And the Nobel prize goes to…

Μετά την περσινή εκκεντρική επιλογή της Σουηδικής Ακαδημίας να δώσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντίλαν, επειδή «έχει δημιουργήσει νέες μορφές ποιητικής έκφρασης μέσα στη σπουδαία αμερικανική μουσική παράδοση», τίποτα δεν θα με εξέπληττε φέτος. Το 2017 θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η χρονιά των Κατσιμιχαίων! Και γιατί όχι, φίλοι αναγνώστες; Λίγα έχουν προσφέρει ο Χάρης και ο Πάνος στην ελληνόφωνη εναλλακτική δισκογραφία;

Πέρα από την πλάκα όμως, η φετινή επιλογή ήταν ευτυχώς λιγότερο απρόσμενη. Τα στοιχήματα ήδη από τον προηγούμενο μήνα είχαν τοποθετήσει ψηλά γνωστά ονόματα όπως του Oz, της Atwood, του Ngũgĩ wa Thiong’o και του Haruki Murakami, ενώ οι αναγνώστες το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να περιμένουμε. Πες από συνήθεια, τόσα χρόνια πετάει Ιαπωνία – Σουηδία και τελικά προσγειώνεται Δανία, πες από μια κάποια αδυναμία, εγώ ήθελα τον Murakami να σηκώσει το χρυσό και να πάρει τον παρά. Αλλά που; Ο DiCaprio της λογοτεχνίας πρέπει να περιμένει τουλάχιστον έναν ακόμα χρόνο να ξυπνήσουν οι κριτές από τον βαθύ τους λήθαργο. Ίσως αν τον έτρωγε και εκείνον καμία αρκούδα να κέρδιζε τελικά το χρυσό μετάλλιο.

n-KAZUO-ISHIGURO-large570.jpg

Ο νικητής έχει και αυτός τα χρονάκια του στη λίστα παραμονής του πότε-θα-πάρω-Nobel, αλλά όχι άδικα. Ας πούμε όμως πρώτα δύο λόγια για τον Kαζούο Iσιγκούρο, τον νικητή του φετινού Nobel λογοτεχνίας. Ο Kαζούο Iσιγκούρο γεννήθηκε το 1954 στο Ναγκασάκι της Ιαπωνίας, αλλά από 5 ετών εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένειά του στην Βρετανία. Η συγγραφική του καριέρα άρχισε το 1982 με το βιβλίο Pale View of Hills και έκτοτε ακολούθησαν άλλα έξι μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων τα πασίγνωστα Μην με αφήσεις ποτέ και τα Απομεινάρια μιας ημέρας, ολιγάριθμες συλλογές διηγημάτων και τηλεοπτικά και κινηματογραφικά σενάρια.

Δυστυχώς, μέχρι στιγμής δεν έχω διαβάσει κάτι δικό του ούτε έχω δει τις κινηματογραφικές μεταφορές των έργων, οπότε δεν μπορώ και να εκφέρω κάποια άποψη. Σύντομα ελπίζω θα διαβάσω τα Απομεινάρια μιας ημέρας, τα οποία επανακυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Από τις ίδιες εκδόσεις φυσικά μπορείτε να βρείτε και τα υπόλοιπα μεταφρασμένα λογοτεχνήματα του Ισιγκούρο.

Χαρούκι μου, αγόρι μου, πάλι στην απέξω έμεινες. Του χρόνου πάλι. Όσο ζεις, ελπίζω!

*Όπως καταλαβαίνεται, το συγκεκριμένο κείμενο είχε μια δόση παραπάνω χιούμορ. Δεν μου έπεσε στο μαγείρεμα, αλλά είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσω έναν πεπαλαιωμένο θεσμό χρηματοδότησης σε άτομα ήδη καταξιωμένα στον χώρο τους, την ίδια στιγμή που ο πλανήτης φλέγεται από δεκάδες άλλα σημαντικά ζητήματα, που έχουν την ίδια και περισσότερη ανάγκη από δημοσιότητα και οικονομική ενίσχυση. Σαφέστατα η αναγνώριση και ο έπαινος ενός ανθρώπου με ταλέντο και εργατικότητα πρέπει να υφίστανται. Διαφωνώ όμως κάθετα με όλα τα συμπαρομαρτούντα, που θυμίζουν εμπορικό γαϊτανάκι.

Advertisements

Ξανασυστήνοντας την Claire Denis

Μπορεί να μετράμε ήδη δύο ημέρες από την οριστική λήξη του 23ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας -κοινώς τις λατρεμένες Νύχτες Πρεμιέρας, ωστόσο πολλοί κινούμαστε ακόμα στους ρυθμούς του, έχοντας απολαύσει για δώδεκα συναπτές ημέρες πολυαναμενόμενα φιλμ, συγκλονιστικά ντοκιμαντέρ και μια πληθώρα ταινιών μικρού μήκους Ελλήνων δημιουργών. Με τα βραβεία να έχουν απονεμηθεί και τους μεγάλους νικητές να έχουν αναδειχθεί, αυτό που έκανε για ακόμα μια φορά ιδιαίτερη εντύπωση είναι η προσοχή που δόθηκε στις αφιερωματικές προβολές, οι οποίες πέραν του ότι εμπλούτισαν το πρόγραμμα του Φεστιβάλ έδωσαν την ευκαιρία στους απανταχού κινηματογραφόφιλους να έρθουν σε επαφή με το έργο καταξιωμένων σκηνοθετών μέσω μιας πλήρους αναδρομής στην κινηματογραφική τους πορεία. Και μπορεί τόσο ο βετεράνος John Huston («Το Γεράκι της Μάλτας», «Η Τιμή των Πρίτζι») όσο και ο ανερχόμενος Robin Campillo («120 Χτύποι το Λεπτό») να είχαν την τιμητική τους αυτήν την χρονιά, ωστόσο η Γαλλίδα σκηνοθέτιδα Claire Denis ήταν εκείνη που έλαμψε στις 23ες Νύχτες Πρεμιέρας, με τις δώδεκα μεγάλου μήκους ταινίες της να προβάλλονται καθ’ όλη την διάρκεια της διοργάνωσης.

1

Όντας μια δημιουργός που από το 1988 έχει αφήσει το δικό της στίγμα στον χάρτη ενός -κατά κύριο λόγο- ανδροκρατούμενου χώρου, η σκηνοθέτης και σεναριογράφος Denis συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες εκπροσώπους της σύγχρονης 7ης τέχνης, αποτελώντας μια δυνατή φωνή με προέλευση ευρωπαϊκή και αντίκτυπο παγκόσμιο. Γεννημένη το 1946 στο Παρίσι, αλλά έχοντας μεγαλώσει μέχρι τα δεκατέσσερά της χρόνια σε διάφορα εδάφη της Γαλλικής Δυτικής Αφρικής όπως στην Μπουρκίνα Φάσο, το Καμερούν και την Σενεγάλη, η Claire Denis δεν διστάζει να θίξει το ζήτημα της αποικιοκρατίας στην αφρικανική ήπειρο και των συνεπειών της, προχωρώντας ακόμα και στην δημιουργία ημι-αυτοβιογραφικών φιλμ, την ίδια στιγμή που η σύγχρονη Γαλλία και τα προβλήματά της αποτελούν κεντρικό πυρήνα της φιλμογραφίας της. Με τον λυρισμό και τον ρεαλισμό να συμπλέκονται αρμονικά σε κάθε της δημιούργημα, η άλλοτε βοηθός μεγάλων σκηνοθετών όπως των Wenders και Jarmusch κατάφερε από τα πρώτα κιόλας βήματά της να κερδίσει κοινό και κριτικούς, συγκεντρώνοντας υποψηφιότητες και βραβεία σε μερικά από τα πιο αναγνωρισμένα διεθνή φεστιβάλ, όπως αυτά των Καννών, του Λοκάρνο και του Βερολίνου.

Παρ’ όλη την καταξίωση και τις διακρίσεις της, η Denis παραμένει για το ελληνικό κοινό -ή τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος του- μια σχετικά άγνωστη σκηνοθέτιδα, της οποίας η σπουδαιότητα δεν αναδεικνύεται όσο θα έπρεπε. Με την πιο πρόσφατη ταινία της που τιτλοφορείται «Η λιακάδα μέσα μου» να κυκλοφορεί από αυτήν την Πέμπτη στις αίθουσες, είναι ευκαιρία να ανατρέξουμε στο φιλμικό παρελθόν αυτής της γυναίκας που συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στους καλύτερους δημιουργούς στην ιστορία του σινεμά, επιλέγοντας δυο ταινίες-σταθμούς από την δεύτερη δεκαετία της καριέρας της, τονίζοντας πρωτίστως το γεγονός πως ένας γνήσιος κινηματογραφόφιλος οφείλει στον εαυτό του να εξετάσει ενδελεχώς το σύνολο της κινηματογραφικής παραγωγής αυτής της σκηνοθέτιδας δίχως περιορισμούς και όρια.

  • Beau Travail (1999)

Beau Travail 1

Το τελευταίο έργο ενός από τους πλέον διάσημους Αμερικανούς λογοτέχνες, η νουβέλα του Herman Melville με τίτλο “Billy Budd, Sailor”, μεταπλάστηκε ελεύθερα στα χέρια της Claire Denis και του πιστού της συνεργάτη Jean-Pol Fargeau προς δημιουργία μιας από τις για πολλούς καλύτερες LGBT ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Το λιτό αυτό φιλμ των 90 μόλις λεπτών, το οποίο κατάφερε να αποσπάσει το σημαντικότατο βραβείο της κριτικής επιτροπής της Berlinale του 2000 αφηγείται την ιστορία του λοχία Galoup κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο της Λεγεώνας των Ξένων στο Τζιμπουτί. Διατηρώντας έναν έντονο θαυμασμό στα  όρια του ανομολόγητου έρωτα για τον διοικητή του ο οποίος δεν του έδωσε ποτέ την προσοχή που του άξιζε, ο άλλοτε συνεσταλμένος λοχίας φαίνεται σταδιακά να αλλάζει με τον ερχομό του Sentain, ενός νέου λεγεωνάριου που εξάπτει το ενδιαφέρον όλης της μονάδας, αλλά προπαντός του διοικητή. Η ζήλεια και το υποβόσκον ερωτικό πάθος κυριαρχούν σε μια ταινία που από την αρχή εξομολογείται το καταστροφικό της τέλος και που επιλέγει την λακωνικότητα για να εξάψει την φαντασία, ξεφεύγοντας από κλισέ συναισθηματισμούς και περιττά λόγια.

  • Trouble Every Day (2001)

 

Trouble Every Day 2

Τον πάντα εκκεντρικό Αμερικάνο ηθοποιό Vincent Gallo επιλέγει ακόμα μια φορά η Denis για να πρωταγωνιστήσει σε αυτή την ιδιαίτερη ταινία της που συνδυάζει αριστοτεχνικά δράμα και τρόμο προς δημιουργία ενός ερεθιστικού ρομάντζου βαμπιρικών προδιαγραφών. Έχοντας προκαλέσει αίσθηση όπου κι αν προβλήθηκε, το αιματοβαμμένο “Trouble Every Day” περιστρέφεται γύρω από τον γιατρό Shane Brown και την γυναίκα του που πραγματοποιούν ένα από τα πιο αλλόκοτα ταξίδια του μέλιτος στην ιστορία του σινεμά. Με φόντο το πάντα γοητευτικό Παρίσι και υπό τις αιθέριες μελωδίες των Tindersticks, το κοινό βιώνει μια πρωτόγνωρη κινηματογραφική εμπειρία ακολουθώντας τον Shane στην αναζήτηση ενός πρώην συναδέλφου του με τον οποίο μοιράζεται ένα θανατηφόρο μυστικό. Πέρα από τις συμβατικές αφηγήσεις και τον χολιγουντιανό βερμπαλισμό, το έβδομο αυτό μεγάλου μήκους φιλμ της Γαλλίδας σκηνοθέτιδας μπορεί να έλαβε αμφιλεγόμενες κριτικές, ωστόσο ανανέωσε αδιαμφισβήτητα το είδος των ταινιών horror, διατηρώντας έντονα στον πυρήνα του το αίσθημα της υπαρξιακής αγωνίας και την σιωπηλή θρηνωδία.

Καλές προβολές και καλό φθινόπωρο!

Η σύνθλιψη των σταγόνων

Το Φθινόπωρο πάντα μου θύμιζε την μυρωδιά των βιβλίων. Κάτι η έναρξη της σχολικής χρονιάς, κάτι οι πρώτες βροχές και τα ζεστά ροφήματα, όλα μαζί είναι συνυφασμένα με τον Σεπτέμβρη. Και φυσικά τα βιβλία. Τα βιβλία που όλο τον Αύγουστο ήταν κλεισμένα σε βαλίτσες και μετά πεταμένα σε ξαπλώστρες, με την άμμο να έχει χωθεί βαθιά με τις σελίδες τους, με άκρες γαριασμένες από το νερό και εξώφυλλα ξεθωριασμένα από τον ήλιο. Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας των αναμνήσεων. Του καλοκαιριού, της χρονιάς και της ζωής ολόκληρης. Έχει κάτι το απολογητικό και ταυτόχρονα αφάνταστα νοσταλγικό.

newone.jpg

Σε αυτή τη διάθεση, την φθινοπωρινή, κινούνται και τα περισσότερα βιβλία που διάβασα αυτό τον μήνα. Ο Πέδρο Πάραμο του Juan Rulfo, η Σύνθλιψη των σταγόνων του Cortazar, το μνημειώδες Και τώρα, ανθρωπάκο του Hans Fallada και φυσικά η Υπέροχη φίλη μου της Elena Ferrante. Μεσολάβησαν και δύο άλλα, μικρά μεν, αλλά εξαιρετικά δε, βιβλία ενός έλληνα και ενός γάλλου συγγραφέα αντίστοιχα, ο Αχιλλέας Κυριακίδης με το 360 και ο Georges Bataille με το Η μητέρα μου. Τελευταίος στη σειρά και πρώτος στην καρδιά μου ήρθε ο Karl Ove Knausgård με τον πρώτο τόμο από τον εξάτομο Αγώνα του, Ένας θάνατος στην οικογένεια. Όσο γράφω αυτό το κείμενο, γυρίζω ήδη τις πρώτες σελίδες του δεύτερου τόμου με τίτλο Ένας ερωτευμένος άνδρας. Δηλώνω μαγεμένη και σύντομα θα γράψω μια πιο περιληπτική ανάρτηση για τον λογοτέχνη που αντί να υμνήσει την φαντασία του, ύμνησε αυτή της ζωής, περιγράφοντας με εξονυχιστικές λεπτομέρειες και απαράμιλλη ειλικρίνεια την δική του προσωπική ιστορία.

Από ταινίες πάλι, αυτό τον μήνα βρεθήκαμε σε πενία. Δεν είδα σχεδόν τίποτα, γιατί περιμένω να γυρίσω στην Πρωτεύουσα και να απολαύσω όσες ακόμα προλαβαίνω στις κινηματογραφικές αίθουσες. Παρόλα αυτά, ξετρελάθηκα με το It, γνώμη με την οποία δεν είναι σύμφωνοι οι έλληνες τουλάχιστον κριτικοί κινηματογράφου (και ποιός χέστηκε!), και απόλαυσα αρκετά, αν και όχι όσο περίμενα, το A Ghost Story. Έκανα μια στροφή στην ελληνική τηλεόραση, βλέποντας σε πολλοστή επανάληψη τα αγαπημένα μου Εγκλήματα. Και ξέρετε τι κατάλαβα μετά μεγάλης μου λύπης: Δεν υπάρχει περίπτωση με τα σημερινά αισθητικά και οικονομικά δεδομένα να ξαναβγεί στον τηλεοπτικό αέρα κάτι αντίστοιχο. Κρίμα μεγάλο, αν αναλογιστεί κανείς τόσο τ’ ονόματα των πρωταγωνιστών, όσο και το αξεπέραστο και μοναδικό χιούμορ της σειράς.

Ο Σεπτέμβρης είναι και για έναν ακόμα λόγο ιδιαίτερος. Είναι τα γενέθλιά μου, τα οποία κατά παράδοση εικοσιδύο (αισίως) χρόνων τα περνάω στο πατρικό μου. Και αυτή τη χρονιά, εκτός από τα πολύ αγαπημένα μου πρόσωπα, είχα την χαρά να βιώσω την εποχιακή αλλαγή στον τόπο μου. Να δω τα σύννεφα να αλλάζουν χρώμα και τα φύλλα να πέφτουν. Νιώθω πολύ τυχερή, σε αυτά τα μικρά, καθημερινά και ασήμαντα για πολλούς στιγμιότυπα, εγώ μετράω την ζωή.

Όμως, για αυτό είναι οι μήνες, για να έρχονται και να φεύγουν. Με την βροχή έξω να πέφτει και τον Karl Ove να περιμένει υπομονετικά δίπλα στο κρεβάτι να συνεχίσω το διάβασμα, θα καληνυχτίσω τον Σεπτέμβρη και θα σας ευχηθώ καλό μήνα και ο Οκτώβρης να φέρει ακόμα μεγαλύτερες συγκινήσεις!

September.jpg

Ξέρω τι διάβασες φέτος το καλοκαίρι part2

Δεν είναι ανάγκη πάντα ό,τι διαβάζουμε να μας αρέσει. Ασχέτως με το πόσα βιβλία έχει ο καθένας στη βιβλιοθήκη του, ασχέτως με το αν το εκάστοτε βιβλίο θεωρείται από κριτικούς και μελετητές αριστούργημα, ο κάθε αναγνώστης σχηματίζει μια ορισμένη άποψη για τα βιβλία που διαβάζει. Οι συνιστώσες που οδηγούν σε αυτή την άποψη είναι πολλές: από μια όχι και τόσο καλή μετάφραση που μπορεί να αδικεί το βιβλίο, μέχρι την περίοδο που ο αναγνώστης επέλεξε να το διαβάσει. Θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι και τόσο ευαίσθητη ώστε να με επηρεάζει το δεύτερο, παρόλα αυτά θα ήταν μεγάλο ψέμα να ισχυριστώ ότι όλα τα βιβλία που διαβάζω με αγγίζουν το ίδιο. Φέτος το καλοκαίρι, αν και δεν διάβασα πολύ, πέτυχα αρκετά βιβλία από τα οποία είτε είχα υψηλότερες προσδοκίες που δεν εκπληρώθηκαν είτε απλά, λιτά και απέριττα, δεν μου άρεσαν. Τι να κάνουμε, συμβαίνουν και αυτά.

 

καραγατσης-1-1021x580

Ώστε έτσι, ε;

 

Το μυθιστόρημα των τεσσάρων των Καραγάτση, Τερζάκη, Βενέζη και Μυριβήλη

Είναι πια αμέτρητες οι φορές που έχω αναφέρει ότι ο Καραγάτσης είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας. Φέτος, μάλιστα, αποφάσισα να διαβάσω και όσα δικά του βιβλία είχα αδιάβαστα. Ένα από αυτά ήταν το Μυθιστόρημα των τεσσάρων, ένα συγγραφικό πείραμα που εμπνεύστηκε ο μέγιστος Γιάννης Μαρής, λογοτεχνικός πατέρας του Αστυνόμου Μπέκα, και υλοποίησαν τέσσερις εκ των σπουδαιότερων πεζογράφων της γενιάς του ’30, ο Τερζάκης, ο Βενέζης, ο Μυριβήλης και, όπως προείπα, ο Καραγάτσης. Ανά εβδομάδα κάθε ένας από τους αναφερόμενους έγραφε την συνέχεια του προηγούμενο χωρίς συνεννόηση ή κάποιο προσχέδιο. Είναι φυσικό, λόγω της φύσης και του πειραματικού χαρακτήρα του έργου, να υπάρξουν κενά ή επαναλήψεις. Σε γενικό βαθμό τέτοιου είδους λάθη ήταν ελάχιστα, οπότε δεν τα έλαβα καν υπόψη. Αισθάνθηκα όμως, ειδικά στα χωρία του Βενέζη, τα οποία ήταν και τα πιο σημαντικά για την υπόθεση, μια τροπή προς την ευκολία. Ο Μυριβήλης προτίμησε αναίμακτες λύσεις, ενώ ο Τερζάκης και ο Καραγάτσης έπαιξαν τόσο με την γλώσσα όσο και με την πλοκή. Το μυθιστόρημα των τεσσάρων δεν μπαίνει στη μαύρη λίστα, αντιθέτως, είναι ένα βιβλίο που θα πρότεινα σε κάθε αναγνώστη που αγαπά την νεότερη ελληνική γραμματεία. Ήταν δικό μου λάθος να πιστέψω ότι θα διάβαζα κάτι εφάμιλλο του Γιούγκερμαν και η πτώση ήταν μεγάλη.

Naked_Lunch_Burroughs_Feature_original.jpg

Γυμνό γεύμα του William S. Burroughs

Με αυτό ακριβώς το βιβλίο επιβεβαιώθηκαν τα λόγια ενός φίλου που πολύ σοφά μου είχε πει κάποτε «Δεν είναι όλα τα βιβλία για όλους». Ακριβώς αυτό συνέβη με μένα και το Γυμνό γεύμα του Burroughs. Θεωρώντας την αγάπη μου για τον Κέρουακ ως εγγύηση, πήρα την απόφαση να διαβάσω τον έτερο μπιτνικ. Κι όμως δεν έχει καμία σχέση. Ο Κέρουακ έκτος από έναν ισχυρό ρομαντισμό, διατηρούσε και ειρμό στην αφήγησή του. Ο Burroughs παρασέρνεται σε ένα χείμαρρο περιγραφών χωρίς αρχή, μέση ή τέλος, βγάζοντας νοκ άουτ τον αναγνώστη. Για να είμαι δίκαιη, κάποια κομμάτια του βιβλίου ήταν πολύ δυνατά, ακόμα και χωρίς λογική σειρά, ενώ ορισμένα κεφάλαια μου θύμισαν έντονα περιγραφές βρόμικου ρεαλισμού, αλλά μέχρι εκεί. Όσοι έχουν στομάχι και υπομονή, θα το λατρέψουν. Εγώ δεν έχω τίποτα από τα δύο.

Μάτια του Jesus I. Aldapuerta

Χρόνια εξαντλημένα και χρυσά στην μαύρη αγορά, τα Μάτια του Aldapuerta θεωρούνται ένα εκ των πιο εμετικών βιβλίων που θα διαβάσουν ποτέ τα δικά σας μάτια. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα βιβλίο διηγημάτων με εννιά ιστορίες, αν θυμάμαι καλά. Καμία από αυτές δεν με φόβισε, καμία δεν με αηδίασε, καμία δεν με τάραξε. Είχα προετοιμαστεί για πολύ σπουδαία πράγματα διαβάζοντας την εισαγωγή του βιβλίου και μερικά πράγματα από την ζωή του συγγραφέα, αλλά ποτέ δεν περίμενα ότι θα έπεφταν τόσο έξω οι προσδοκίες μου. Για ακόμα μια φορά εκτίμησα το Βιβλίο των Βίτσιων του Κορτώ, που με τις μόλις πέντε ιστορίες του μου έκλεισε το στομάχι για εβδομάδες.

Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer του Luis Sepúlveda

Πρώτη επαφή με την πένα του Luis Sepúlveda, έναν συγγραφέα που ήθελα εδώ και πολύ καιρό να διαβάσω, και διάλεξα ένα από τα πιο γνωστά του βιβλία, Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer. Με τις κριτικές κάτω από την παρουσίαση του βιβλίου να είναι αρκετά ενθαρρυντικές, είχα διαμορφώσει και εγώ τις κατάλληλες προσδοκίες. Έλα μου ντε όμως, που ούτε γέλασα ούτε θέλησα να το ξαναδιαβάσω για να μου φτιάξει την διάθεση. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν ήταν ακριβώς κακό ούτε είχε κάτι στραβό η μετάφραση ή η επιμέλειά του (αυτό έλειπε με τον Κυριακίδη για μεταφραστή), απλά δεν το άρεσε. Είναι από εκείνα τα βιβλία, τα χωρίς σημασία που πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Το θετικό της ιστορίας ήταν ότι αριθμούσε κάτι λιγότερο από 80 σελίδες. Ούτε γάτα ούτε ζημιά!

Luis-Sepúlveda_BUH.jpeg

Συνοψίζοντας, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι σκοπός αυτής της ανάρτησης δεν είναι ούτε να προσβάλλω ούτε να μειώσω την αξία των συγκεκριμένων έργων. Είναι μονάχα η άποψή μου και τίποτα παραπάνω. Ελπίζω ειλικρινά να διαβάσετε τα συγκεκριμένα και να σας αρέσουν!

Το ποίημα της εβδομάδας

Σαν σήμερα, το 1990, έφυγε από την ζωή ο σπουδαίος Νίκος Καρούζος. Η σημερινή ανάρτηση δεν είναι μονάχα ένας φάρος θύμησής του, εξάλλου όσοι τον διάβασαν ποτέ δεν τον ξεχνάνε, είναι και το προσφερόμενο δεκανίκι σε μια μοναχική σκιά εκεί έξω, που ξέρω πως την χρειάζεται.

Νεότερος

[…] Αἰσθάνομαι μόνος
ἀφοῦ δὲν ἔχει δεύτερη ζωὴ ν᾿ ἀλλάξουμε
καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο.
Σύντροφε οὐρανὲ
ἄλλοτε ἡ ἐλπίδα φεγγοβολοῦσε στὰ χέρια
κοιτάζω τὸ σῶμα βρίσκω τ᾿ ὄνειρο
πάει κ᾿ ἡ ἀγάπη
χάνεται
σὰν τὸ νερὸ στὴν πέτρα.
Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.

karouzos_0.jpg

 

Η υπέροχη φίλη μου της Elena Ferrante

Δεν ξεκινάω σχεδόν ποτέ μια κριτική με αυτό τον τρόπο, αλλά αυτή τη φορά θα το τολμήσω. Μέχρι την μέση του βιβλίου, κάθε σελίδα που γυρνούσα την συνόδευε η σκέψη να το παρατήσω. Η ζωή είναι μικρή δεν υπάρχει χώρος για βαρετά βιβλία έλεγα από μέσα μου. Εδώ έφαγε πόδι ο Mitchell με τα Κοκάλινα Ρολόγια, στην Ferrante θα κολλήσω; Κι όμως, λίγες σελίδες μετά κόλλησα. Έπρεπε τελικά να δείξω λίγο παραπάνω υπομονή με την βαρετή πρώτη εισαγωγή για να μου δείξει αυτό το βιβλίο τον πλούτο του.

31BRILLANT-master768

Νάπολη, μέσα δεκαετίας του ’50 μια φιλία γεννιέται. Δύο μικρά κορίτσια, που ζουν στα στενά όρια της γειτονιάς, μεγαλώνουν και ανακαλύπτουν μαζί τον κόσμο μέσω του μικρόκοσμου που τους περιβάλλει. Φιλίες, έχθρες, συμμαχίες, κόντρες, παρεξηγήσεις, εκεχειρίες και ότι άλλο συμβαίνει στα χαμηλοτάβανα δωμάτια των συνοικιών πλαισιώνουν την ιστορία της Λίλας και της Έλενας. Κόρες βιοπαλαιστών ονειρεύονται ότι μια μέρα θα γράψουν ένα μυθιστόρημα σαν τις Μικρές Κυρίες και θα βγάλουν αρκετά χρήματα για να συντηρίσουν τις ίδιες και τις οικογένειες τους. Σύντομα όμως καταλαβαίνουν κάτι πιο σημαντικό, πριν γράψουν οποιοδήποτε μυθιστόρημα πρέπει να γίνουν οι ίδιες πρωταγωνίστριες της ζωής τους. Από την μια η Έλενα αφοσιώνεται στις σπουδές της τόσο γιατί οτιδήποτε άλλο φαντάζει αδύνατο όσο επειδή ενδόμυχα πιστεύει ότι αυτό θα ήθελε η φίλη της. Η Λίλα, από την άλλη, παρά τις ανεξάντλητες πνευματικές της ικανότητες, παίρνει τον δρόμο των οικιακών. Στο σπίτι βοηθάει την μητέρα της, στο μαγαζί τον πατέρα και τον αδερφό της. Η έξοδος από τον λαβύρινθο της στασιμότητας είναι μόνο μία: η ίδια η είσοδος. Φεύγει από την πατρική οικογένεια για να φτιάξει την δική της. (Αυτό δεν είναι spoiler, στο κάτω κάτω το φανερώνει και το ίδιο το εξώφυλλο!)

Και ενώ η υπόθεση χαρακτηρίζεται από καθαρό –ταπεινό- ρεαλισμό, όλο το παιχνίδι της σαγήνης επικεντρώνεται στο τρόπο που η Ferrante μας κοινωνεί την μυθοπλασία της. Σιγά, σιγά, σαν μια έμπειρη παιδίατρο που δεν θέλει να τρομάξει τον νεαρό ασθενή με την ένεση στο χέρι. Οι λεπτομερείς περιγραφές, ο βραδύς ρυθμός της αφήγησης και ο μονότονος τρόπος γραφής είναι η ευχή και κατάρα αυτού του βιβλίου. Μπορείς να παραβλέψεις την σαπουνοπερέ αίσθηση που αποπνέει η Υπέροχη Φίλη, αλλά όχι όλα τα παραπάνω. Αν τα υποστείς καρτερικά όμως θα καταλάβεις την μελλοντική τους αξία, η οποία δεν είναι άλλη από την πλήρη κατανόηση και συμπάθεια των δύο πρωταγωνιστών.

150831_BOOKS_FerranteReview.jpg.CROP.promo-xlarge2

Η σχέση της Λίλας και της Έλενας, που έχουν γίνει αντικείμενο λατρείας και αντιπάθειας από τόσους και τόσους αναγνώστες, είναι το ισχυρό χαρτί του βιβλίου. Είναι μια φιλία που στηρίζεται ταυτόχρονα στον σεβασμό και τον ανταγωνισμό, που έχει τα πάνω και τα κάτω της και δεν σταματά στα ψευδή, και όχι πάντα λογοτεχνικά, πλαίσια της κολακείας και του κοπαδισμού. Στα πρότυπά τους αντιπαραβάλλεται ο νέος και ο παλιός κόσμος και η φιλική τους ένωση ουσιαστικά σηματοδοτεί την νέα τάξη πραγμάτων. H Έλενα, πρωταγωνίστρια και alter ego της ίδιας της συγγραφέας, είναι η αφηγήτρια της ιστορίας. Σε μεγάλη ηλικία πια θυμάται και σχολιάζει όλη την πορεία τους σχολαστικά και χωρίς καμιά επιείκεια. Η Λίλα είναι το αντικείμενο γύρω από το οποίο γυρνούν όλα σαν γαιτανάκι. Και ευτυχώς να λέμε, γιατί είναι ένα πολύ απρόβλεπτο αντικείμενο.

Σε ένα site, δυστυχώς δεν θυμάμαι ποιο, παρομοίαζαν την Τετραλογία της Νάπολης, όπως λέγονται τα τέσσερα βιβλία της σειράς, με το Δέκα του Καραγάτση. Μια τοιχογραφία δηλαδή μιας λαικής συνοικίας λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το συγκεκριμένο σχόλιο ήταν ο λόγος που ξεκίνησα να διαβάζω την Υπέροχη Φίλη και παρά την τολμηρή παρομοίωση, οφείλω να παραδεχτώ πως δεν ήταν καθόλου άτοπη. Η Ferrante με επίκεντρο την φιλία των δύο κοριτσιών στοχεύει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο, να μας ξεναγήσει στην μεταπολεμική Νάπολη και να μας συστήσει, αν είναι δυνατόν, έναν έναν τους κατοίκους της. Σχέδιο μεγαλεπήβολο που είμαι πολύ περίεργη να δω πως θα εξελιχτεί στα επόμενα τρία μέρη.

151002-elkin-naples-writer-tease_wilepg

Για την Ferrante δεν ξέρουμε πολλά, μονάχα ότι χρησιμοποιεί ψευδώνυμο, ότι έχει εκδώσει εννιά βιβλία, τα τέσσερα από τα οποία είναι της ίδιας σειράς, και φυσικά ότι τα τελευταία χρόνια συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στους πιο εμπορικούς και ισχυρούς συγγραφείς παγκοσμίως. Πολλοί υποστηρίζουν ότι πίσω από την γυναικεία περσόνα μπορεί να κρύβεται άνδρας συγγραφέας. Ε και; Όπως αναφέρει και στο γράμμα που έστειλε στον εκδότη της/του «Πιστεύω ότι τα βιβλία, από τη στιγμή που γράφονται, δεν χρειάζονται τους συγγραφείς τους». Μονάχα τους αναγνώστες τους, προσθέτω εγώ.

Το ποίημα της εβδομάδας

Σαν σήμερα, 23 Σεπτεμβρίου, έφυγε από την ζωή ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές του περασμένου αιώνα. Ένα Νόμπελ τον έβαλε στο Πάνθεον της Σουηδικής ακαδημίας, μια εξορία τον εξύψωσε στα μάτια του λαού και μια γυναίκα του έδωσε με την ύπαρξη της την έμπνευση να γράψει μερικά από τα πιο ερωτικά λόγια που έχουν γραφτεί. Ενίοτε και ειπωθεί. Ο Pablo Neruda πέθανε σαν σήμερα, αλλά τα ποίημα του είναι ακόμα μαζί μας, πιο ζωντανά από ποτέ.

Η βασίλισσα

Σε ονόμασα βασίλισσα.
Υπάρχουν ψηλότερες από σένα, ψηλότερες.
Υπάρχουν αγνότερες από σένα, αγνότερες.
Υπάρχουν ομορφότερες από σένα, ομορφότερες.
Αλλά εσύ είσαι η βασίλισσα.

Όταν περπατάς στο δρόμο
κανείς δε σε αναγνωρίζει.
Κανένας δε βλέπει το κρυστάλλινο σου στέμμα, κανένας δεν κοιτάζει
το από κόκκινο χρυσό χαλί
που πατάς καθώς περνάς,
το χαλί δεν υπάρχει.

Κι όταν εμφανίζεσαι
όλοι οι ποταμοί ακούγονται
στο κορμί μου, καμπάνες
σείουν τον ουρανό
κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.

Μονάχα εσύ κι εγώ,
μονάχα εσύ κι εγώ, αγάπη μου,
τον ακούμε.

Neruda