Το ποίημα της εβδομάδας

Ένας καθηγητής μας στη σχολή υποστηρίζει πως όποιος πάσχει από κατάθλιψη ή έχει μια μικρή μελαγχολία, θα ήταν προτιμότερο να διαβάσει Εμπειρίκο παρά Καρυωτάκη. Ή και όχι. Θα ταίσω την μελαγχολία μου Καρυωτάκη λοιπόν, κόντρα στα αποφθέγματα του Γαρά(…) και θα μοιραστώ μαζί σας το Κι αν έσβησε σαν ίσκιος από την συλλογή Νηπενθή.

«Κι αν έσβησε σαν ίσκιος…»

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ —
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλον ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ‘ζησα ζωή!

trois-couleurs-bleu-1050x700.png

*Η φωτογραφία είναι από την Μπλε Ταινία του Κισλόβσκι. Είναι λίγο άστοχη θεματικά, αλλά όποιος την έχει παρακολουθήσει καταλαβαίνει ακριβώς τον λόγο που αυτά τα δύο έργα ταιριάζουν.

Αγαπημένα Ιανουαρίου

There wasn’t much I used to need. A smile would blow a summer breeze through my heart. Και κάπως έτσι πέρασε ο Ιανουάριος ακούγοντας πολύ Placebo, μιας και θα μας επισκεφτούν (ξανά) στις αρχές Ιουλίου στα πλαίσια του Rockwave Festival. Ξεκίνησα από το τελευταίο τους album, το οποίο θυμάμαι να ακούω στα 18α γενέθλια μου παρέα με την κολλητή μου στο Rock Cafe που τότε στεγάζονταν στην Φιλελλήνων. Το Rock Cafe έκλεισε και ξανάνοιξε κάπου στο Μοναστηράκι και εγώ έκλεισα τα 21 τον προηγούμενο Σεπτέμβρη και πάω στα 22. Δεν βαριέσαι, τουλάχιστον θα δούμε τους Placebo!

DSC00602.JPG

So I’m leaving this worry town

Now my mistakes are haunting me, like winter came and put a freeze on my heart. Προσπαθώντας να αποφύγω τα λάθη της περσινής χρονιάς και να καλύψω τον χαμένο χρόνο άρχισα πάλι να παρακολουθώ συστηματικά ταινίες. Είδα αρκετές από αυτές που πρότεινε η Ειρήνη στις τελευταίες της αναρτήσεις, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν με εντυπωσίασε καμία ιδιαίτερα. Αντίθετα, αυτή που ακόμα θυμάμαι και επιστρέφω ανα διαστήματα είναι μια ταινία του 1974, το Sweet Movie του Dusan Makavejev. Πρόκειται για ένα σουρεαλιστικό έργο με έντονες αναφορές στην σεξουαλικότητα και την πολιτική των ολοκληρωτικών καθεστώτων, πολιτικών και οικονομικών. Είναι μια σκληρή ταινία με άγριες σκηνές, αλλά ακόμα και η αγριότητα που επιλέγει ο Makavejev διέπεται από μεγάλη ποιητικότητα. Επιπλέον, όλο το σκηνικό δένει η καταπληκτική μουσική του Χατζιδάκι, εξυψώνοντας πραγματικά τα νοήματα και τους στόχους της ταινίας. Ποτέ μου δεν θα ξεχάσω το ταίριασμα του άσματος «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο» με τις σκηνές από την Σφαγή του Κατύν. Όλος ο κόσμος είναι γεμάτος πτώματα, είπε και ο συμπαθέστατος πρωταγωνιστής. Αυτό που μας ξεχωρίζει από αυτά είναι η πίστη στις ιδέες μας, συμπληρώνω εγώ.

Whenever I was feeling wrong I used to go and write a song from my heart. Μακάρι να είχα και εγώ την ικανότητα να γράψω κάποιο τραγούδι, αλλά προτιμώ να το αφήσω σε τύπους σαν τον Molko. Αυτόν τον μήνα πάντως διάβασα και είχα και το πρώτο αναγνωστικό χαστούκι της χρονιάς. Πρώτος ήρθε ο Μουρακάμι με τον Κάφκα στην Ακτή και μετά ακολούθησαν Ο δρόμος του αγαπημένου Κέρουακ και το κλασικό Έγκλημα και Τιμωρία. Πήρα την απόφαση να διαβάσω επιτέλους Κούντερα (την Αβάσταχτη ελαφρότητα), τον οποίο και λάτρεψα, και γύρισα σε παλιές καλές συνήθειες με την Μαρίνα του Θαφόν. Το χαστούκι ήρθε από την Γιαναγκιχάρα με το Λίγη Ζωή. Sorry, not sorry, προσωπικά το θεωρώ ένα από τα πιο καλοδιαφημισμένα βιβλία του 2016. Δεν μπορώ να αποδώσω πουθενά αλλού την τόσο μεγάλη του επιτυχία. (But now I feel I’ve lost my spark. No more glowing in the dark for my heart). Για να αρχίσει καλά και ο Φεβρουάριος ξεκίνησα τον Σέργιο και Βάκχο του Καραγάτση και συνεχίζω την Σύντομη Ιστορία Επτά Φόνων του Marlon James, για τα οποία θα ακολουθήσουν και ανάλογες αναρτήσεις.

So I’m leaving this worry town. Please no grieving, my love, understand? Look at me, there’s no denying I won’t last another day. All my dreaming torn in pieces now…

*Όπως καταλάβατε το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους του A million little pieces των Placebo. Σας εύχομαι καλό μήνα και να δείτε σύντομα το Sweet Movie!

Η Κατερίνα.

Δεν χρειάζεται να πηγαίνεις συχνά θέατρο για να καταλάβεις το πόσο φαίνεται να αγαπούν οι Έλληνες σκηνοθέτες να ανεβάζουν παραστάσεις βασισμένες σε βιβλία. Επίσης δεν χρειάζεται να ξέρεις πολλά για το θέατρο για να καταλάβεις το πόσο φαίνεται να αγαπά το κοινό την Λένα Παπαληγούρα. Αν θέλεις όμως να μάθεις ακριβώς γιατί συμβαίνει αυτό – και δεν είναι καθόλου τυχαίο – χρειάζεται να επισκεφτείς ένα θέατρο και συγκεκριμένα το θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου, στον Κεραμεικό.

Μετά από μία sold out σειρά παραστάσεων στο Λονδίνο και τη Θεσσαλονίκη, η παράσταση του Γιώργου Νανούρη, «Κατερίνα» επιστρέφει στο σπίτι της για τρίτη χρονιά. Το έργο είναι βασισμένο στο γνωστό βιβλίο του αγαπημένου Αυγούστου Κορτώ και διαπραγματεύεται την ιστορία μίας γυναίκας που από την εφηβική της κιόλας ηλικία εμφανίζει σημάδια σχιζοφρένειας και κατάθλιψης, τα οποία κορυφώνονται στην ενήλικη ζωή της και η κατάληξη είναι μοιραία. Τουλάχιστον για τους γύρω της. Γιατί για εκείνη, όπως αναφέρει ο Κορτώ, ήταν ένα είδος λύτρωσης.

Το γεγονός ότι η ιστορία δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας αλλά πρόκειται για την πραγματική ιστορία της μητέρας του συγγραφέα, ίσως να τρόμαζε τους περισσότερους σκηνοθέτες, καθώς τους υποχρεώνει να χειριστούν την όλη υπόθεση με έναν ιδιαίτερο σεβασμό, αλλά ο Νανούρης μοιάζει σαν να ετοιμαζόταν καιρό για αυτή ακριβώς την παράσταση. Εύστοχα, έχει επιλέξει να παρουσιάσει γύρω στις τριάντα σελίδες από το βιβλίο, που περιέχουν και τα πιο καταλυτικά γεγονότα στη ζωή της Κατερίνας. Παρών, σε όλη τη διάρκεια του έργου, παίζει με έναν μικρό φακό και γεμίζει τους μαύρους τοίχους και την άδεια σκηνή με σκιές και σχήματα που σε μεταφέρουν μέσα στο μυαλό της Κατερίνας.kater

Ταυτόχρονα, ο Λόλεκ, ο μουσικός, με την μπάσα φωνή και την κιθάρα του σε μεταφέρουν λιγάκι πιο κοντά στη ψυχή της Κατερίνας. Τραγουδώντας για τον αχινό που έχεις μέσα σου και σου ζητάει καθημερινά τροφή, ο Λόλεκ μοιάζει να λέει με νότες εκείνα που η Κατερίνα φοβάται να πει με λόγια.

Η Κατερίνα. Όταν διάβαζα το βιβλίο είχα πλάσει μία εντελώς δική μου εικόνα για εκείνη και φοβόμουν πως όταν έβλεπα μια Κατερίνα διαφορετική από εκείνη του μυαλού μου πάνω στη σκηνή θα απογοητευόμουν. Φοβόμουν πως η ιστορία της Κατερίνας ήταν τόσο δική της που η κάθε ηθοποιός θα έμοιαζε ξένη μέσα σ’αυτή. Έκανα όμως λάθος. Για δύο λόγους.

katerina1

Πρώτον λόγω της αξιοθαύμαστης Λένας Παπαληγούρα. Η νεαρή ηθοποιός είναι μαγική και ταυτόχρονα απίστευτα ρεαλιστική πάνω στη σκηνή. Οι κινήσεις της είναι προσεγμένες και μαζί ατσούμπαλες και αυθόρμητες ενώ οι εκφράσεις της μοιάζουν πολλές φορές εξωγήινες. Η Λένα με τα ξανθά μαλλιά της και το λουλουδάτο φόρεμα χορεύει ξυπόλυτη, μιλάει ήρεμα, φωνάζει, τραγουδά, αισθάνεται και μοιράζει απλόχερα όλο της το καλλιτεχνικό είναι. Γεμίζει μια ολόκληρη σκηνή και σε κάνει να νιώθεις πως εκείνη την ώρα όντως σου μιλά η ίδια η Κατερίνα. Σε έναν μονόλογο όπου από τη μία καλείται να φερθεί σαν ένα μικρό κορίτσι που αντιμετωπίζει όλα όσα της συμβαίνουν, αποφεύγοντας τα και από την άλλη μία γυναίκα που προσπαθεί να παλέψει την ψυχική ασθένειά της με όπλο την ατέρμονη αγάπη για τον γιο της, η Παπαληγούρα κερδίζει ένα μεγάλο στοίχημα και χαρίζει μία ερμηνεία που θα την ακολουθεί για πολύ καιρό.

Δεύτερον επειδή δεν είχα καταλάβει ποια πραγματικά είναι η Κατερίνα. Όταν είδα την Παπαληγούρα να μιλάει στην σκηνή συνειδητοποίησα πως η Κατερίνα είναι κάτι παραπάνω από ένα όνομα και μερικά συμβάντα που διάβασα σε ένα βιβλίο. Η Κατερίνα υπήρξε και ακριβώς επειδή υπήρξε, μπορεί να ξανά υπάρξει. Μπορεί να είναι η ίδια η Λένα Παπαληγούρα ή κάποια στενή φίλη του Νανούρη, μπορεί να είναι η δική σου μητέρα ή μπορεί να είσαι εσύ. Πάντως η Κατερίνα είναι αληθινή και αυτό το κατάλαβα όταν όλοι χειροκροτούσαμε την Λένα. Ίσως γιατί εκείνη την ώρα είδα για πρώτη φορά στην σκηνή την Λένα και όχι την Κατερίνα. Και τότε κατάλαβα. Η Κατερίνα δεν ήταν απλά ένας ρόλος ούτε μια παράσταση. Ήταν ένα μήνυμα σε όλες τις Κατερίνες που πολεμάνε με τον ίδιο τους τον εαυτό και προσπαθούν να νικήσουν.

katerina2

Αυτή η παράσταση δεν έχει σκοπό να πονέσει κανέναν, παραμόνο εκείνους που θα την δουν. Και θα την κουβαλούν για καιρό μέσα τους.

Η Κατερίνα επιστρέφει την Παρασκευή 03/02 για μερικές ακόμα παραστάσεις.

Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου

Είσαι στο φανάρι, περιμένεις να ανάψει πράσινο για να πατήσεις γκάζι και να πας επιτέλους σπίτι σου και ξαφνικά χάνεις το φως σου. Όλα γύρω σου σκοτεινιάζουν και εσύ συνειδητοποιείς, φυσικά με τον πιο άσχημο τρόπο, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Τα μάτια σου ήταν η ζωή σου. Τι κάνεις τώρα λοιπόν; Κάπως έτσι ξεκινάει το βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου με τίτλο Περί τυφλότητος, αλλά δεν μένει εκεί. Το μυθιστόρημα κοιτάει, χωρίς στην ουσία να βλέπει, πέρα από τις αισθήσεις που χάθηκαν και αποδεικνύει με τον πιο εύστοχο τρόπο ότι η οργανική τύφλωση δεν είναι τίποτα μπροστά στην συνειδησιακή.

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 σε ένα χωριό έξω από την Λισσαβώνα. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας του δεν του επέτρεψε να φοιτήσει σε κλασικό γυμνάσιο, για αυτό παρακολούθησε μαθήματα σε τεχνικό. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε σε αρκετά τεχνικά επαγγέλματα μέχρι τελικά να καθιερωθεί στο χώρο των γραμμάτων. Εκτός από το λογοτεχνικό του έργο, έχει γράψει ποιήματα, σενάρια, έχει εργαστεί για χρόνια ως δημοσιογράφος και το 1998 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Έφυγε από την ζωή τον Ιούνιο του 2010 σε ηλικία 87 ετών. Το Περί Τυφλότητος εκδόθηκε το 1995 και αποτελεί μια αλληγορία γύρω από την όραση και την τύφλωση, δύο ενέργειες -και όχι αισθήσεις- τόσο περιοριστικές όσο και απεριόριστες ταυτοχρόνως.

Πώς είναι ο κόσμος, είχε ρωτήσει ο γέρος με την μαύρη καλύπτρα, κι η γυναίκα του γιατρού απάντησε, Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, ανάμεσα στους λίγους και τους πολλούς, ανάμεσα σε αυτό που ζούμε κι αυτό που έχουμε μπροστά μας για να ζήσουμε, Κι οι άνθρωποι πως είναι, ρώτησε η κοπέλα με τα μαύρα γυαλιά, Είναι σαν φαντάσματα, έτσι πρέπει να νιώθει ένα φάντασμα, να έχει τη βεβαιότητα ότι η ζωή υπάρχει, γιατί έτσι λένε οι τέσσερις αισθήσεις, αλλά να μην μπορεί να την δει, Έχει πολλά αυτοκίνητα εδώ γύρω, ρώτησε ο πρώτος τυφλός, που δεν μπορεί να ξεχάσει ότι του έκλεψαν το δικό του, Είναι σωστό νεκροταφείο. Ούτε ο γιατρός ούτε η γυναίκα του πρώτου τυφλού έκαναν ερωτήσεις, για ποιο λόγο, αφού οι απαντήσεις θα ήταν ανάλογες με τούτες. Το αγοράκι με τον στραβισμό είναι ικανοποιημένο που φοράει τα παπούτσια που πάντα ονειρευόταν, και δεν καταφέρνει να τον λυπήσει καν το γεγονός ότι δεν τα βλέπει. Ίσως για αυτό εκείνο δεν μοιάζει με φάντασμα. Κι άλλο τόσο θα ήταν άδικο να αποκαλέσουμε ύαινα το σκύλο με τα δάκρυα που ακολουθεί τη γυναίκα του γιατρού, αντί να παίρνει στο κατόπι την νεκρή σάρκα, συνοδεύει κάτι μάτια που το ξέρει καλά πως είναι ζωντανά.

Όλα κυλούν όπως πρέπει, όταν μια ωραία πρωία (μεσημέρι ήταν) ξεσπάει ένα αιφνίδιο κύμα τύφλωσης. Οι άνθρωποι χάνουν το φως τους κυριολεκτικά παντού, όταν οδηγούν, όταν μαγειρεύουν, όταν κάνουν έρωτα. Τα περιστατικά είναι όλο και περισσότερα, ενώ τα αίτια ανεξήγητα. Η Κυβέρνηση αποφασίζει να χωρίσει τους τυφλούς από τους όσους ακόμα βλέπουν και τους τοποθετεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι Τυφλοί, μόνοι και αβοήθητοι πλέον, φτιάχνουν την δικιά τους κοινότητα με τους δικούς τους άγραφους κανόνες. Μια κοινότητα των τεσσάρων αισθήσεων που δεν αργεί να καταρρεύσει και να τους πλακώσει. Ανάμεσα τους όμως βρίσκεται μια γυναίκα, η γυναίκα του Γιατρού, που ακόμα βλέπει.

IMG_2519.JPG

Εγκρίνει και ο Πίου!

Όλοι, λίγο πολύ, μπορούμε να σκεφτόμαστε τι θα γινόταν σε έναν κόσμο τυφλών, ακόμα και αν δεν θέλουμε να το κάνουμε. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι η οργανική τύφλωση αυτό που θα μετατρέψει την ζωή μας σε κολαστήριο, αλλά η ίδια μας η αδυναμία να δούμε πέρα από αυτή, να κατανοήσουμε την ανάγκη να παραμείνουμε άνθρωποι και χωρίς τα μάτια μας. Αυτό προσπαθεί να μας πει ο Σαραμάγκου, ή μάλλον καλύτερα και αυτό προσπαθεί να μας πει.

Το περί τυφλότητας είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Όχι τόσο για την αλληγορία που το μονοπωλεί, όσο γενικότερα για το σύνολό του. Στο παραπάνω απόσπασμα είναι φανερές οι ιδιαιτερότητες της πένας του Σαραμάγκου. Προτάσεις με μεγάλη έκταση, απουσία σημείων στίξεων, γραφή σχεδόν γραφειοκρατική (όπως είχε επισημάνει και η Τζο). Στοιχεία δηλαδή που επιδρούν σε βάθος μαζί με την θεματολογία του έργου στον αναγνώστη. Ένα ακόμα στοιχείο που μου άρεσε πολύ είναι η έλλειψη ονομάτων. Σε ένα κόσμο τυφλών το όνομα παίζει μεγάλο ρόλο, θα αναρωτηθεί κανείς. Αλλά ο Σαραμάγκου δεν μασάει από τέτοια. Οι πρωταγωνιστές του έχουν χαρακτήρα και δεν χρειάζονται τα ονόματα για να ξεχωρίσουν.

Κάποτε ένας φίλος μου είπε ότι το όνομα είναι η πρώτη κοινωνική σύμβαση που κάνουμε, έστω και εν αγνοία μας, από εκεί και έπειτα, είπε, έρχεται το χάος. Δεν ξέρω αν είχε δίκιο. Το μόνο που ξέρω είναι ότι το χάος έρχεται με πολύ λιγότερα από ένα απλό όνομα, χρειάζεται μονάχα την παραδοχή του (σου).

Το ποίημα της εβδομάδας

Προσωπικό είναι από μόνο του ένας βαρύς τίτλος, τι γίνεται όταν ακολουθείται από ένα ποίημα του Μιχάλη Γκανά; Ένα ευχαριστώ στα άτομα που μου θυμίζουν πόσο σπουδαίο είναι αυτό το ποίημα.

Προσωπικό

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

people_couples_DSCN8621_detail.jpg

Λίγη Ζωή της Hanya Yanagihara

Δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι πολωμένες βαθμολογίες και οι κριτικές που μάλλον θύμιζαν περισσότερο φορτισμένες συναισθηματικά εξομολογήσεις. Κάτι το καλό promotion από τις εκδόσεις, κάτι η φυσική μου κλήση προς το κλαίειν, αποφάσισα να το πάρω. Καλά να πάθω!

Hanya Yanagihara γεννήθηκε το 1974 στην Καλιφόρνια, μεγάλωσε όμως στην Χαβάι, την οποία και θεωρεί πατρίδα της. Είναι αρθρογράφος και συγγραφέας και η Λίγη Ζωή είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της.

IMG_2873.JPG

Η ιστορία είναι -πλέον- γνωστή. Τέσσερις φίλοι προσπαθούν να στρώσουν την ζωή τους στη Νέα Υόρκη. Ο ανώριμος Τζέι Μπι, ο μπερδεμένος αλλά καλόκαρδος Μάλκομ, ο όμορφος Γουίλεμ και ο συνεσταλμένος Τζουντ παλεύουν με το μέλλον μπροστά τους και με το παρελθόν πίσω τους. Μονάχα που ο Τζουντ δεν μιλάει ποτέ για το παρελθόν. Δεν αναφέρει ποτέ την οικογένεια του. Σωπά όταν τον ρωτούν που μεγάλωσε. Τραβιέται όταν πάνε να τον αγκαλιάσουν. Είναι εκεί μαζί τους, αλλά ένα κομμάτι του λείπει ηθελημένα. Μεγαλώνοντας η κατάσταση μεταξύ των τεσσάρων φίλων αλλάζει. Η παρέα σπάει στην καθημερινότητα. Ο πυρήνας του Τζουντ και του Γουίλεμ όμως παραμένει ακέραιος και δυναμώνει με τον καιρό. Ο ένας έχει τον άλλον ανάγκη για να συνεχίσει. Ο ένας διώχνει τα φαντάσματα του άλλου.

Ολόκληρη η ιστορία γυρνάει σαν γαϊτανάκι γύρω από το παρελθόν του Τζουντ. Το τραγικό παρελθόν ενός παιδιού που πέρασε δια πυρός και σιδήρου και κατάφερε, αν και όχι αλώβητο, να σταθεί στα πόδια του και να συνεχίσει την ζωή του. Όλα αυτά τα μαθαίνουμε σε αναδρομικά κομμάτια, που σπάνε την αφήγηση και δίνουν -ένα κάποιο- σασπένς στην όλη ιστορία. Ένα αρκετά δυνατό χαρακτηριστικό του βιβλίου επίσης είναι και η ψυχογραφηση των ηρώων. Η Γιαναγκιχαρα έχει φτιάξει ολοκληρωμένος χαρακτήρες με υπόσταση και ψυχή. Τα προβλήματα όμως ξεκινούν όταν η ίδια πρέπει να διαχειριστεί αυτούς τους ήρωες.

Πέρα από την ψυχογραφηση και την πολλά υποσχόμενη αρχή του έργου, η πλοκή είναι βουτηγμένη -μην πω πνιγμένη- στην υπερβολή. Ακόμα και οποία καλά στοιχεία είχε, ή τέλος πάντων όσα σε μένα φάνηκαν καλά, πνίγηκαν στο τσουνάμι της υπερβολής. Ρε παιδιά, δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα και έλεγα δεν μπορεί, έχει κι άλλο; Και φτάνω στο τελευταίο μέρος πεπεισμένη πια ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να με εκπλήξει. Και μαντέψτε: υπήρξε! Όλος αυτός ο συμπιεσμένος πόνος φάνταζε πλαστός από ένα σημείο και έπειτα. Σαν κακοστημένη εξομολόγηση σε πανελ του Μικρούτσικου ένα πράγμα.

Υπήρχαν και άλλα δεδομένα που δεν μου κολλούσαν στο βιβλίο βέβαια. Δευτερεύοντα μεν, αλλά δεν θα γλυτώσουν την αναφορά δε. Πρώτο και σημαντικότερο, η ομοφυλοφιλία και ο ανώριμος τρόπος που παρουσιάζεται. Εκτός από το δίδυμο Τζουντ-Γουίλεμ, η Γιαναγκιχαρα σκορπά καθ’όλη την έκταση του μυθιστορήματος ομοφυλόφιλους χαρακτήρες απλόχερα. Μπορεί η κοινωνία της Νέας Υόρκης να παρουσιάζεται τόσο προοδευτική και γαμάτη και πραγματικά εύχομαι να ήταν όλες οι κοινωνίες του κόσμου έτσι, να μπορούσες ελεύθερα να είσαι αυτός που νιώθεις ότι είσαι χωρίς περιορισμούς και λογοκρισία, αλλά μου χτυπάει κάπως περίεργα που σχεδόν οι μισοί χαρακτήρες του έργου ήταν ή υπήρξαν κατά διαστήματα ομοφυλόφιλοι. Άλλη μια υπερβολή; Πιθανό. Μια κοινωνική πραγματικότητα που δεν είμαι σε θέση να διαβεβαιώσω; Επίσης, πιθανό. Εγώ όμως το βλέπω περισσότερο σαν ένας πλάγιος αλλά σίγουρος δρόμος πωλήσεων. Και υπογραμμίζω ξανά: δεν έχω κανένα πρόβλημα με την ομοφυλοφιλία, αλλά με τον τρόπο που την χρησιμοποιεί η συγγραφέας.
Δεύτερον, πως είναι δυνατόν να μιλάμε για μια τόση δυνατή φιλία, με τόσο γερά θεμέλια και μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα, όταν οι μέτοχοι αυτής αγνοούν στοιχεία και κομμάτια του ενός «φίλου», δεν αναγνωρίζουν τις αδυναμίες και τις τάσεις αυτοκαταστροφής του και μένουν άπραγοι μπροστά στην διάθεση αυτοτραυματισμού του. Ξέρω πως πολλοί δεν θα συμφωνήσουν μαζί μου σε αυτό το σημείο. Παρόλα αυτά, μέχρι σχεδόν την μέση του βιβλίου δεν είδα και καμία χειροπιαστή απόδειξη της φιλίας των τεσσάρων. Μου έδωσαν την εντύπωση ότι συγκυριακά έμεναν ενωμένοι και η αγάπη τους ήταν αρκετά εύθραυστη.

Πραγματικά ήθελα να μου αρέσει αυτό το βιβλίο. Ήθελα να με αγγίξει, να κλάψω, να το αγαπήσω. Φάνταζε όμως τόσο πλαστό στα μάτια μου, που τελικά το αντιπάθησα. Μάλλον έτσι εξηγούνται οι πολωμένες βαθμολογίες που ανέφερα στον πρόλογο.

Δεν συνηθίζω να προτείνω βιβλία που δεν μου άρεσαν και δεν θα το κάνω ούτε και τώρα. Το βιβλίο είναι δίκοπο μαχαίρι και εγώ αθώους δεν παίρνω στον λαιμό μου. Διαβάστε το, μην το διαβάσετε, το ίδιο μου κάνει. Αν θέλετε να κλάψετε πάντως ακούστε καλύτερα το Lonely Day των System of a down. Όσο να πεις είναι 900 σελίδες ελαφρύτερο.

Το ποίημα της εβδομάδας

«Ποίηση, μόνο ποίηση, μίλα μου, μίλα μου, μίλα μου, μίλα μου, μίλα μου, μίλα, μίλα μου για ποίηση» έλεγε ο Μανώλης στα Φτηνά Τσιγάρα. Και ίσως είναι ένας από τους μοναδικούς σωστούς λόγους να μιλήσει κανείς. Για την Ποίηση και ειδικότερα την ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη. Ένα μικρό δείγμα από την συλλογή του Το θα και το να του Θανάτου.

Απόψε σκέφτομαι

Aυτούς που βασανίζονται κλεισμένοι, στο καβούκι τους
—Ν’ ακούνε μουσική και να καπνίζουν—
Αυτούς που αποπειράθηκαν ν’ αυτοκτονήσουν με ομορφιά
—Ρούφηξαν το βιτριόλι της και κάηκαν—
Αυτούς που ο φόβος τούς φυτεύει στις ερμιές
Αυτούς που άυπνοι αιωρούνται στον αέρα
Αυτούς που κάναν έρωτα και μείνανε πιο μόνοι
Αυτούς που ανέκφραστοι ακολουθούν μια νεκροφόρα μνήμη
Αυτούς που λιώνουν βουτηγμένοι στα χαρτιά
Αυτούς που βλέπουν τ’ όνομά τους στο κουδούνι
Και το χτυπούν δαιμονισμένα
να ξυπνήσει
ο ένοικος.

1or21b