει τον συγκεκριμένο σκοπό του. Παρόλα αυτά, η γραφή του Καραγάτση, αν και εκ πρώτης όψεως δεν παρουσιάζει εμφανείς διαφορές, στο 10 είναι πιο ώριμη. Οι περιγραφές είναι πιο κοφτές, κυριαρχεί ο διάλογος προσφέροντας αμεσότητα, ο συναισθηματισμός είναι μετριασμένος και τοποθετημένος σε καίρια σημεία. Ακόμα και ατελές, το 10 συγγραφικά είναι κομψοτέχνημα!

d37d2-2015-05-262b01-22-042b1

Ας γελάσω λοιπόν. Αυτά ήταν τυπικά τα λόγια ίσως του μεγαλύτερου έλληνα λογοτέχνη. Από όσα βιογραφικά στοιχεία έχω διαβάσει για τον Καραγάτση, μάλλον η εν λόγω φράση πρέπει να ήταν από τις μεγαλύτερες ειρωνείες που του επιφύλαξε η ζωή. Όπως και να χει, διαβάζοντας κανείς το 10 περπατάει πάλι στις γειτονιές του Πειραιά και μπορεί να λείπει η Καλαμάτα του Σκλαβογιάννη και η Θεσσαλονίκη του Καραμάνου, αλλά ακόμα και έτσι παραμένει πάντα άξιο τέκνο του δημιουργού του.


*Εμ, για όσους ακόμα δεν έχουν διαβάσει το 10 και για δικούς τους λόγους δεν μπορούν να το βρούν, μπορούν να το κατεβάσουν και να το διαβάσουν ολόκληρο σε pdf εδώ.

Το ποίημα της εβδομάδας

Παγκόσμια ημέρα ποίησης σήμερα και θα το γιορτάσουμε με -τι άλλο;- το ποίημα της εβδομάδας! Ξέρω, η επιλογή είναι τετριμμένη, δυστυχώς όμως ο περιορισμένος χρόνος δεν μου επιτρέπει κάτι πιο εντυπωσιακό. Παρόλα αυτά, θα σας δώσω μια μικρή συμβουλή για σήμερα. Μην ποστάρετε κάποιο ποίημα, μην διαλαλήσετε στα κοινωνικά δίκτυα την αξία της ποίησης και το χρέος του ποιητή. Το έκαναν άλλοι πριν από εσάς και από μένα. Αντίθετα, σήμερα γιορτάστε τα ποιήματα της ζωής σας, τα κατά δικά σας ποιήματα. Τους ανθρώπους που σας φωτίζουν με το πνεύμα, τις ιδέες και τις πράξεις τους. Διαλέξετε για εκείνους μερικούς στίχους, πάρτε βαθιά ανάσα και αφιερώστε τους. Έτσι και το ποίημα θα πάρει την δόξα που του αξίζει και μερικά χαμόγελα θα λάμψουν στην αυγή της άνοιξης. Τα λέω σε σας για να τα ακούω εγώ, μην νομίζετε. Αλλά καλύτερα ας ακούσουμε την Ιστορία του Mark Strand!

Η ιστορία

Είναι η παλιά ιστορία: παράπονα για το φεγγάρι
που βυθίζεται στη θάλασσα, για τα αστέρια που ξεθωριάζουν με το πρώτο φως,
για το γκαζόν που το βρέχει η δροσιά, για το ασημένιο γκαζόν, για το γκαζόν που κρυώνει.

Και συνεχίζει το δρόμο της: ένας άντρας κοιτά τη σκιά του
και λέει πως είναι η στάχτη του εαυτού του που πέφτει, λέει ότι οι μέρες του
είναι οι πραγματικές μαύρες τρύπες στο διάστημα.
Αλλά τίποτα από αυτά δεν είναι αλήθεια.

Ξέρεις ποια ιστορία εννοώ: είναι αυτή για τα λεπτά που πεθαίνουν,
και τις ώρες, και τα χρόνια: είναι η ιστορία που λέω
για μένα, για σένα, για τον καθένα.

Ο Αλκίνοος θα είναι πάντα δικός μας

Με αφορμή τις εμφανίσεις του στο Κύτταρο, πλέκουμε το εγκώμιο ενός σύγχρονου ποιητή.

Σάββατο βράδυ, Ηπείρου και Αχαρνών γωνία. Οι περισσότεροι μουσικόφιλοι αναγνωρίζουν εύκολα το σκηνικό. Το Κύτταρο θα έχει πάλι κάποια live μουσική βραδιά.

Σάββατο βράδυ, Ηπείρου και Αχαρνών γωνία. Ο Αλκίνοος στο καθιερωμένο του πλέον στέκι περιμένει τους φίλους του – γιατί τόσα που έχει μοιραστεί μαζί τους μέσα από τα τραγούδια του, φίλοι είναι – να τραγουδήσουν και να σταματήσουν για λίγο το χρόνο. Όπως μόνο εκείνος ξέρει να κάνει. Γιατί ναι, μπορεί να έχει αλλάξει την εμφάνισή του, να έχει κόψει την αλογοουρά με την οποία τον αγαπήσαμε και να έχει αφήσει γένια αλλά είναι ακόμη ο ίδιος. Μπορεί να κοντεύει τα πενήντα αλλά μοιάζει ακόμα έφηβος. Μπορεί να έχει ωριμάσει μουσικά αλλά εκείνες τις ιστορίες που λέει πριν τα τραγούδια του, τις λέει με την ίδια αθωότητα και το ίδιο χιούμορ. Μπορεί να έχουν περάσει χρόνια από τότε που έγραψε το «Δεν μπορώ» ή το «Όνειρο ήτανε» αλλά αν τον ακούσεις να τα ερμηνεύει ζωντανά και κλείσεις τα μάτια σου, θα ορκιστείς πως είσαι εκεί, τότε που αποτύπωνε για πρώτη φορά αυτά που ένιωθε στο χαρτί.

Έτσι ένιωσα και εγώ. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα live και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα είναι η τελευταία. Υποσχέθηκα πως θα τον αφήσω ξανά να με απομονώσει από όλους και όλα και να με μεταφέρει στον δικό του μικρό επίγειο παράδεισο γεμάτο μελωδίες, ταξίδια και όνειρα. Γιατί την στιγμή που κλείνουν οι πόρτες στο Κύτταρο και εκείνος βγαίνει στην σκηνή αυτό συμβαίνει.

alkinoos1

Χωρίς καθυστέρηση και λίγο μετά τις δέκα και μισή ο Αλκίνοος και οι τέσσερις πλέον συνοδοιπόροι του γέμισαν τη σκηνή και μας καλωσόρισαν δύο φορές. Μία με την «Ζήνωνος» και μετά άλλη μία, κανονικά αυτή τη φορά, με τον Αλκίνοο να χαμογελά σαν ντροπαλός έφηβος καθώς μας παρουσίαζε τους υπόλοιπος μουσικούς και μας ζητούσε συγνώμη για την ώρα που χρειάζονται για κούρδισμα. Τόνισε πως όλα τα όργανα -στη σκηνή υπήρχε από κρητική λύρα έως κοντραμπάσο- είναι έγχορδα και πως το κούρδισμα αξίζει τον κόπο. Τον χειροκροτήσαμε όλοι. Φάνηκε να ντρέπεται. Ακολούθησαν γνωστά τραγούδια όπως η «Παράκληση» και ο «Προσκυνητής» αλλά και μικροί διάλογοι με το κοινό. Έπειτα για περίπου δέκα λεπτά η σκηνή άδειασε για να ξεκουραστούμε εμείς όπως είπε ο Αλκίνοος και μετά ήρθε το δεύτερο μέρος. Τώρα το κοινό είχε αφεθεί πολύ περισσότερο από πριν, τραγουδούσε δυνατά και ζητούσε τα δικά του αγαπημένα τραγούδια. Κάποια στιγμή ακούστηκε κάποιος να φωνάζει για την αγορά του Αλ Χαλίλι. Ο Αλκίνοος γύρισε προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή με ένα έντονο βλέμμα και δεν είπε τίποτα. Όλοι ξέσπασαν σε γέλια. Μαζί κι αυτός.

Συνέχισε με άλλες επιτυχίες του, και αν και δύσκολο, θα ξεχωρίσω τις ερμηνείες του στον «Βόσπορο» και την «Πατρίδα». Και στα δύο κομμάτια το ηχητικό αποτέλεσμα όλων των έγχορδων ήταν απλώς μαγικό και οι λέξεις έμοιαζαν να βγαίνουν από την ψυχή του Αλκίνοου και να έρχονται σε εμάς τόσο απλόχερα που πραγματικά σκέφτηκα πως ένας τέτοιος άνθρωπος μόνο καλοσύνη πρέπει να κρύβει μέσα του. Ο Αλκίνοος ευχαρίστησε τους συνεργάτες του, μας χαιρέτησε και χάθηκε. Όσο γρήγορα χάθηκε τόσο γρήγορα επέστρεψε. Μόνος του αυτή τη φορά. Φόρεσε την κιθάρα του και μας χάρισε λίγη ακόμη μαγεία με τραγούδια όπως το «Δεν Μπορώ» και φυσικά το «Στην αγορά του Αλ Χαλίλι». Δεν ξέρω αν ήταν μέσα στο πρόγραμμα ή απλώς το χρωστούσε σε εκείνη τη φωνή. Θα πιστέψω πως απλώς έτσι ένιωσε και το είπε. Έφυγα λίγο πριν τελειώσει. Χαίρομαι που δεν τον είδα να φεύγει μια για πάντα από τη σκηνή. Στο μυαλό μου έμεινε καθισμένος να τραγουδά «θα πληρώσω όσο όσο να μου κάνουν μία μελανιά…»

Η ώρα δύο και ενώ γυρνάω σπίτι προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει με τον Αλκίνοο. Όλοι λένε πόσο απλός και καθημερινός είναι, μα κρύβει μέσα του κάτι πολύ μαγικό για να είναι μονάχα απλός. Δε μπορεί. Θα ΄ναι κάτι παραπάνω. Ίσως η σωστή λέξη για να τον προσδιορίσουμε είναι ταπεινός, όχι απλός. Ο Αλκίνοος ξέρει πως με τη μουσική και τους στίχους του αγγίζει τον κόσμο όσο λίγοι, αλλά φαίνεται να μην νιώθει καθόλου ιδιαίτερος για αυτή την ιδιαίτερη ικανότητά του. Δεν ξέρω αν φταίνε τα παιδικά του χρόνια στην Κύπρο, το μεγάλο ταλέντο του ή ο χαρακτήρας του, ξέρω όμως πως όταν τραγουδάει έτσι ταπεινά, με πάθος και γαλήνη μαζί, με το βλέμμα κατεβασμένο και τη φωνή του ήρεμη, μοιάζει τουλάχιστον όμορφος.

αλκινοος2

Και μετά σε κάθε χειροκρότημα, όταν κοιτάει το κοινό ντροπαλά και χαμογελά σαν παιδί που το αποδέχεται ο κόσμος για πρώτη φορά, τότε ξέρω πως δεν έχει μεγαλώσει καθόλου. Είναι ακόμα νέος και θα παραμείνει για πάντα. Γιατί έχει για οδηγό το ταλέντο και την ελπίδα και αυτά σίγουρα  δεν γερνούν ποτέ.

«Κάτω από ένα τραπέζι,  το θυμάμαι σαν τώρα,
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες
μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ.
Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν,
τι ωραία που πέφτουν….» 
τραγουδά και μας επιτρέπει να μπούμε για λίγο στην καρδιά του, στο σπίτι των συναισθημάτων του , στο εργαστήρι όλων αυτών των ποιημάτων, στους εφιάλτες που κατάφερε να κάνει όνειρα.

Γι΄αυτό σας λέω, ο  Αλκίνοος ότι και αν γίνει, όσα χρόνια και αν περάσουν, όπως και αν έχει τα μαλλιά του, θα είναι πάντα ο Αλκίνοος. Όχι ο Ιωαννίδης. Είναι πολύ δικός μας για να τον λέμε έτσι. Νομίζω πως ούτε και ο ίδιος θα το ήθελε.

Ο Αλκίνοος θα είναι στο Κύτταρο στις 17 & 18 και 24 & 25 Μαρτίου. 

Το ποίημα της εβδομάδας

Ο André Breton γράφει το ποιήμα «Le verbe être» και εκατό χρόνια μετά το διαβάζουμε μαζί και το ζούμε χώρια.

Le verbe être

Γνωρίζω την απελπισία στα κύρια σημεία της. Η απελπισία δεν έχει φτερά, δεν στηρίζεται απαραίτητα σ’ένα ξέστρωτο τραπέζι, σε μια βεράντα κοντά στη θάλασσα το βράδυ. Είναι η απελπισία και δεν είναι η επιστροφή μιας ποσότητας από μικρά γεγονότα όπως οι σπόροι που εγκαταλείπουν, την ώρα που πέφτει η νύχτα, ένα χαράκωμα για ένα άλλο. Δεν είναι τα βρύα πάνω σε μια πέτρα ή το ποτήρι για να πιούμε. Είναι ένα καράβι ραντισμένο με χιόνι αν θέλετε, όπως τα πουλιά που γκρεμίζονται και το αίμα τους δεν έχει καθόλου πυκνότητα. Γνωρίζω την απελπισία στα κύρια σημεία της. Ένα πολύ μικρό σχήμα, οριοθετημένο από ένα κόσμημα για τα μαλλιά.

fondation-pierre-arnaud-lens-art-valais-andre-breton-wall-sabine-weiss-1530