Steven Wilson, “Hand. Cannot. Erase.”

του project sol

Ως καινούριος συντάκτης στο blog, είπα να ξεκινήσω από έναν χαρακτηριστικό δίσκο για τη σύγχρονη ροκ μουσική. Το ζήτημα όμως δεν είναι εάν το “Hand. Cannot. Erase.” αποτελεί αξιόλογο δίσκο, αλλά εάν πρόκειται για ένα φαινόμενο. Μουσικά και στιχουργικά τι νέο φέρνει στην Progressive Rock σκηνή και ποια η συνολική εικόνα που αφήνει στον ακροατή.

17094114_158052698043851_675250155_n.jpg

Το τέταρτο προσωπικό άλμπουμ του Steven Wilson από το γνωστό συγκρότημα Porcupine Tree κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 2015 και ασχολείται με θέματα από τη ζωή μία κατά τα άλλα άγνωστης γυναίκας, της Joyce Carol Vincent, που όμως έγινε γνωστή από την απίστευτη ιστορία της. Παρότι πολύ συμπαθητική, με φίλους και οικογένεια εξαφανίστηκε μυστηριωδώς χωρίς να την αναζητήσει κανένας για τρία ολόκληρα χρόνια, οπότε βρέθηκε νεκρή σε προχωρημένη σήψη στο διαμέρισμά της. Ο άλμπουμ δεν δίνει έμφαση στη μακάβρια έκβαση της ιστορίας, αλλά ασχολείται με την αποξένωση ως γενικότερο φαινόμενο εστιασμένο από την πλευρά της πρωταγωνίστριας γυναίκας. Αυτό που θα πρέπει να πω είναι πως δεν υπάρχει αυτό που θα λέγαμε γραμμική ή συνεχής αφήγηση, αλλά σκόρπιες ιστορίες από τη ζωή και τις αναμνήσεις της Vincent.

Αλλά ας περάσω στο άλμπουμ καθεαυτό. Ο δίσκος ξεκινά με ένα θα έλεγα “intro” που υποβάλλει τον ακροατή σε μία μείξη ηλεκτρονικής “βροχής” και μία ευφυή μελωδία για πιάνο και τον προετοιμάζει για αυτό που θα ακολουθήσει. Το “First Regret” αρχίζει και την καταμέτρηση των “σφαλμάτων” της Vincent, που όπως μαθαίνουμε αργότερα φτάνουν τουλάχιστον στον αριθμό υων εννέα. Κι εδώ ξεκινά ένα Progressive Rock μουσικό ταξίδι με στοιχεία Art Rock και ηλεκτρονικής μουσικής, όλα με όμορφο τρόπο συγχρονισμένα, με φωνητικά από τον Wilson και την ομολογουμένως καταπληκτική φωνή της Ninet Tayeb, με την οποία θα ασχοληθώ παρακάτω.

Περνώντας στο δεύτερο τραγούδι (“Three Years Older”), τα όργανα που ξεχωρίζουν στην αρχή, η ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα, το πιάνο και τα synthesizers είναι ομαδοποιημένα με αρμονικό τρόπο ώστε να μην καλύπτουν τη φωνή του Wilson, που τραγουδώντας το ρεφραίν με άφησε όχι απλά ικανοποιημένο αλλά περίεργο για το τι θα ακολουθήσει. Αμέσως μετά ακολουθεί ένα σόλο πιάνο και επιστροφή στους στίχους “shame on you for getting older every day” ικανοποιώντας και το δύσκολο ακόμα κοινό, στο οποίο -ας μην κρύβομαι- ανήκω κι εγώ. Έπειτα ακολουθεί ένα αρκετά γρήγορο ορχηστρικό, το οποίο αξίζει να ακούσει κανείς πολλές φορές για να αναζητήσει τα ίχνη όλων των οργάνων και να εκτιμήσει την αξία του ως αναπόσπαστο κομμάτι του τραγουδιού.

Το τρίτο κομμάτι, ομότιτλο του άλμπουμ ενδιαφέρει από μουσική άποψη για τον “περιέργο ρυθμό” του, που εγώ δεν δυσκολεύτηκα να καταλάβω καθότι κοντινός με τα 9/8 του ζεϊμπέκικου. Αλλά προσοχή, δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως είναι ένα κλασσικό Progressive κομμάτι με ωραία δομημένους στίχους και σόλο, αρμονικά πλασμένο. Το τέταρτο κομμάτι (“Perfect Life”) αποτελείται από μία απαγγελία και ένα τραγουδιστικό μέρος (“We have got a perfect life”) και μιλάει για την παιδική ηλικία της πρωταγωνίστριας. Αξίζει να το ακούσει κανείς για τη μουσική, που προοδευτικά γίνεται δυνατότερη, αλλά και τους στίχους.

Και περνάω στο καλύτερο κατά τη γνώμη μου κομμάτι του άλμπουμ. Το “Routine” είναι κατασκευασμένο μουσικά και στιχουργικά με έναν τέλειο τρόπο, και εδώ έρχεται η φωνή της Tayeb, που ακούγεται κουρασμένη από τη ρουτίνα της ζωής στο σπίτι, αλλά φαίνεται σαν να μην θέλει να απαλλαγεί από αυτήν (“Routine keeps me in line//Helps me pass the time”). Μουσικά  αποτελεί την κορυφή του άλμπουμ, με πιάνο, ηλεκτρική κιθάρα, σόλο και φωνητικά τέλεια συγχρονισμένα και εναρμονισμένα ώστε να αποτελούν ένα σύνολο ποιοτικής μουσικής προοδευτικά εξελίξιμης από το απλό -αλλά όχι απλοϊκό- στο σύνθετο και πάλι πίσω στην απλή της βάση. Έτσι περνούν γρήγορα τα 9 λεπτά του τραγουδιού, χωρίς μάλιστα να το καταλάβει ο ακροατής.

Το επόμενα δύο τραγούδια (“Home Invasion και Regret #9”) αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο με τους στίχους του πρώτου να καρφώνονται στο μυαλό μου (“Download sex and download God”) αμέσως μετά το δυναμικό ορχηστρικό που προηγείται. Το δεύτερο ως συνέχεια του προηγούμενου θυμίζει ορχηστρικά τραγούδια των Pink Floyd αλλά και των μέταλ ξαδέλφων τους, των Dream Theatre, με όργανα όπως τα synthesizers. Ακολουθεί το “Transience”, το μικρότερο τραγούδι του δίσκου, ένα απλό αλλά όμορφο τραγούδι που κρατάει μόλις 2:48 λεπτά, μόνο με ακουστική κιθάρα κι όμως δεν παύει να αναδεικνύει το ταλέντο του Wilson.

Και περνάω στο δεύτερο κατά τη γνώμη μου καλύτερο κομμάτι μετά το “Routine”, που ονομάζεται “Ancestral”, το οποίο αρχίζει αρκετά αναπάντεχα με ηλεκτρονικά drums και φλάουτο, και αμέσως μετά προστίθενται βιολιά και μπάσο ακριβώς στο σημείο που προηγείται της κορύφωσης, με το καλύτερο σόλο του δίσκου. Η φωνή της Tayeb  επιστρέφει σε αυτό το κομμάτι και κάνει αισθητή την παρουσία της, παρότι τραγουδά λίγους στίχους. Το τραγούδι συνεχίζει για άλλα οκτώ λεπτά μετά τους στίχους με ένα ορχηστρικό που προοδευτικά επιταχύνει μέχρι το τέλος.

Τα τελευταία δύο κομμάτια (“Happy Returns” και “Ascendant Here On…”) κλείνουν το άλμπουμ με ήρεμο τρόπο και για άλλη μία φορά αναδεικνύουν το ταλέντο του Wilson και στα κλασσικά ροκ τραγούδια. Το τέλος σημαδεύεται από το ορχηστρικό μέρος του “ Ascendant Here On…”.

17035269_158052604710527_549512790_n

To ερώτημα που παραμένει μετά από όλο αυτό το κείμενο είναι εάν το Hand. Cannot. Erase. είναι δίσκος φαινόμενο. Οι επίσημες κριτικές δίνουν σκορ 89 στα 100, το οποίο μετακριτικά σημαίνει ολική αναγνώριση και καταξίωση. Οι κριτικοί ανά τον κόσμο το εγκωμίασαν και του έδωσαν πολύ υψηλά σκορ. Πράγματι η παράγωγή του είναι αψεγάδιαστη, οι μουσικοί αλάνθαστοι και οι φωνές ταιριαστές και χωρίς περιττές προσθήκες. Ίσως το μόνο ελάττωμά του να είναι ότι παρά τον επιτονισμό της γυναικείας οπτικής, βασικός στα φωνητικά παραμένει ο Wilson και η Tayeb παραγκωνίζεται. Παρ’ όλα αυτά τα θετικά υπερκερνούν τόσο πολύ το αρνητικό αυτό στοιχείο (σε αυτό βοηθά και φωνή του Wilson), που θα έλεγα ότι ο χαρακτηρισμός που έλαβε από το γερμανικό περιοδικό “Visions”, “The Wall for the Facebook generation” είναι κάτι παραπάνω από ακριβής, καθώς και μουσικά και στιχουργικά δίνεται η εντύπωση του βάθους και της αποξένωσης που κυριαρχεί στις πόλεις.

Βαθμολογία: 4,7/5

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s