Τότε που η σιωπή τραγουδούσε

Θα ήθελα, έτσι για αλλαγή, μια μέρα κάποιος άλλος να γράψει τα αγαπημένα του μήνα. Και δεν εννοώ άλλο μέλος, θα μπορούσε ακόμα και κάποιος αναγνώστης να μας στείλει τις δικές του εντυπώσεις. Θα ήταν κάτι διαφορετικό και σίγουρα αρκετά πιο ενδιαφέρον. Αν μη τι άλλο, δεν θα διαβάζατε την ίδια δωδεκάμηνη επαναλαμβανόμενη ρουτίνα βιβλίο-ταίνιες-μουσική και τούμπαλιν. Όπως και να χει, ο Νοέμβρης είναι δικός μου μήνας και έτσι θα παραμείνει μέχρι το τέλος αυτού του κειμένου.

Πάλι καλά που υπάρχουν και αυτά τα αναμνηστικά εργαλεία, το Goodreads και το Letterbox, και μπορώ να απαριθμώ τα όσα λίγα είδα και διάβασα με την περισσή αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που δεν ξεχνά ποτέ τίποτα ή, μάλλον καλύτερα, του απατεώνα που θυμούνται άλλοι για εκείνον. Ο Νοέμβρης με τις βροχές και τις πλημμύρες του πέρασε σε Θαφονική διάθεση. Ξαναδιάβασα μετά από πέντε χρόνια τα τρία πρώτα μέρη του Κοιμητηρίου των λησμονημένων βιβλίων και συνεχίζω με το τέταρτο και τελευταίο μέρος. Ελπίζω μέσα στον Δεκέμβρη να μπορέσω να κάνω ένα μικρό αφιέρωμα στον παραμυθιάρη Θαφόν με μια συνολική επισκόπηση του έργου του, των πέντε βιβλίων που έχει γράψει για ενήλικες. Τελείωσα το δεύτερο μέρος του εξάτομου Αγώνα του Καρλ Ούβε και την γραφική νουβέλα Το μπλε είναι το πιο ζεστό χρώμα της Julie Maroh. Επιτέλους, διάβασα το Παίζουμε Λογοτεχνία; To Oulipo και η σοβαρότητα του παιχνιδιού, μια συλλογή κειμένων γύρω από τον σύνδεσμο Oulipo και τους πρωτεργάτες του. Συγκινήθηκα αφάνταστα πολύ με την ομιλία του Αχιλλέα Κυριακίδη για τον Georges Perec και σκέφτομαι πως ήρθε η ώρα πια να αποτελειώσω την Ζωή Οδηγίες χρήσεως. Αρκετά περίμενε. Τελευταίο και καταϊδρωμένο, τουλάχιστον σε απόδοση, ήρθε ένα έργο του Καραγάτση, το Ένας χαμένος κόσμος. Ίσως έκρινα αυστηρά αυτό το παιδικό βιβλίο. Η αξία του θα έπρεπε να μετρηθεί σε άλλη κλίμακα, μιας και προορίζεται για άλλο κοινό. Στις ευφυΐες σαν αυτή του Καραγάτση όμως, δεν υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Παρόλο που άφησα την Ειρήνη να τα βγάλει πέρα μόνη της με το Ελάφι του Λάνθιμου, είδα και εγώ αρκετές ταινίες αυτόν τον μήνα. Ανάμεσα στις καλύτερες θα κατατάξω το Aferim! του Radu Jude, από τον οποίο ελπίζω να δω σύντομα και τις Σημαδεμένες Καρδιές, το ρωσικό Loveless και το γαλλικό Macadam Stories. Στη μικρή οθόνη είδα σε επανάληψη τον πρώτο κύκλο του Inside No9, μια πολύ έξυπνη και ιδιαίτερη σειρά που απορώ γιατί δεν είναι γνωστότερη στο ελληνικό κοινό. Θυμάμαι ήταν από τις πρώτες σειρές που είχα προτείνει στην αρχή του blog και αυτό μου προκαλεί μια κάποια συγκίνηση. Με με βλέπετε έτσι σκληρή με τον Λάνθιμο, κατά βάθος είμαι βιτάμ σοφτ εκτός ψυγείου.

Θυμάστε αυτή την υπόσχεση που είχα δώσει να μην αγοράσω άλλα βιβλία μέχρι τα Χριστούγεννα; Ούτε και εγώ την καλοθυμόμουν είναι η αλήθεια, αλλά λόγω απόστασης την διαχειρίστηκα κάπως καλύτερα τώρα τον Νοέμβρη. Το φέρνω φυσικά βαρέως που ακόμα δεν έχω αγοράσει τον Αύγουστο του Williams και τις Διορθώσεις του Franzen, αλλά μπορώ να κάνω ένα μήνα ακόμα υπομονή. Εξάλλου έχεις την παλιότερη έκδοση Ιωάννα, δεν σου χρειάζεται η καινούργια.

Με το νέο της μετακόμισης της Πολιτείας να σφυροκοπάει ακόμα στα αφτιά μου, θα εξομολογηθώ πως στενοχωρήθηκα. Ξέρω πως το νέο κτήριο θα είναι μεγαλύτερο και θα βελτιώσει ακόμα παραπάνω την εικόνα και τις λειτουργίες του ιστορικού αυτού βιβλιοπωλείου, αλλά , πως να το κάνουμε, είχα συνηθίσει να κατεβαίνω στο υπόγειο και να χάνομαι στα τεράστια ασφυκτικά γεμάτα ράφια. Καμιά φορά περνούσα απ΄έξω και χάζευα τις ξενόγλωσσες εκδόσεις από την Α’ είσοδο. Αχ, εδώ αλλάζω εγώ, δεν θα αλλάξει η Πολιτεία;

the-month-december.jpg

Χαιρετίσματα, λοιπόν, στην εξουσία και στον Νοέμβρη. Φύγαμε για μπαμπάτσικα σοκολατένια μελομακάρονα, φαρδιά (κλεμμένα) φούτερ και πιτσιρίκια παντελώς άμουσα που το παίζουν τουλάχιστον Yann Tiersen και εσύ πρέπει να τα χαρτζιλικώσεις κι από πάνω. Καλό Δεκέμβρη!

*τίτλος παρμένος από ποίημα του Αργύρη Χιόνη

Advertisements

Η αντίπερα όχθη του Julio Cortazar

Το διήγημα είναι μία από τις αγαπημένες μου λογοτεχνικές φόρμες και αυτό γιατί πάντα πίστευα ότι είναι δυσκολότερο να αποδώσεις ένα ολοκληρωμένο νοηματικά και συναισθηματικά κείμενο σε μερικές δεκάδες σελίδες από το να το «χωρέσεις» σε μερικές εκατοντάδες. Ο Julio Cortazar στην Αντίπερα Όχθη ξεπερνά τη σκόπελο του αριθμητικού περιορισμού σχεδόν αναίμακτα και απογειώνει τα δεκατρία διηγήματα της συλλογής στέλνοντας τα κυριολεκτικά σε άλλη διάσταση.

article-image-1

Ο Julio Cortazar γεννήθηκε το 1914 στις Βρυξέλλες και σε ηλικία τεσσάρων ετών έφυγε με την οικογένειά του για την Αργεντινή. Εκεί τελείωσε το σχολείο, ξεκίνησε σπουδές στη φιλοσοφία, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε, και εργάστηκε ως καθηγητής γαλλικών. Λόγω της εναντίωσής του με το καθεστώς του Περόν, το 1951 αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία, όπου έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου και εργάστηκε ως μεταφραστής στην Ουνέσκο. Το 1961, γοητευμένος από τον αγώνα και την επανάσταση της, επισκέφτηκε την Κούβα και συνδέθηκε φιλικά με τον Fidel Castro. Τριάντα χρόνια μετά την φυγή του στη Γαλλία, το 1981, ο Francois Mitterrand του απένειμε την γαλλική υπηκοότητα. Πέθανε στο Παρίσι το 1984 αναγνωρισμένος και πολυδιαβασμένος.

Η Αντίπερα Όχθη, όπως ανέφερα και στον πρόλογο, είναι μια συλλογή διηγημάτων. Εκδόθηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα και περιλαμβάνει δεκατρία αυτοτελή κείμενα γραμμένα από το 1937 μέχρι το 1945 και χωρισμένα σε τρεις θεματικές ενότητες. Όλες οι ιστορίες είναι δομημένες με την χαρακτηριστικές συγγραφικές αρετές του Cortazar, όπου το φανταστικό συναντά το μαγικό ρεαλισμό και την ειρωνεία. Είναι φυσιολογικό σε μια συλλογή να μην έχουν όλες οι συμμετοχές την ίδια βαρύτητα. Αυτό συμβαίνει και εδώ, μόνο που παρά τις όποιες αδυναμίες μπορεί να έχει ένα διήγημα, είναι τόσο ρέουσα και καλαίσθητη η πρόζα του Cortazar που ακόμα και τα λιγότερο αγαπημένα μου διηγήματα τελικά κατάφεραν να μου αφήσουν το στίγμα τους.

2017-10-24 03.34.25 1.jpg

Ο συγκεκριμένος τίτλος των εκδόσεων Bibliotheque δεν ξεχωρίζει μονάχα για το εσωτερικό του περιεχόμενο. Από το ιδιαίτερο σχήμα του βιβλίου μέχρι τις εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο, όλα είναι προσεγμένα και πολύ κοντά στο πνεύμα που αποπνέουν τα διηγήματα. Συνολικά, η Αντίπερα Όχθη είναι μια συλλογή που σίγουρα αξίζει την προσοχή των αναγνωστών. Μαζί με την ποιητική Σύνθλιψη των σταγόνων, που κυκλοφορεί επίσης από ίδιες τις εκδόσεις, θεωρώ ότι είναι τα κατάλληλα πρώτα βήματα στον κόσμο του σπουδαίου αυτού λογοτέχνη.

 

Το ποίημα της εβδομάδας

Η ανάγνωση, αν και ατομικό άθλημα, μπορεί σε μια της στιγμή να σε ενώσει με ολόκληρο τον κόσμο. Αναζητώντας κάποιους Παλαιστίνιους και Ιρακινούς ποιητές την προηγούμενη εβδομάδα, έπεσα πάνω στις μεταφράσεις του Κωστή Μοσκώφ. Είχα ακούσει το όνομά του, αλλά δεν είχα διαβάσει ξανά κάτι δικό του. Από περιέργεια περισσότερο έψαξα κάποια ποιήματά του και αμέσως κόλλησα. Είναι αδύνατο να το εξηγήσω, αισθάνομαι πως δεν υπάρχουν σωστά λόγια. Πρόκειται για μικρά σε έκταση ποιήματα που θυμίζουν έντονα το ύφος του Λειβαδίτη με λίγο παραπάνω Ρίτσο. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από την εξαντλημένη συλλογή Για τον Έρωτα και την Επανάσταση.

Ο έρωτας δεν ήταν για μας γέφυρα·
τρόμαξες·
έμεινες μόνη στη σκοτεινή όχθη·
— και εγώ
σε περιμένω από την εποχή του χαλκού.

Ποιος σήκωσε τα κύματα
καί τούς ανέμους;
Ποιος γέννησε την ιστορία
δίχως πρόσωπο;
Ποιος σε έριξε
ακόμα ζωντανή μες στους νεκρούς;

Έχω ανάψει την πυρά
να ζεστάνω
τον κόσμο όλο
με την αγάπη μας.

Πότε θα έρθεις;

moskoph...1jpg

Πηγή: ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

Ne Obliviscaris – Citadel (2013

του project sol

Metal Review Of The Week Number One

Στην προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε μία καινούρια στήλη στο Style Rive Gauche, που δεν έχει σχέση με τη συνηθισμένη μουσική που ο καθένας μπορεί να ακούσει στο αυτοκίνητό του καθώς πάει στην ανυπόφορα βαρετή δουλειά του, αποφασίσαμε με την ομάδα να αρχίσω να γράφω για νέες μέταλ παραγωγές. Κι όταν λέω νέες εννοώ να έχουν μία παλαιότητα έως δέκα ετών αυστηρά. Το πρόβλημα με τις νέες μέταλ παραγωγές βέβαια είναι ότι λίγες έχουν γίνει γνωστές από νέα συγκροτήματα, και τα περισσότερα sites που ασχολούνται με τη μουσική βιομηχανία τονίζουν παραγωγές τύπου Iron Maiden – “The Book Of Souls” και αφήνουν απ’ έξω τα λιγότερο γνωστά συγκροτήματα. Έτσι, παραγωγές τύπου Bandcamp (google that) δεν γίνονται εύκολα γνωστές και όλοι οι ακροατές που θέλουν να ακούσουν κάτι νέο και ταυτόχρονα κάτι που να προκαλεί διάφορα συναισθήματα βασίζονται στις προτάσεις του YouTube. Σε αυτή τη νέα στήλη που ελπίζω να καθιερωθεί, θα επιχειρήσω να μεταφέρω τις λιγότερο γνωστές, αλλά και καλές κατά τη γνώμη μου μέταλ προτάσεις του YouTube, ώστε να τις μάθουν οι αναγνώστες του blog και να δουν τι τους ταιριάζει ως μουσικό στυλ. Εδώ ακόμα δεν θα βρείτε αυστηρές κριτικές που θα βασίζονται στο εάν το τάδε ή το δείνα συγκρότημα ακολουθεί πιστά το είδος στο οποίο έχει ταχθεί από τότε που δημιουργήθηκε, αλλά θα δίνεται βάση στην εξέλιξη των συγκροτημάτων. Με αυτά και με αυτά προχωρώ στο πρώτο άρθρο της νέας στήλης, το οποίο ελπίζω να σηματοδοτήσει μία νέα μουσική αρχή για τα μέλη του blog. (σΑ. Και εμείς το ελπίζουμε Σάββα!)

Ας μεταφερθούμε τώρα στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Αυστραλία. Εκεί δημιουργήθηκε ένα νέο συγκρότημα το 2003, το οποίο άλλαξε κατά καιρούς τα μέλη του και όταν σταθεροποιήθηκε με έξι μέλη (συμπεριλαμβανομένου και ενός βιολονίστα), άρχισε να δημοσιεύει διάφορα demos με το γενικό όνομα του project να είναι “The Aurora Veil”, το οποίο βγήκε στη δημοσιότητα ανεξάρτητο από δισκογραφικές εταιρείες. Εκεί τα μέλη του συγκροτήματος “Ne Obliviscaris” (μετάφραση από τα Λατινικά: «Μην ξεχνάς») άρχισαν να βρίσκουν τις στυλιστικές τους επιδράσεις. Τέτοιες είναι η Progressive Metal, η Black και η Death, αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να πει με ακρίβεια ποιο είναι το είδος το οποίο εκπροσωπούσαν, καθώς η μουσική τους ακούγεται σαν ένα ενιαίο σύνολο, και αργότερα στην πορεία τους ενσωμάτωσαν τις επιδράσεις της κλασικής μουσικής, του Flamenco ακόμα και τα Folk στοιχεία της βαλκανικής μουσικής, αλλά και της Μοντερνιστικής παράδοσης. Το συγκρότημα είναι δομημένο σε δύο στυλιστικές “κολώνες”. Η μία είναι ο σκληρός ήχος από τα μουσικά όργανα και τη φωνή του ενός vocalist (Xenoyr), και η άλλη είναι η καθαρή φωνή του Tim Charles και ο ήχος του βιολιού του. Το μπάσο και οι κιθάρες ακολουθούν είτε τη μία είτε την άλλη στυλιστική “κολώνα” και αναλόγως με το είδος του κομματιού προσαρμόζονται.

ne-obliviscaris-557d2a1023f70.jpg

Μετά από το πρώτο demo, ακολούθησε ο πρώτος δίσκος το 2012 (Portal Of I), που δημοσιεύτηκε στο Bandcamp. Έχοντας γίνει λίγο-πολύ γνωστοί στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία, η μπάντα αποφάσισε να αρχίσει ένα Kickstarter project, μία ηλεκτρονική δηλαδή προσπάθεια δωρεών από το κοινό τους, που θα τους επέτρεπε να ηχογραφήσουν δεύτερο δίσκο και να κάνουν μία παγκόσμια περιοδεία. Αφού συμπληρώθηκε και ξεπεράστηκε κατά πολύ ο αρχικός στόχος, η μπάντα υπέγραψε συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία και ηχογράφησε το άλμπουμ “Citadel” για το οποίο θα μιλήσω ευθύς αμέσως.

Το “Citadel” είναι η πιο μεγαλεπήβολη προσπάθεια των Ne Obliviscaris, με κομμάτια που ξεπερνούν τα δέκα και δεκαπέντε λεπτά, αποδεικνύοντας ότι το στοιχείο της Progressive δεν υπερκερνάται από τις άλλες επιδράσεις. Αποτελούμενο από τρία μεγάλα μουσικά μέρη (Painters Of The Tempest, Pyrrhic, Devour Me Colossus), το άλμπουμ διαιρείται επίσης σε μέρη και σε σκηνές. Έτσι το πρώτο μέρος του “Painters Of The Tempest” (Wyrmholes) είναι μόνο ορχηστρικό, με κεντρικό στόχο να υποβάλλει τον ακροατή σε μία σκοτεινή ατμόσφαιρα. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση του πιάνου, με τις μοντερνιστικές μελωδίες του βιολιού, που, αν και περίεργες, δίνουν μία μοναδικότητα στο πρώτο ορχηστρικό.

Με την ηλεκτρική κιθάρα και τα drums να μπαίνουν στη συνέχεια (Painters Of The Tempest Part Two: Triptych Lux) ο ήχος σκληραίνει και υπάρχει η προετοιμασία για τη σκληρή φωνή του Xenoyr. Επηρεασμένος από τη Death και τη Black, ο vocalist κυριολεκτικά σπάει το μικρόφωνο με growls υψηλής τεχνικής, έχοντας βελτιωθεί κατά πολύ από το πρώτο demo του 2007. Εκεί μπαίνει το βιολί, παίζοντας μελωδίες πρωτότυπες και η φωνή του Charles αντιπαρατίθεται με εκείνη του Xenoyr. Το κομμάτι αλλάζει πολλές φορές ρυθμό και μελωδίες μέσα στα δεκαέξι λεπτά της συνολικής διάρκειάς του ανάλογα με το ποια σκηνή παίζεται. Υπάρχει ένα γενικό στιχουργικό θέμα, το οποίο εξειδικευέται σε κάθε σκηνή από το Xenoyr που γράφει όλους τους στίχους του άλμπουμ. Το μπάσο είναι πολύπλοκο, ενώ ο Dan Presland (ο drummer της μπάντας) χρησιμοποιεί τη διπλή μπότα με τόσο συγχρονισμένο και περίτεχνο τρόπο, σε σημείο αξιοθαύμαστο, ώστε να μη χάνει τον κεντρικό ρυθμό, ο οποίος αλλάζει από αργή σε γρήγορη ταχύτητα, ενώ αλλάζουν τα μετρικά σχήματά του, στα σημεία που γίνεται εμφανής η αρχή ή το τέλος της κάθε σκηνής. Σε ορισμένα σημεία ο σκληρός ήχος υποχωρεί, δίνοντας τη θέση του σε μεγάλα ορχηστρικά μέρη, σε ήρεμα, αλλά ταυτόχρονα δυναμικά μέρη, με τη φωνή του Charles επίσης βελτιωμένη από το πρώτο demo. Αγαπημένη μου σκηνή αποτελεί το “Curator”, όπου το μπάσο παίζει μία περίπλοκη μελωδία, ενώ τα κενά γεμίζουν οι κιθάρες, τα drums και το βιολί, το οποίο αρχικά συγχρονίζεται, μετά όμως του δίνεται το κεντρικό βάρος, καθώς αλλάζει ο ρυθμός. Η φωνή του Charles αποδεικνύεται αμέσως ανώτερη από πολλών άλλων vocalists της μέταλ καθώς τραγουδά «Our children painters they are», φέρνοντας τον ακροατή ένα βήμα πιο κοντά στην κάθαρση μετά από πολλές εναλλαγές σκοτεινών και ημισκοτεινών ποιητικών στίχων. Για να κλείσει ωραία το πρώτο ολοκληρωμένο κομμάτι, ένα ορχηστρικό () με επιρροές από τη Folk, τη Jazz, τη βαλκανική μουσική και το Flamenco ακολουθεί, με άλλη μία υπέροχη μελωδία.

Το επόμενο μέρος είναι το “Pyrrhic”, όπου δίνεται βάση στα φωνητικά του Xenoyr. Πρόκειται για ένα πολύ δυναμικό κομμάτι, όμως αυτό που θέλω να τονίσω εδώ είναι η τελευταία μελωδία του, που έχει πολλά στοιχεία Post-Rock και Post-Metal. Όμορφη και καθαρή ηλεκτρική κιθάρα ηρεμεί τον ακροατή μετά τον καταιγισμό των σκληρών φωνητικών. Βιολοντσέλο καλύπτει με μία βαθιά μελωδία τα κενά, ο Xenoyr επανέρχεται λέγοντας το σπαρακτικό «Cold-Colder», ενώ το βιολί ακολουθεί και συγχρονίζεται ξανά. Μία πραγματικά εξαιρετική δουλειά.

Για το τέλος άφησα το αγαπημένο και τελευταίο στο άλμπουμ “Devour Me Colossus”. Στιχουργικά αποτελεί κατά τη γνώμη μου το πιο δυνατό του δίσκου. Μουσικά συναγωνίζεται επάξια το “Painters Of The Tempest”. Η διαφορά είναι ότι εδώ οι αλλαγές του ρυθμού είναι περιορισμένες, αλλά κανείς δεν θα μείνει ανικανοποίητος από τους στίχους (αγαπημένοι μου είναι οι εξής: «Scent of the Earth//Touch of the light//Here were colours collide//This black hole ignites//My world in bloom»), που λέγονται και από τον Xenoyr και από τον Charles, του οποίου το συναίσθημα βγαίνει πολύ περισσότερο εδώ παρά στο “Pyrrhic”. Το σόλο του βιολιού συγκινεί ακόμα και τους πιο ασυγκίνητους, δημιουργώντας συναισθήματα και ταξιδεύοντας τον ακροατή στην εκτεταμένη λογοτεχνική μεταφορά της μαύρης τρύπας. Και πάλι υπάρχει αξιοσημείωτος συγχρόνισμος όλων των μουσικών, ενώ τα σόλο της κιθάρας είναι ξανά περίπλοκα και μελωδικά. Αξιέπαινη και η μελωδία του μπάσου κοντά στο τέλος του τραγουδιού, ανταποκρίνεται στο ύψος των (ομολογουμένως) πολύ υψηλών απαιτήσεων. Τέλος το δεύτερο μέρος του κομματιού είναι πολύ μοντερνιστικό, (το βιολί φτάνει στα φυσικά όριά του) θυμίζοντας μου τον Ιάννη Ξενάκη κατά κάποιο τρόπο.

Ne-Obliviscaris-Citadel

Εάν λοιπόν θέλετε ένα άλμπουμ με πολλές εναλλαγές σκληρών και καθαρών φωνητικών, αν σας αρέσει να ακούτε μουσική που ταξιδεύει, που έχει το στοιχείο της κάθαρσης, της συναισθηματικής έντασης, της απόγνωσης αλλά και της ομορφιάς, καθώς και πολύ (μα πολύ) ταλέντο και σκληρή δουλειά, αυτός ο δίσκος είναι για εσάς. Και παρότι δεν ακούω Black Metal, αυτό εδώ αποτελεί μία μεγάλη εξαίρεση. Αυτά τα παιδιά άλλωστε είναι εκτός των υποειδών. Είναι Progressive με την παλιά έννοια του όρου “Προοδευτικός”. Πάνε τη μουσική ένα βήμα πιο πέρα και αξίζει (παρά τα πολύ σκληρά και δύσκολο να τα συνηθίσει κάποιος που δεν τα έχει ξανακούσει φωνητικά του Xenoyr) να τους ακούσετε ακόμα κι αν δεν είστε metalhead.

Βαθμολογία: 4,5/5

 

Και τώρα, ανθρωπάκο; του Hans Fallada

Είναι πάντα δύσκολο να μιλήσεις για ένα βιβλίο που πραγματικά σου αρέσει. Όχι μόνο γιατί δεν ξέρεις από που να αρχίσεις, ίσως το συνηθέστερο πρόβλημα των αρθρογράφων, αλλά και γιατί φοβάσαι μην τυχόν μαρτυρήσεις κάποιο σημαντικό σημείο της πλοκής. Άλλος όμως είναι ουσιαστικά ο μεγαλύτερος φόβος σου, ότι όσες λέξεις και αν χρησιμοποιήσεις δεν θα καταφέρεις τελικά να αποδόσεις την μαγεία αυτού που διάβασες. Και είναι τόσο υψηλή η μαγεία του Και τώρα, Ανθρωπάκο; του Hans Fallada που γνωρίζεις εκ προοιμίου ότι οποιοδήποτε εξεζητημένο λεξιλόγιο και στυλιζαρισμένο συντακτικό είναι φτωχό μπροστά στην λιτή λαμπρότητα αυτού του μυθιστορήματος.

methodetimesprodwebbin01545c2e-8c92-11e6-aa51-f33df6df2868

Ο Rudolf Ditzen, όπως είναι το πραγματικό όνομα του Hans Fallada, γεννήθηκε το 1893 στο Γκράιφσβαλντ. Πριν ασχοληθεί με την συστηματική συγγραφή άσκησε πολλά διαφορετικά επαγγέλματα, από λογιστής και νυχτοφύλακας μέχρι δημοσιογράφος και μεταφραστής. Το 1920 κάνει το ντεμπούτο του ως συγγραφέας και μέχρι τον θάνατό του το 1947 στο Βερολίνο εκδίδει δεκάδες μυθιστορήματα και ένα βιβλίο με αυτοβιογραφικές αναμνήσεις. Ο αριθμός των έργων του δεν είναι απόλυτα σαφής καθώς φημολογείται ότι ανέκδοτα χειρόγραφά του είτε χάθηκαν είτε πουλήθηκαν από την τελευταία σύζυγο και κληρονόμο του.

Το γνωστότερο και κατά πολλούς σημαντικότερο έργο του είναι το Και τώρα ανθρωπάκο;, το οποίο εκδόθηκε περικομμένο ένα χρόνο πριν την άνοδο του Hiltler στην εξουσία και γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία στη Γερμανία, βγάζοντας τον Fallada από το οικονομικό αδιέξοδο που είχε βρεθεί εκείνη την περίοδο. Η ανανεωμένη ολοκληρωμένη έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια, το 2014, όταν βρέθηκε το χειρόγραφο του συγγραφέα. Σε σχέση με το πρώτη έκδοση οι περικοπές ήταν αρκετές, αν και η κυρίως πλοκή δεν είχε αλλοιωθεί. Στα Ελληνικά το Και τώρα ανθρωπάκο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg, με ένα καταπληκτικό πρόλογο από τον Κώστα Κουτσουρέλη, και Μίνωας. Τονίζω ότι και οι δύο μεταφράσεις βασίζονται στην αναθεωρημένη ολοκληρωμένη επανέκδοση.

Κάθε Κυριακή την ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής μια Δευτέρα, ακόμα και αν το πρωί της Κυριακής στις έντεκα κανείς πιστεύει πως τη μία απ’ την άλλη τις χωρίζουν δύο αιωνιότητες.

Τα ζοφερά χρόνια της οικονομικής κρίσης και της ανόδους της ακροδεξιάς στην Γερμανία, αρχές της δεκαετίας του ’30, βρίσκουν το ζεύγος Πίνεμπεργκ φρεσκοπαντρεμένο και ερωτευμένο να περιμένει το πρώτο του παιδί. Ο Γιοχάνες δουλεύει ως πωλητής σε ένα μεγάλο κατάστημα ενδυμάτων, ενώ η Έμα ασχολείται με τα οικοκυρικά και προετοιμάζεται για την μεγάλη άφιξη του μπέμπη. Οι δύο νέοι τα φέρνουν δύσκολα βόλτα και ο ερχομός του νέου μέλους τους προκαλεί ακόμα περισσότερο άγχος. Το κατάστημα δίνει έναν πενιχρό μισθό με απαιτήσεις συνεχώς αυξανόμενες. Ο Γιοχάνες φοβάται μην χάσει την δουλειά του, ανησυχεί όχι τόσο για εκείνον και την Έμα, το Μανάρι του, αλλά για τον μπέμπη, που θα έρθει και δεν πρέπει να του λείπει τίποτα. Στο δρόμο για την δουλειά βλέπει όλο και περισσότερους ανέργους να μαραζώνουν στους δρόμους. Άνθρωποι σαν αυτόν που λίγο καιρό πριν είχαν την δουλειά, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία τους. Τουλάχιστον εκείνος έχει ακόμα την δουλειά του, έχει κάτι. Η ύφεση όμως είναι σκληρή, ανήθικη και απρόσωπη. Δεν κάνει υπομονή, δεν δείχνει συμπόνια και πάνω από όλα δεν νοιάζεται για τίποτα και για κανέναν. Οι ήρωες του βιβλίου, αυτά τα ανθρωπάκια που ζουν επιβιώνοντας, πρέπει να τα βγάλουν μόνοι τους πέρα με μοναδικό τους δεκανίκι την συντροφικότητα και την αγάπη τους.

Εκεί έξω ήταν ο απέραντος κόσμος, άγριος, εχθρικός, προκλητικός, που δεν ήξερε, ούτε ήθελε το καλό της – δεν ήταν ωραίο που ήταν ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο και αισθάνονταν σα μια μικρή νησίδα θαλπωρής ενώ έξω όλα είναι κρύα κι ο αέρας φυσά δυνατά;

Όπως έγραψα και στον πρόλογο, όσα λόγια και αν ειπωθούν για το συγκεκριμένο βιβλίο θα είναι τρομακτικά φτωχά και αυτό γιατί περιγράφει μια πραγματικότητα. Και ως γνωστών, η πραγματικότητα ξεπερνάει τα πάντα. Ο συγγραφέας, άλλοτε με αιχμηρά ειρωνικό τόνο και άλλοτε με ζυγισμένο ρομαντισμό, απεικονίζει την σήψη μιας ολόκληρης εποχής, την οικονομική παρακμή και την πολιτειακή αδιαφορία. Καταστάσεις που βίωσε και ο ίδιος όταν έμεινε άνεργος με χρέη να πολλαπλασιάζονται και ένα νεογέννητο παιδί να μην μιλάει, αλλά ταυτόχρονα να ζητάει τα πάντα. Ο φόβος και η ανέχεια, η εξόντωση του ίδιου σου του εαυτού, φέρνουν μονάχα μίσος και φανατισμό. Και δεν χρειαζόμαστε την λογοτεχνία για να το μάθουμε αυτό. Μας το λέει η ίδια η Ιστορία αιώνες τώρα.

1511248589.jpg

Το 1932 ο Fallada γράφει το Και τώρα, ανθρωπάκο, μια ιστορία κοινωνικού τρόμου με ντικενσιανό αέρα και νατουραλιστική στόφα. Σχεδόν ένα αιώνα αργότερα η μυθοπλασία μετατρέπεται σε πραγματικότητα στην Ελλάδα της Κρίσης. Το χρονικό μιας εξαθλίωσης και πως η κοινωνία και τα απαρτίζοντα μέλη της συνετέλεσαν σε αυτό. Μέσα στην απλότητα της πλοκής και στη φυσικότητα του λόγου, ο αναγνώστης αντικρίζει ολοφάνερα τον εαυτό του. Ποιός δεν φοβάται μην χάσει την δουλειά του, μην χάσει την ικανότητα να στηρίζει την οικογένεια του, μην χάσει τον ίδιο του τον εαυτό; Σίγουρα όχι οι ήρωες αυτού του βιβλίου. Σίγουρα όχι εμείς.

Το ποίημα της εβδομάδας

Σε έναν μικρό, κακά τα ψέματα, χώρο όπως είναι η σημερινή ελληνική συγγραφική παραγωγή σπάνια συναντώ ενδιαφέρουσες φωνές. Σχεδόν καμία από αυτές δεν είναι γυναικεία. Γεγονός ταυτόχρονα θλιβερό και άδικο, γιατί υπάρχουν αυτές οι φωνές, κι ας μην ακούγονται. Η περίπτωση της Μυρσίνης Γκανά και της ποιητικής της συλλογής με τίτλο «Τα πέρα μέρη» (εκδόσεις Μελάνι) ανήκει ευτυχώς στις ηχηρές περιπτώσεις. Η συγκεκριμένη ολιγοσέλιδη ποιητική συλλογή, που κυκλοφόρησε πριν από μερικές εβδομάδες, είναι η ισχυρότερη απόδειξη ότι η ευαισθησία και η καλαισθησία της γυναικείας πένας είναι αξεπέραστες και αναγκαίες σε καθολικό επίπεδο. Ακολουθεί ένα μικρό χωρίο από την συλλογή, προσωπικά αγαπημένο.

Λέγε με Πηνελόπη
μέρα τη μέρα
υφαίνω
ξηλώνω
το σώμα μου.
Πού να ΄ξερα
ότι ο νοσταλγός που μου συστήθηκε
ως Οδυσσέας
ήταν στ’αλήθεια ο Κανένας.

Ζωγραφίζοντας αποδείξεις

Πραγματικά ποιός θα το φανταζόταν ότι οι αποδείξεις των αγορών μας, αυτά τα μικρά χαρτιά που κανείς δεν ελέγχει και που πετάμε σχεδόν αυτοστιγμεί στον πρώτο κάδο που συναντάμε, θα μπορούσαν να γίνουν οι βάσεις για μικρά έργα τέχνης; Κανείς, εκτός από τον Michael Moccia, τον εικοσάχρονο ιταλό καλλιτέχνη που με φαντασία και ταλέντο πάει το λυπητερό μπιλιέτο σε άλλο επίπεδο.

Όπως φαίνεται και από τις παραπάνω εικόνες, ο νεαρός ζωγράφος προτιμάει το μολύβι και χρησιμοποιεί το χρώμα με φειδώ. Τα σκίτσα του βασίζονται σε αγαπημένες ταινίες, πίνακες και μουσικούς, πάντα εστιασμένα από την δική του οπτική γωνία. Πριν κάνει πάταγο στο instagram με τις καλλιτεχνικές του αποδείξεις, συνήθιζε να ζωγραφίζει σε λεξικά και τηλεφωνικούς καταλόγους, πράγμα που, όπως και να το κάνουμε βρε αδερφέ, εμάς τους βιβλιόφιλους μας πονάει. Παρόλα αυτά, το αποτέλεσμα είναι αντικειμενικά εξαίσιο!

Νομίζω πως τέτοια ταλαντούχα και ευφάνταστα άτομα αξίζουν στήριξη και προώθηση, για αυτό μην ξεχάσετε να ακολουθήσετε τον Michael Moccia σε instagram και youtube. Το αξίζει!

*Το Project Art είναι η νέα μας στήλη. Εδώ θα παρουσιάζουμε καλλιτέχνες που μας ενθουσιάζουν στο διαδίκτυο με την δουλειά και τις ιδέες τους. Τα κείμενά θα είναι μικρά και κατατοπιστικά, γιατί όταν μιλάει η τέχνη πρέπει να σιωπούν οι αρθρογράφοι. Αν θέλετε να παρουσιάσουμε την δουλειά σας ή να μας προτείνετε καλλιτέχνες που αξίζουν την προσοχή μας, επικοινωνήστε μαζί μας μέσω της πλατφόρμας επικοινωνίας στο About Us. Τα λέμε στο επόμενο άρθρο!