Ο συλλέκτης του John Fowles

Φαντάζομαι δεν είμαι η μόνη που όταν διαβάζει ένα καλό βιβλίο έπειτα θέλει να διαβάσει όλη την υπόλοιπη εργογραφία του λογοτέχνη. Παλιότερα μου είχε συμβεί με τον Καραγάτση και τώρα συμβαίνει με τον Fowles. Ευτυχώς στην περίπτωση του δεύτερου τα πράγματα είναι αισθητά πιο εύκολα, όλα κι όλα εφτά μεταφράσματά του κυκλοφορούν στην γλώσσα μας. Μετά τον Μάγο, λοιπόν, ήρθε η σειρά του Συλλέκτη.

Ο Φρέντι, ορφανός από μικρός, μεγάλωσε με την οικογένεια της θείας του. Μοναδική του ευχαρίστηση είναι να συλλέγει πεταλούδες και να θαυμάζει από μακριά την Μιράντα, μια νεαρή φοιτήτρια στην σχολή Καλών Τεχνών, η οποία μένει απέναντι από την δουλειά του. Τα πράγματα θα αλλάξουν όταν ο πρωταγωνιστής κερδίζει ένα μεγάλο χρηματικό πόσο στην κλήρωση του προπό και μετακομίζει σε ένα απομονωμένο σπίτι όπου έχει τον χώρο και τον χρόνο να υλοποιήσει την παράταιρη ιδέα του, να απαγάγει την νεαρή γυναίκα και να την κρατήσει κλεισμένη στο κελάρι του.

Δούλεψα ένα μήνα ή και παραπάνω να ετοιμάζω τα σχέδια μου. Ήμουν μόνος συνέχεια. Ήμουν τυχερός που δεν είχα αληθινούς φίλους. (σελ. 23)

Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο και τα δύο τελευταία αφηγητής είναι ο Συλλέκτης. Μαθαίνουμε από την πλευρά του πως άρχισε όλο αυτό, τις ετοιμασίες του σπιτιού για να δεχτεί την καλεσμένη του και τα αισθήματά του για εκείνη, ή τέλος πάντων όσα ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως αισθήματα. Στο δεύτερος μέρος διαβάζουμε το ημερολόγιο της έγκλειστης γυναίκας, της Μιράντας. Βλέπουμε από τα δικά της μάτια το ανήλιαγο υπόγειο όπου είναι φυλακισμένη, τις προσπάθειες να αποδράσει και όλη αυτή την παράνοια της απομόνωσης που την περικυκλώνει και κοντεύει να τρελάνει και την ίδια.

Η αλήθεια είναι πως δεν έχω διαβάσει τίποτα αντίστοιχο, πράγμα που μάλλον θα αναφέρω σε κάθε νέο βιβλίο του Fowles που παρουσιάζω, αλλά αυτό που διάβασα μου άρεσε πολύ. Είναι ένα θρίλερ κλειστού χώρου και ταυτόχρονα ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα. Πέρα από την αναγνωστική αγωνία του παρακάτω, υπάρχει και μια πολύ έντονη δύναμη, ρέουσα από την αφήγηση, που δεν αφήνει τον αναγνώστη ασυγκίνητο. Μου έκανε εντύπωση η αλλαγή του ύφους στις αφηγήσεις των δύο πρωταγωνιστών, πόσο διαφορετικές μπορεί να γίνουν από το ύψος των θέσεων τους, λες και περιγράφουν δύο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις. Για τον έναν ο εγκλεισμός προκαλούσε χαρά και συναισθηματική σιγουριά, ενώ για τον άλλον ήταν μαρτύριο και καταπάτηση της ίδιας του της ύπαρξης.

Γράφω μέσα σ’ αυτή την φοβερή ησυχία που μοιάζει με νύχτα σαν να αισθάνομαι φυσιολογικά. Όμως δεν είναι έτσι. Είμαι τόσο αηδιασμένη, τόσο φοβισμένη, τόσο μόνη. Η απομόνωση είναι αφόρητη. Κάθε φορά που ανοίγει η πόρτα θέλω να τρέξω απάνω της και να βγω έξω. Αλλά τώρα ξέρω ότι πρέπει να κάνω οικονομία στις απόπειρες απόδρασης. Να τον ξεπεράσω στην πονηριά. Να προγραμματίσω. (σελ. 127)

Παράλληλα, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος, στο χωρίο της Μιράντας, περιέχονται μερικές πολύ έξυπνες κοινωνικές παρατηρήσεις. Η νεόδμητη μεσαία (και κάτι τις παραπάνω) κοινωνική τάξη δεν διαβάζει, δεν ακούει μουσική, δεν βλέπει ταινίες. Η τέχνη είναι ένα υποχρεωτικό κομμάτι της ζωής τους για να καλύψουν όσο το δυνατόν περισσότερο γίνεται την έλλειψη παιδείας και καλλιέργειας. Την ανέχονται, δεν την θαυμάζουν και σε καμία τον περιπτώσεων δεν την καταλαβαίνουν. Σε αυτή την κενή και άχρωμη τάξη ανήκει ο Συλλέκτης. Δεν είναι μονάχα ένας ψυχικά διαταραγμένος άνθρωπος, είναι κοινωνικά καταδικασμένος να παραμείνει κενός. Η Μιράντα αντίθετα είναι ένα καλλιτεχνικό πνεύμα, ζωντανή ακόμα και δύο μέτρα θαμμένη κάτω από την γη. Παλεύει με τις φιλειρηνικές πεποιθήσεις της ακόμα και όταν η βία είναι η πρώτη της σκέψη για να βγει από την φυλακή της. Αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στον Φρέντι και την Μιράντα, οι προσωπικότητές τους, μεγαλύτερη ακόμα και από το αλληλένδετο του Θύτη – Θύματος.

Τέτοιοι άνθρωποι. Θα πρέπει να στάθηκα δίπλα του στο μετρό, να τους προσπέρασα στο δρόμο, φυσικά τους είχα ακούσει να μιλάνε και ήξερα πως υπάρχουν. Αλλά ποτέ δεν πίστεψα πραγματικά ότι υπάρχουν. Τόσο απόλυτα τυφλή. Ποτέ δεν φαινόταν δυνατό.

Την κινηματογραφική μεταφορά του Συλλέκτη δύο χρόνια μόλις μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, το 1965, αναλαμβάνει ο William Wyler και διασκευάζει ο ίδιος ο John Fowles. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βλέπουμε τον Terence Stamp και την Samantha Eggar. Είναι από τις ελάχιστες φορές που η ταινία είναι ισάξια του βιβλίου, σε αντίθεση με την αδιάφορη έως και κακή κινηματογραφική εκδοχή του Μάγου. Υπάρχουν κάποιες μικρές διαφορές με το μυθιστόρημα, τίποτα όμως το σπουδαίο. Το πρόσωπο και η απαθής έκφραση στην ερμηνεία του Stamp ταυτίστηκαν επακριβώς με τον Φρέντι που είχα στο μυαλό μου κατά την διάρκεια της ανάγνωσης.

the-collector-1965

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της Εστίας, όπως τα περισσότερα έργα του Fowles. Μέχρι στιγμής είναι εξαντλημένο, αλλά επειδή πρόκειται για παλιά σχετικά έκδοση μπορείτε να την βρείτε σίγουρα  σε παλαιοβιβλιοπωλεία ή βιβλιοθήκες. Αξίζει να το ψάξετε και να το διαβάσετε!

Είναι συλλέκτης. Αυτό είναι το μεγάλο νεκρό πράγμα μέσα του. (σελ. 166)

Advertisements

7 σκέψεις σχετικά με το “Ο συλλέκτης του John Fowles

  1. Τον Συλλέκτη τον έχω εδώ και δύο χρόνια στη λίστα με τα κλασικά βιβλία που θέλω να διαβάσω. Ίσως φέτος να είναι η χρόνια που θα το παραγγείλω στο πρωτότυπο απ’το bookdepository.
    Δεν ήξερα ότι έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Θα τσεκάρω και την ταινία.

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s