Έθιμα Ταφής της Hannah Kent

Οι μικρές προκαταλήψεις που κάνουν την ζωή μας δυσκολότερη δεν περιορίζονται μονάχα στην υλική πλευρά της καθημερινότητας, αντιθέτως κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος και στον πνευματικό χώρο. Στην δικιά μου περίπτωση όλα άρχισαν πριν από μερικούς μήνες, όταν διάβασα τη Λίγη Ζωή και υποσχέθηκα να μην ακουμπήσω ξανά βιβλίο συγγραφέα που δεν έχει κλείσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του. Μετά διάβασα κάποια ποιήματα του Ρεμπώ και συνήλθα. Διότι, πραγματικά, δεν υπάρχει χειρότερη εκούσια φυλάκιση του ίδιου σου του εαυτού από τα στενοπά που έχεις δημιουργήσει εσύ ο ίδιος για να τον κλείσεις. Μετά από μια προσεκτική επιλογή και τον αδιάλεχτο παράγοντα των εναπομεινάντων βιβλίων στο επαρχιακό βιβλιοπωλείο, αγόρασα, διάβασα και λάτρεψα τα Έθιμα Ταφής της Hannah Kent.

Η Hannah Kent γεννήθηκε το 1985 στην Αδελαίδα της Αυστραλίας. Στα εφηβικά της χρόνια βρέθηκε ως υπότροφη της Λέσχης Ρόταρι στην Ισλανδία, όπου και άκουσε για πρώτη φορά την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, μιας γυναίκας που καταδικάστηκε σε θάνατο για την δολοφονία δύο ανδρών το 1829. Τα Έθιμα Ταφής είναι το πρώτο της βιβλίο, ενώ αυτό τον καιρό μεταφράζεται στα ελληνικά το δεύτερο με τίτλο «The good people».

«Είπαν ότι πρέπει να πεθάνω. Είπαν ότι έκλεψα την ανάσα άλλων ανθρώπων και τώρα πρέπει κι αυτοί να κλέψουν την δική μου. Φαντάζομαι, λοιπόν, πως είμαστε όλοι φλόγες κεριών που φέγγουν θαμπά, τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι και στο φύσημα του αέρα, και μέσα στην ησυχία της κάμαρας ακούω βήματα, βήματα τρομερά που έρχονται, έρχονται να με σβήσουν και να διώξουν τη ζωή μου μακριά από μένα σε μια γκρίζα τολύπα καπνού. Θα χαθώ, θα σκορπίσω στον αέρα και στη νύχτα. Θα μας σβήσουν όλους, τον έναν μετά τον άλλον, ώσπου να μείνει μόνο το δικό τους φως, και μ’αυτό να βλέπουν τον εαυτό τους. Που θα είμαι τότε εγώ;»

Τα Έθιμα Ταφής πραγματεύονται την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, όπως ανέφερα και παραπάνω, και πιο συγκεκριμένα τους μήνες πριν την εκτέλεση της, όταν την έστειλαν να περιμένει το τσεκούρι του δημίου σε ένα αγρόκτημα ενός κοινοτικού υπαλλήλου. Στην αρχή κανένα από τα μέλη της οικογένειας δεν ήθελε την Άγκνες ανάμεσα τους. Δεν ήταν μόνο ο φόβος που φώλιαζε στην καρδιά τους, ότι θα πλάγιαζαν στο ίδιο δωμάτιο με μια φόνισσα, αλλά και η κοινωνική κατακραυγή. Υποσυνείδητα φοβόντουσαν μην κολλήσουν και οι ίδιοι την ρετσινιά του κοινωνικού απόβλητου. Αχ, αθάνατη ανθρωπότητα! Με το πέρασμα του χρόνου όμως καταλαβαίνουν ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και οτι μια στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου δεν είναι ικανή να καθορίσει τον ίδιο τον άνθρωπο.

2017-03-06 09.30.22 1.jpg

Στο τέλος του βιβλίου, η Hannah μαζί με τις ευχαριστίες γράφει και ένα σημείωμα στους αναγνώστες για να τους υποδείξει τα αληθινά από τα μυθοπλαστικά στοιχεία. Ελάχιστα στοιχεία του βιβλίου είναι αμιγώς μυθοπλαστικά και τα περισσότερα από αυτά εξυπηρετούν καθαρά την ροή της πλοκής. Πριν προχωρήσει στη συγγραφή αυτού του ομολογουμένως αμφιλεγόμενου βιβλίου η συγγραφέας μελέτησε σε βάθος την υπόθεση, πήρε συνεντεύξεις και αναζήτησε μέχρι και τα ενοριακά βιβλία της εποχής, τα οποία λειτουργούσαν τότε ως κοινοτικοί κατάλογοι. Ήξερα ότι το ιστορικό μυθιστόρημα είναι από τα πιο δύσκολα είδη, δεν φανταζόμουν όμως ποτέ ότι κάποιος θα έμπαινε σε αυτό τον κόπο για να υπερασπιστεί την τιμή ενός ανθρώπου που δεν γνωρίζει ούτε θα γνωρίσει ποτέ και που στο κάτω κάτω δεν μπορεί να είναι σίγουρος για την αθωότητά του. Ίσως τελικά η ανθρωπότητα να έχει και την καλή της πλευρά.

Η γραφή, χωρίς καμία υπερβολή, είναι εξαιρετική. Η Hannah για να ελαφρύνει κάπως το βαρύ της θεματολογίας του μυθιστορήματός της εναλλάξει τα πρόσωπα των αφηγητών. Στια χωρία της Άγκνες επικρατεί η ποιητικότητα και η σοφία, ενώ διαδοχικά σε άλλα η θεολογική προσέγγιση, ο φόβος και η οργή. Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες από όταν τελείωσα το βιβλίο και τώρα είμαι πιο σίγουρη παρά ποτέ ότι τα Έθιμα Ταφής είναι δείγμα υψηλής λογοτεχνίας. Μαζί με τα ηθικοκοινωνικά ρεύματα της υπόθεσης ο αναγνώστης παίρνει πολλές λαογραφικές και ιστορικές πληροφορίες. Μπαίνει στη θέση του ανθρώπου που εργαζόταν ήλιο με ήλιο και που κοιμόταν σε μαξιλάρια από αποξηραμένα φύκια. Και περιμένει μαζί με την Άγκνες την εφαρμογή της καταδίκης της. Για μένα αυτό ακριβώς είναι η υψηλή λογοτεχνία.

Συστήνεται φυσικά!

ΣτΜ: The Lost Room

Η Σειρά του Μήνα είναι η νέα κατηγορία του Rive Gauche και έχει ως απώτερο σκοπό να συστήσει σειρές που αξίζει να δει κανείς και που σίγουρα έχουν φάει αρκετές ώρες απ’την ζωή της συντάκτριας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα παραπονεθώ για δύο λόγους. Πρώτον, όλη η σειρά διαρκεί λιγότερο από πέντε ώρες (πείτε μου ότι δεν σας έπεισα μόνο με αυτό!) και δεύτερον, παίζει ο Nate Fisher από το Six Feet Under (πάντως αυτό έπεισε εμένα!).

a9cwzlrlftc-market_maxres

Το The Lost Room είναι μια μίνι σειρά επιστημονικής φαντασίας του 2006. Ένας ντεντέκτιβ βρίσκει μετά την έρευνα ενός διπλού φόνου ένα κλειδί ξενοδοχείου (αγγλιστί motel). Κανείς δεν ξέρει που είναι το εν λόγω κατάλυμα και τι ρόλο παίζει με τους φόνους, μέχρι που ανακαλύπτει ότι το συγκεκριμένο κλειδί ανοίγει όλες τις πόρτες και βγάζει σε ένα (χαμένο) δωμάτιο. Δεν είναι μόνο όμως το κλειδί στο παιχνίδι, κάθε αντικείμενο του δωματίου έχει ιδιαίτερες δυνάμεις και μύθους γύρω από αυτό, για αυτό και πολλοί, κακοί συνήθως, αναζητούν και συλλέγουν διακαώς αυτά τα αντικείμενα. Ο Αστυνόμος Nate, συγγνώμη Joe ήθελα να πω, περίεργος να βρει τι συνέβη στο δωμάτιο, αρχίζει προσωπικές έρευνες. Αυτό που δεν γνωρίζει όμως και θα το μάθει με τον πιο άσχημο τρόπο είναι ότι όλο αυτό το παιχνίδι έχει πάντα ένα τίμημα. Έτσι λοιπόν, σε μια πάλι με έναν άλλο συλλέκτη χάνει την κόρη του μέσα στο δωμάτιο και αποφασίζει να κάνει τα πάντα για να την φέρει πίσω.

Οι αρετές της σειράς είναι πολλές και δεν μιλάω μόνο για τις εξαιρετικές ερμηνείες. Προσωπικά απόλαυσα στο έπακρον την μείξη της υποψίας του παράλληλου σύμπαντος με τον αγώνα ενός πατέρα να βρει το παιδί του. Μου το έκανε πιο εύπεπτο, γιατί δεν τα πάω καλά ούτε με την επιστημονική φαντασία ούτε με τα αστυνομικά. Το ατυχές είναι ότι τελειώνοντας η σειρά αφήνει πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Είναι προφανές οτι η παραγωγή ήθελε την συνέχεια της σειράς, γιατί δεν έβαλε τέλος σε πολλά παραθυράκια. Κάτι στράβωσε, ποιός ξέρει και εμείς μείναμε με έξι επεισόδια (ή τρία δίωρα) και αρκετές θεωρίες.

the_lost_room

Εν κατακλείδι, η σειρά είναι μικρή, είναι καλογυρισμένη και ακόμα και ατελής βλέπεται ευχάριστα. Δεν είναι, βέβαια, ένα επίγειο αριστούργημα και πως να είναι εδώ που τα λέμε, αφού είναι τηλεοπτικό προιόν, αλλά μπορεί κανείς να το ξεχωρίσει από τον κυκεώνα των τηλεοπτικών σειρών του ’00. Επιπλέον, μου είχε λείψει τόσο πολύ ο Peter Krause που θα μπορούσα να τον παρακολουθήσω να πρωταγωνιστεί και στον Barney, το δεινοσαυράκι (crippiest σειρά ever).

Το ποίημα της εβδομάδας

Σαν σήμερα, 2 Μαρτίου 1942, γεννήθηκε ο Lou Reed και η ποιητική ανάρτηση αυτής της εβδομάδας είναι αφιερωμένη σε εκείνον. Μέσα σε όλη την καλλιτεχνική του δραστηριότητα o Lou υπήρξε και ποιητής, δημοσιεύοντας κάποια ποιήματά του σε περιοδικά την δεκαετία του ’70. Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται λίγο πιο πριν χρονικά, όταν μέσω τις στιχουργικής του δουλειάς ο Lou, και κατ’επέκταση οι Velvet Underground, συμπεριλαμβάνονται σε μια ποιητική ανθολογία του Donald Allen με θέμα την «Νέα Αμερικανική Ποίηση». Η συλλογή αυτή εκδόθηκε το 1960 και συμπεριλάμβανε και πολλά άλλα μουσικά συγκροτήματα. Ακολουθούν, λοιπόν, οι στίχοι από δύο τραγούδια, ένα γνωστό και ένα σχετικά άγνωστο, με την ελπίδα να τα διαβάσετε και να θέλετε να τα ακούσετε, γιατί την έκτη μέρα της δημιουργίας ο Θέος δεν έφτιαξε μόνο τους Floyd. Λέω εγώ τώρα…

I’ll be your mirror

I’ll be your mirror
Reflect what you are, in case you don’t know
I’ll be the wind, the rain and the sunset
The light on your door to show that you’re home

When you think the night has seen your mind
That inside you’re twisted and unkind
Let me stand to show that you are blind
Please put down your hands
‘Cause I see you

I find it hard to believe you don’t know
The beauty that you are
But if you don’t let me be your eyes
A hand in your darkness, so you won’t be afraid

When you think the night has seen your mind
That inside you’re twisted and unkind
Let me stand to show that you are blind
Please put down your hands
‘Cause I see you

home.jpg

After Hours

If you close the door
the night could last for ever
leave the sunshine out and say ‘hello’ to never
all the people are dancing and they’re having such fun
I wish it could happen to me
but if you close the door
I’ll never have to see the day again
if you close the door
the night could last for ever
leave the wineglass out
and drink a toast to never
Oh! someday I know someone will look into my eyes
and say ‘hello’
you are my very special one
but if you close the door
I’ll never have to see the day again
Dark cloudy bars
Shiny Cadillac cars
and the people on subways and trains
looking grey under rain as they stand disarrayed
all the people look well in the dark
and if you close the door
the night could last for ever
leave the sunshine out and say ‘hello’ to never
all the people are dancing and they’re having such fun
I wish it could happen to me
’cause if you close the door
I’ll never have to see the day again
I’ll never have to see the day again
once more
I’ll never have to see the day again

Steven Wilson, “Hand. Cannot. Erase.”

του project sol

Ως καινούριος συντάκτης στο blog, είπα να ξεκινήσω από έναν χαρακτηριστικό δίσκο για τη σύγχρονη ροκ μουσική. Το ζήτημα όμως δεν είναι εάν το “Hand. Cannot. Erase.” αποτελεί αξιόλογο δίσκο, αλλά εάν πρόκειται για ένα φαινόμενο. Μουσικά και στιχουργικά τι νέο φέρνει στην Progressive Rock σκηνή και ποια η συνολική εικόνα που αφήνει στον ακροατή.

17094114_158052698043851_675250155_n.jpg

Το τέταρτο προσωπικό άλμπουμ του Steven Wilson από το γνωστό συγκρότημα Porcupine Tree κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 2015 και ασχολείται με θέματα από τη ζωή μία κατά τα άλλα άγνωστης γυναίκας, της Joyce Carol Vincent, που όμως έγινε γνωστή από την απίστευτη ιστορία της. Παρότι πολύ συμπαθητική, με φίλους και οικογένεια εξαφανίστηκε μυστηριωδώς χωρίς να την αναζητήσει κανένας για τρία ολόκληρα χρόνια, οπότε βρέθηκε νεκρή σε προχωρημένη σήψη στο διαμέρισμά της. Ο άλμπουμ δεν δίνει έμφαση στη μακάβρια έκβαση της ιστορίας, αλλά ασχολείται με την αποξένωση ως γενικότερο φαινόμενο εστιασμένο από την πλευρά της πρωταγωνίστριας γυναίκας. Αυτό που θα πρέπει να πω είναι πως δεν υπάρχει αυτό που θα λέγαμε γραμμική ή συνεχής αφήγηση, αλλά σκόρπιες ιστορίες από τη ζωή και τις αναμνήσεις της Vincent.

Αλλά ας περάσω στο άλμπουμ καθεαυτό. Ο δίσκος ξεκινά με ένα θα έλεγα “intro” που υποβάλλει τον ακροατή σε μία μείξη ηλεκτρονικής “βροχής” και μία ευφυή μελωδία για πιάνο και τον προετοιμάζει για αυτό που θα ακολουθήσει. Το “First Regret” αρχίζει και την καταμέτρηση των “σφαλμάτων” της Vincent, που όπως μαθαίνουμε αργότερα φτάνουν τουλάχιστον στον αριθμό υων εννέα. Κι εδώ ξεκινά ένα Progressive Rock μουσικό ταξίδι με στοιχεία Art Rock και ηλεκτρονικής μουσικής, όλα με όμορφο τρόπο συγχρονισμένα, με φωνητικά από τον Wilson και την ομολογουμένως καταπληκτική φωνή της Ninet Tayeb, με την οποία θα ασχοληθώ παρακάτω.

Περνώντας στο δεύτερο τραγούδι (“Three Years Older”), τα όργανα που ξεχωρίζουν στην αρχή, η ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα, το πιάνο και τα synthesizers είναι ομαδοποιημένα με αρμονικό τρόπο ώστε να μην καλύπτουν τη φωνή του Wilson, που τραγουδώντας το ρεφραίν με άφησε όχι απλά ικανοποιημένο αλλά περίεργο για το τι θα ακολουθήσει. Αμέσως μετά ακολουθεί ένα σόλο πιάνο και επιστροφή στους στίχους “shame on you for getting older every day” ικανοποιώντας και το δύσκολο ακόμα κοινό, στο οποίο -ας μην κρύβομαι- ανήκω κι εγώ. Έπειτα ακολουθεί ένα αρκετά γρήγορο ορχηστρικό, το οποίο αξίζει να ακούσει κανείς πολλές φορές για να αναζητήσει τα ίχνη όλων των οργάνων και να εκτιμήσει την αξία του ως αναπόσπαστο κομμάτι του τραγουδιού.

Το τρίτο κομμάτι, ομότιτλο του άλμπουμ ενδιαφέρει από μουσική άποψη για τον “περιέργο ρυθμό” του, που εγώ δεν δυσκολεύτηκα να καταλάβω καθότι κοντινός με τα 9/8 του ζεϊμπέκικου. Αλλά προσοχή, δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως είναι ένα κλασσικό Progressive κομμάτι με ωραία δομημένους στίχους και σόλο, αρμονικά πλασμένο. Το τέταρτο κομμάτι (“Perfect Life”) αποτελείται από μία απαγγελία και ένα τραγουδιστικό μέρος (“We have got a perfect life”) και μιλάει για την παιδική ηλικία της πρωταγωνίστριας. Αξίζει να το ακούσει κανείς για τη μουσική, που προοδευτικά γίνεται δυνατότερη, αλλά και τους στίχους.

Και περνάω στο καλύτερο κατά τη γνώμη μου κομμάτι του άλμπουμ. Το “Routine” είναι κατασκευασμένο μουσικά και στιχουργικά με έναν τέλειο τρόπο, και εδώ έρχεται η φωνή της Tayeb, που ακούγεται κουρασμένη από τη ρουτίνα της ζωής στο σπίτι, αλλά φαίνεται σαν να μην θέλει να απαλλαγεί από αυτήν (“Routine keeps me in line//Helps me pass the time”). Μουσικά  αποτελεί την κορυφή του άλμπουμ, με πιάνο, ηλεκτρική κιθάρα, σόλο και φωνητικά τέλεια συγχρονισμένα και εναρμονισμένα ώστε να αποτελούν ένα σύνολο ποιοτικής μουσικής προοδευτικά εξελίξιμης από το απλό -αλλά όχι απλοϊκό- στο σύνθετο και πάλι πίσω στην απλή της βάση. Έτσι περνούν γρήγορα τα 9 λεπτά του τραγουδιού, χωρίς μάλιστα να το καταλάβει ο ακροατής.

Το επόμενα δύο τραγούδια (“Home Invasion και Regret #9”) αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο με τους στίχους του πρώτου να καρφώνονται στο μυαλό μου (“Download sex and download God”) αμέσως μετά το δυναμικό ορχηστρικό που προηγείται. Το δεύτερο ως συνέχεια του προηγούμενου θυμίζει ορχηστρικά τραγούδια των Pink Floyd αλλά και των μέταλ ξαδέλφων τους, των Dream Theatre, με όργανα όπως τα synthesizers. Ακολουθεί το “Transience”, το μικρότερο τραγούδι του δίσκου, ένα απλό αλλά όμορφο τραγούδι που κρατάει μόλις 2:48 λεπτά, μόνο με ακουστική κιθάρα κι όμως δεν παύει να αναδεικνύει το ταλέντο του Wilson.

Και περνάω στο δεύτερο κατά τη γνώμη μου καλύτερο κομμάτι μετά το “Routine”, που ονομάζεται “Ancestral”, το οποίο αρχίζει αρκετά αναπάντεχα με ηλεκτρονικά drums και φλάουτο, και αμέσως μετά προστίθενται βιολιά και μπάσο ακριβώς στο σημείο που προηγείται της κορύφωσης, με το καλύτερο σόλο του δίσκου. Η φωνή της Tayeb  επιστρέφει σε αυτό το κομμάτι και κάνει αισθητή την παρουσία της, παρότι τραγουδά λίγους στίχους. Το τραγούδι συνεχίζει για άλλα οκτώ λεπτά μετά τους στίχους με ένα ορχηστρικό που προοδευτικά επιταχύνει μέχρι το τέλος.

Τα τελευταία δύο κομμάτια (“Happy Returns” και “Ascendant Here On…”) κλείνουν το άλμπουμ με ήρεμο τρόπο και για άλλη μία φορά αναδεικνύουν το ταλέντο του Wilson και στα κλασσικά ροκ τραγούδια. Το τέλος σημαδεύεται από το ορχηστρικό μέρος του “ Ascendant Here On…”.

17035269_158052604710527_549512790_n

To ερώτημα που παραμένει μετά από όλο αυτό το κείμενο είναι εάν το Hand. Cannot. Erase. είναι δίσκος φαινόμενο. Οι επίσημες κριτικές δίνουν σκορ 89 στα 100, το οποίο μετακριτικά σημαίνει ολική αναγνώριση και καταξίωση. Οι κριτικοί ανά τον κόσμο το εγκωμίασαν και του έδωσαν πολύ υψηλά σκορ. Πράγματι η παράγωγή του είναι αψεγάδιαστη, οι μουσικοί αλάνθαστοι και οι φωνές ταιριαστές και χωρίς περιττές προσθήκες. Ίσως το μόνο ελάττωμά του να είναι ότι παρά τον επιτονισμό της γυναικείας οπτικής, βασικός στα φωνητικά παραμένει ο Wilson και η Tayeb παραγκωνίζεται. Παρ’ όλα αυτά τα θετικά υπερκερνούν τόσο πολύ το αρνητικό αυτό στοιχείο (σε αυτό βοηθά και φωνή του Wilson), που θα έλεγα ότι ο χαρακτηρισμός που έλαβε από το γερμανικό περιοδικό “Visions”, “The Wall for the Facebook generation” είναι κάτι παραπάνω από ακριβής, καθώς και μουσικά και στιχουργικά δίνεται η εντύπωση του βάθους και της αποξένωσης που κυριαρχεί στις πόλεις.

Βαθμολογία: 4,7/5

Αγαπημένα Φεβρουαρίου

Πέρασε επιτέλους και ο Φεβρουάριος, ένας μήνας δύσκολος από όλες τις απόψεις. Κάτι μου λέει πως θα έρθουν ακόμα πιο δύσκολες μέρες, αλλά τουλάχιστον αυτές του Φεβρουαρίου πέρασαν και δεν θα ξανάρθουν. Με τα καλά και τα κακά τους.

16908528_220961828372339_5246117344484261888_n

Εμείς και ο Κόσμος

Ίσως ότι καλύτερο μου συνέβη τον τελευταίο καιρό είναι ότι άρχισα να αρθρογραφώ για το site της Άνδρου. Για όσους δεν το ξέρουν, κατάγομαι από εκεί και το γεγονός ότι πλέον είμαι ενεργό μέλος ενός τόσο μεγάλου ενημερωτικού και ψυχαγωγικού πυρήνα με κάνει πολύ χαρούμενη. Στα πλαίσια της αρθογραφίας τώρα, μου έκανε τρομερή εντύπωση το κείμενο του Μάνου Βουλαρίνου στην Athensvoice με τίτλο To αστείο με το «άβατο των Εξαρχείων». Το άρθρο αυτό είναι ένα ηχηρό χαστούκι στο μάγουλο κάθε δημοσιογραφίσκου που μέσω της έδρας του προξενεί τον τρόμο και την προκατάληψη γύρω από περιοχές όπως τα Εξάρχεια. Δεν είμαι θαμώνας της περιοχής, ελάχιστα την γνωρίζω και την επισκέπτομαι, αλλά πόσες και πόσες περιοχές της Αθήνας δεν έχουν στιγματιστεί από ανόητα σχόλια και προκαταλήψεις. Αυτό πρέπει να πάψει και ένα καλό σημείο για να ξεκινήσει αυτό είναι το παραπάνω κείμενο. Τέλος, δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω την συνέντευξη του Παύλου Παυλίδη στην εκπομπή Μέσα στην πόλη των Άλλων. Ο Παύλος μιλάει σπάνια, αλλά όταν το κάνει, τα λέει όλα. Μίλησε για την Βέροια, για τα Μωρά στη Φωτιά, τα χρόνια στο Παρίσι και την πορεία των Ξύλινων Σπαθιών. Μίλησε για την μουσική, για την έμπνευση και για τον κόσμο. Ασχέτως με το αν είναι κανείς οπαδός των Ξ.Σ. αυτή η συνέντευξη είναι πολύ σημαντική περισσότερο για να αντιληφθούμε την σκέψη ενός από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες στην Ελλάδα. (μέρος α΄ και β’)

Εμείς και εμείς

Διάβασα αρκετά, αλλά μονάχα τρία βιβλία στάθηκαν μέσα μου: ο Μόλλου του Beckett, Τα τρία επίπεδα της ζωής του Barnes και το Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για αγάπη του Carver. Δεν μπορώ να το περιγράψω, αλλά σε κάθε ένα από αυτά κάτι έσπασε και κάτι ξαναφτιάχτηκε μέσα μου. Η τρέλα, ο θάνατος και ο έρωτας. Μα πως να μην δημιουργήσουν το χάος όταν τα ίδια είναι φτιαγμένα από αυτό το συστατικό. Και όπως είπε ο Παύλος «έμπνευση είναι το να συμμαχήσεις με το χάος ακριβώς με τον τρόπο που το χάος συμμετέχει στο παιδικό παιχνίδι«.  Από ταινίες, μιας που κάναμε letterbox και πλέον τις μετράμε, ξεχώρισαν το Moonlight, το It’s Only the End of the World και Paterson. Κάθε μία από αυτές διέπεται από ένα ξεχωριστό είδος ποιητικότητας. Το Paterson βασίζεται στην αυτοαναφορικότητα, ποίηση για την ποίηση δια μέσου της οθόνης. Το Moonlight επενδύει στην ίδια την εικόνα και την ερμηνεία, δεν πήρε άδικα το βραβείο Oscar της ταινίας της χρονιάς. Και το It’s Only the End of the World, ε λοιπόν αυτό στάζει οργισμένη ποίηση από τον ιδρώτα των πρωταγωνιστών. Ο Γαλλικός κινηματογράφος βρήκε τον δάσκαλό του στο πρόσωπο του Dolan!

Αυτά τα σχετικά ολίγα. Πάω να ανοίξω στον Πίου γιατί γρατζουνάει την πόρτα (καινούργια συνήθεια αυτή).

Οι αγαπημένες μου ταινίες

Μετράμε μερικές ώρες για τα Oscars και όλος ο κόσμος ασχολείται με το πόσα βραβεία θα πάρει το La La Land και το Moonlight. Εγώ ποντάρω στο Manchester by the sea γιατί όπως σχολίασε και μια κριτικός σε ένα μεγάλο site ο Affleck έχει κάτι από τον Παυλίδη. Σήμερα, μετά από πολλές αναβολές και σκαμπανεβάσματα αποφάσισα να σας αναφέρω – και γιατί όχι, να προσπαθήσω να αναλύσω κιόλας- τις αγαπημένες μου ταινίες. Όπως ξέρουν οι περισσότεροι από εσάς, δεν είμαι φαν του αθλήματος. Βλέπω συνολικά πενήντα ταινίες τον χρόνο, οι περισσότερες από τις οποίες είναι μάλιστα σε επανάληψη, και πάω σινεμά μια με δύο φορές (τον χρόνο πάλι). Βλακεία μου, το παραδέχομαι. Προσπαθώ φέτος να είμαι πιο συνεπής στο θεσπισμένο εβδομαδιαίο μου ραντεβού με την έβδομη τέχνη και περήφανα σας ανακοινώνω ότι μέχρι τώρα τα έχω καταφέρει. Είδα τις περισσότερες από τις ταινίες που προκρίθηκαν για Όσκαρ, αλλά ας μην σας μπερδεύω, δεν είναι καμιά στη λίστα. Στις επόμενες γραμμές θα διαβάσετε έργα στα οποία χρωστάω κομμάτια μου. Οι επιλογές δεν είναι απρόβλεπτες, μπορεί κανείς να τις θεωρήσει τετριμμένες, είναι λίγες, αλλά σημαντικές. Cut, πάμε απ’την αρχή!

Freaks (1932)

Ή αλλιώς τα Τέρατα του Tod Browning. Η συγκεκριμένη ταινία υπάρχει σε όλες κινηματογραφικές λίστες που σέβονται τον εαυτό τους ως μια από τις σημαντικότερες όλων των εποχών και για πρώτη φορά αυτοί οι βαρύγδουποι τίτλοι με βρίσκουν σύμφωνη. Το Freaks γυρίστηκε στις αρχές τις δεκαετίας του 1930 και είναι η πρώτη και τελευταία ταινία στην οποία πρωταγωνιστούν άτομα των ανθρώπινων τσίρκο. Ξέρω ότι πριν από μερικά χρόνια αν ανέφερα κάτι τέτοιο θα έπρεπε να αποσαφηνίσω τι στο καλό ήταν τα ανθρώπινα τσίρκο, πλέον όμως δεν χρειάζεται. Έχετε δει AHS και ξέρετε ότι παλιά, όχι και πολύ αν το καλοσκεφτείς, οι άνθρωποι με ιδιαιτερότητες και αναπηρίες ήταν εκθέματα σε περιπλανώμενα τσίρκο. Σε αυτή την ταινία, λοιπόν, ο Browning μας δείχνει τα παρασκήνια, τους ανθρώπους και τις ζωές τους. Στις μέρες μας το έργο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε θρίλερ (όπως θεωρούταν κάποτε) ούτε noir. Είναι ένα πολιτιστικό διαμάντι που καταγράφει ωραιοποιημένα μια αγριότητα της ανθρώπινης φύσης που γινόταν κατ’ εξακολούθηση. Αν την δείτε μην λησμονήσετε να διαβάσετε για τους πρωταγωνιστές και για τις συνθήκες στις οποίες γυρίστηκε.

tumblr_nzix43y6f61qzrmlwo1_400

The Freaks/οι σιαμαίες

6373646701_6f14586f8c_o

Το μπλε είναι παντού/ένας αποστοματικός εσωτερικός μονόλογος

 

Trois couleurs: Bleu (1993)

Το κύκνειο άσμα ενός εκ των μεγαλύτερων ευρωπαίων σκηνοθετών, του Krzysztof Kieslowski. Η τριλογία των χρωμάτων: το μπλε, το λευκό και το κόκκινο είναι τρεις ταινίες θεματικά επηρεασμένες από τις αξίες της Γαλλικής Επανάστασης (με μια σύγχρονη χροιά προφανώς), για αυτό και ο δανεισμός των χρωμάτων από την Γαλλική σημαία. Ο λόγος που ο σκηνοθέτης επέλεξε να τιμήσει την Γαλλία με τα τελευταία του έργα είναι ότι σε αυτή χρωστάει την καταξίωση του. Οι περιπτώσεις Πολωνών καλλιτεχνών που διαπρέπουν στον γαλλικό καλλιτεχνικό χώρο είναι πολλές, με γνωστότερη όλων αυτή του Polanski. Πίσω στο θέμα μας όμως! Από την Τριλογία οι περισσότεροι επιλέγουν την Κόκκινη ταινία, λόγω της υποψηφιότητάς της στα Όσκαρ του ’94. Εμένα όμως με άγγιξε η Μπλε. Η εμμονή του Kieslowski με τα χρώματα, την κλασική μουσική και την ηθική διάσταση των πραγμάτων (ακόμα και με τους ηλικιωμένους που πετάνε σκουπίδια) με διέλυσε. Μια γυναίκα χάνει το παιδί και τον άνδρα της σε ένα αυτοκινητιστικό. Παλεύει να μαζέψει τα κομμάτια της μέχρι που μαθαίνει ότι ο άνδρας της είχε ερωμένη, η οποία μάλιστα είναι σε ενδιαφέρουσα. Πανανθρώπινο το δράμα του Krzysztof, όπως και κάθε δράμα της ίδιας της ζωής.

le_premier_jour_du_reste_de_ta_vie.jpg

Η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής σου!

 

Le Premier jour du reste de ta vie (2008)

Πόσες φορές έχω πει εγώ η ίδια ακριβώς αυτά τα λόγια: Η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής (μου), ίσως την τελευταία φορά πράγματι να το εννοούσα, αφού δεν έζησα καμία άλλη παρόμοια. Η ταινία παρακολουθεί τα χνάρια μιας γαλλικής μεσοαστικής οικογένειας και έπειτα την πορεία κάθε μέλους της. Ουσιαστικά δεν πρόκειται για τίποτα ιδιαίτερο. Ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, ωραία πλάνα, ρεαλιστική απεικόνιση των σχέσεων και της φθοράς τους. Τίποτα το ιδιαίτερο, όπως είπα. Μόνο που, και το γράφω κλαίγοντας γαμώτο, αυτή η ταινία είναι μια από τις καλύτερες που έχω δει. Δεν ξέρω αν η ιστορία Ραφαέλ με άγγιξε περισσότερο από όσο θα έπρεπε ή αν απλά κατέρρευσα και ξαναγεννήθηκα μαζί με τους πρωταγωνιστές στην τελευταία σκηνή. Ένα ξέρω: ήταν η πρώτη φορά που άκουσα το Perfect Day του Lou Reed και ναι, εκείνη την ημέρα άλλαξε πραγματικά η ζωή μου. Ήταν 2008, σε ένα χρόνο κλείνουμε δέκα χρόνια, και αν με ρωτήσει κανείς δεν ξέρω να του πω αν ο τότε δωδεκάχρονος εαυτός μου θα ενέκρινε τον σημερινό εικοσιενάχρονο. Μαντεύω πως όχι.

1140_2_21-596x270

Ο βασιλιάς Μουρίκης!

 

Ο Βασιλιάς (2002)

Ο Νίκος Γραμματικός το 2002 έφτιαξε μια ταινία για την ελληνική επαρχεία και τις δεύτερες ευκαιρίες. Στα 35 του ο Βαγγέλης, πρώην χρήστης ναρκωτικών και έγκλειστος φυλακών, εγκαταλείπει την Αθήνα και τα κυκλώματα που τον κυνηγάνε και πάει να μείνει σε ένα χωριό της Πελοποννήσου. Το κλίμα όμως εκεί δεν τον σηκώνει, βασικά όχι το κλίμα, οι άνθρωποι. Έχοντας ζήσει ένα μικρό μέρος της ζωής μου στην επαρχεία μπορώ να πω με σιγουριά ότι η ταινία πλησιάζει κατά πολύ την αλήθεια. Δεν λείπουν βέβαια τα τυπικά κλισέ που έχει υιοθετήσει ο νεοελληνικός κινηματογράφος, αλλά και πάλι παραμένει μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια. Τέλος, ίσως το σημαντικότερο χαρτί της ταινίας είναι ο Βαγγέλης Μουρίκης, ο πρωταγωνιστής, ο ηθοποιός που έφυγε από την Αυστραλία για να κυνηγήσει το όνειρό του στην Ελλάδα και κατάφερε να είναι αγαπητός και ποιοτικός κοντά δύο δεκαετίες τώρα. Από μόνης της η περίπτωσή του είναι αξιοθαύμαστη και αξίζει την προσοχή όλων μας.

Σύμφωνα με το μπλοκάκι μου απομένουν ακόμα τέσσερις ταινίες, αλλά τώρα που πήρα φόρα μπορεί να γράψω για περισσότερες. Αλίμονο, όλες και όλες δεκατέσσερις είναι αυτές που έχω δει. Θα έχει και δεύτερο μέρος το αφιέρωμα λοιπόν και μάλιστα σύντομα, γιατί πρέπει να δείτε τις ταινίες που αγαπώ εγώ. Δεν δέχομαι αντιρρήσεις. Να τις δεις!

Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη

Τα περισσότερα πράγματα στη ζωή μου τα κάνω αντίστροφα. Πάρτε για παράδειγμα αυτό εδώ το κείμενο, και κάθε κείμενο επί της ουσίας• ξέρω πως θα τελειώσει, αλλά δεν έχω ιδέα πως θα αρχίσει. Έτσι, όταν ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία που ανήκουν στο είδος του βρώμικου ρεαλισμού το έκανα και αυτό από την αντίθετη κατεύθηνση. Πρώτα ο αιχμηρός Guitierrez, έπειτα ο σαγηνευτικός Bukowski και τώρα, μόλις πριν από μερικές μέρες, ο αξιαγάπητος Carver. Αλλά πείτε μου, είναι αυτή λέξη για να χαρακτηρίσει τον Raymond Carver, τον μεγαλύτερο διηγηματογράφο της αμερικανικής γραμματείας; Αξιαγάπητος, ας είναι…

O Raymond Carver γεννήθηκε το 1938 στην Washington των Η.Π.Α. και έφυγε από την ζωή τον Αύγουστο του 1988. Με τον πατέρα του αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα, βασικότερο όλων ο χρόνιος εθισμός από το αλκοόλ. Από τον ίδιο εθισμό πέρασε και ο συγγραφέας στο μέλλον, αλλά κατάφερε σύντομα να απεξαρτηθεί. Παντρεύτηκε μικρός και ακολούθησε κάθε πιθανή εργασία που θα του εξασφάλιζε τα προς το ζην. Στη λογοτεχνική σκηνή εμφανίστηκε στις αρχές τις δεκαετίας του ’60 με την δημοσίευση του The Furious Seasons και έκτοτε ακολούθησαν πολλές ποιητικές και διηγηματικές συλλογές. Βασική του λογοτεχνική επιρροή ήταν ο Hemingway, ενώ και ο ίδιος αποτέλεσε πρότυπο για πολλούς γνωστούς σύγχρονους συγγραφείς (o Murakami είναι ένας από αυτούς). Η θεματολογία του έργου του, καθώς και η ταυτόχρονη άνθιση του Βρώμικου ρεαλισμού, τον κατέταξαν στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Προσωπικά, θεωρώ ότι απέχει πολύ από τα σκληροπυρηνικά έργα των μεταγενέστερων λογοτεχνών, οπότε οι μυθοπλασίες του μπορούν να διαβαστούν και από μη λάτρεις του είδους.

2017-02-23 05.47.52 1.jpg

«DRINKING’S funny. When I look back on it, all of our important decisions have been figured out when we were drinking»

Ο Carver δεν γράφει, φωτογραφίζει! Το Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη είναι μια συλλογή μικρών διηγημάτων γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Το περίεργο με αυτό το βιβλίο είναι ότι δεν θα σου πει τίποτα που δεν ξέρεις, τίποτα που δεν έχεις ζήσει ή που δεν έχει ζήσει ο διπλανός σου, κι όμως θα το αγαπήσεις. Οι ιστορίες δεν βγάζουν πουθενά, δεν έχουν αρχή ούτε τέλος. Ο συγγραφέας γράφει για ένα ζευγάρι που μαλώνει στο σαλόνι και τα ξαναβρίσκει στη κουζίνα, για μια μητέρα που το παιδί της το χτύπησε αυτοκίνητο, για έναν πατέρα που συζητάει με τον γιό του στο αεροδρόμιο, για μια παρέα που μιλάει για αγάπη με μεθυσμένες καρδιές και νηφάλια σκέψη. Μιλάει για μένα, για σένα, για όλους. Απλές καθημερινές εικόνες που μας προσπερνάνε σαν τους ανόρεχτους λεπτοδείχτες της καθημερινότητας.

Στην αρχή δεν καταλάβαινα γιατί τόσος λόγος γύρω από αυτό το βιβλίο. Περνώντας μια μια τις ιστορίες όμως απλά ένιωθα ότι δεν ήθελα να τελειώσουν. Είναι περίεργο πόσο διψάει ο αναγνώστης για τέτοιου είδους αφηγήσεις. Ξυπνάει μέσα του η επιθυμία να κοιτάξει από την κλειδαρότρυπα. Ο Carver σου δίνει αυτή την δυνατότητα. Σε βάζει μέσα σε ένα δωμάτιο και παρακολουθείς αυτό πιθανόν που έχεις υπάρξει και εσύ ο ίδιος ή μπορεί να υπάρξεις στο μέλλον.

Η ελληνική έκδοση είναι εξαντλημένη, για αυτό το διάβασα στο πρωτότυπο. Πέρα από κάποιες μικρές λεξιλογικές δυσκολίες που συνάντησα, το κείμενο έρρεε απίστευτα εύκολα και απολαυστικά. Ελπίζω σύντομα η Απόπειρα να επανέκδοση την συλλογή, μέχρι τότε όμως μπορείτε να την διαβάσετε και εσείς στα αγγλικά. Συστήνεται ανεπιφύλαχτα!