Τα τρία επίπεδα της ζωής του Julian Barnes

Η μεγαλύτερη επιτυχία μιας ανάγνωσης είναι όταν γίνεται στην κατάλληλη στιγμή. Μέχρι τώρα έχω σταθεί τυχερή αρκετές φορές, πολλά τα βιβλία που διάβασα σε κατάλληλες στιγμές. Ακόμα όμως μεγαλύτερη επιτυχία είναι όταν κάθε βιβλίο του ίδιου συγγραφέα σε βρίσκει την κατάλληλη στιγμή και από τέτοιες επιτυχίες δεν έχω πολλά παραδείγματα, μονάχα αυτό του Julian Barnes. Ένα χρόνο μετά το Ένα κάποιο τέλος, διάβασα επιτέλους Τα τρία επίπεδα της ζωής, ένα μικρό μεγάλο βιβλίο.

Ο Julian Barnes γεννήθηκε στην Αγγλία το 1946 και σπούδασε στο City of London School. Μετά την αποφοίτησή του δούλεψε σαν λεξικογράφος στο Oxford English Dictionary, ενώ λίγο αργότερα άρχισε να εργάζεται σαν κριτικός λογοτεχνίας και τηλεόρασης σε διάφορα έντυπα. Στα γράμματα εμφανίστηκε το ΄80 και από τότε έχει εκδόσει αρκετά μυθιστορήματα και συλλογές δοκιμίων. Τα Tρία επίπεδα της ζωής το 2013 και ανήκουν στο είδος των απομνημονευμάτων, αν και από τις πρώτες σελίδες δεν γίνεται αντιληπτό.

«Χάνεις, λοιπόν, τον κόσμο ολόκληρο για μια ματιά; Ασφαλώς και τον χάνεις. Γι’ αυτό υπάρχει άλλωστε ο κόσμος· για να τον χάνεις κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες.»

Τα τρία επίπεδα της ζωής είναι ένα μυθιστόρημα χωρισμένο σε τρία μέρη, φαινομενικά άσχετα το ένα με το άλλο. Η πρώτη ιστορία μας μιλά για αερόστατα, η δεύτερη για μποέμ έρωτες και η τρίτη για τον θάνατο της συζύγου του συγγραφέα και όσα ακολούθησαν αυτού. Τίποτα δεν είναι άσχετο όπως μεταξύ τους. Κάθε σχέση είναι ένα αερόστατο, το ύψος της πτήσης είναι όσα διογκώνουν την σχέση και φυσικά η λήξη αυτής είναι το μόνο βέβαιο, είτε μιλάμε για εναέριες βόλτες είτε για επίγειες σχέσεις. Αυτά και άλλα τόσα. Ένα μικρό βιβλίο, μόλις εκατών κάτι σελίδων, που κουβαλά μέσα του ένα απύθμενο βάθος.

IMG_2908.JPG

«Ζούμε στην επιφάνεια, στη γη, κι όμως –γι’ αυτό– οι βλέψεις μας είναι υψιπετείς. Ενώ σερνόμαστε στο έδαφος, απλώνουμε καμιά φορά το χέρι ψηλά φτάνοντας μέχρι τους θεούς. Μερικοί πετούν στον ουρανό με την τέχνη, άλλοι με τη θρησκεία· οι περισσότεροι τον έρωτα. Όταν όμως πετάς ψηλά, μπορεί και να τσακιστείς. Λίγες είναι οι ομαλές προσγειώσεις. Μπορεί να βρεθείς να σκας στο έδαφος με ορμή που τσακίζει κόκαλα ή να σε παρασύρει ο σιδηρόδρομος σε ράγες ξένης χώρας. Κάθε ερωτική ιστορία είναι εν δυνάμει μια ιστορία ψυχικής οδύνης. Κι αν όχι στην αρχή, τότε αργότερα. Κι αν όχι για τον ένα, τότε για τον άλλο. Μερικές φορές και για τους δύο.»

Ο λόγος του Barnes στην αρχή φαίνεται ουδέτερος, στα όρια του αδιάφορου, και συνεχίζει φορτώνοντας συναισθηματισμό μέχρι την τελική ιστορία. Για αυτή την τελική ιστορία, την προσωπική του συγγραφέα, θα ήθελα να μιλήσω λίγο παραπάνω. Αλλά όποια λόγια και αν πεις μπροστά στην μαύρη τρύπα της απώλειας θα χαθούν. Είναι ήδη σχεδιασμένο από καταβολής κόσμου και αυτό δεν θα αλλάξει.

«Δεν πιστεύω ότι θα την ξαναδώ ποτέ. Δεν θα την ξαναδώ, δεν θα την ξανακούσω, δεν θα την αγγίξω, δεν θα την αγκαλιάσω, δεν θα προσέξω αυτά που μου λέει και δεν θα γελάσω με αυτά που μου λέει· δεν θα στήσω ποτέ ξανά αυτί για να ακούσω τα βήματά της, δεν θα χαμογελάσω στο άκουσμα της εξώπορτας που ανοίγει, δεν θα κουρνιάσω στο κορμί της, ούτε αυτή στο δικό μου. Δεν πιστεύω επίσης ότι θα ξαναβρεθούμε με κάποια άυλη μορφή. Πιστεύω ότι ο νεκρός είναι νεκρός. Κάποιοι θεωρούν τη θλίψη σαν ένα είδος βίαιου αν και δικαιολογημένου οικτιρμού του ίδιου του εαυτού· κάποιοι άλλοι ότι πρόκειται απλώς για την αντανάκλαση ενός ανθρώπου στα μάτια του θανάτου· άλλοι πάλι λένε ότι λυπούνται αυτόν που επέζησε, γιατί αυτός περνάει το ζόρι, ενώ ο αγαπημένος νεκρός δεν υποφέρει πια. Οι προσεγγίσεις αυτού του είδους επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πένθος αποδυναμώνοντάς το – το ίδιο κάνουν και με τον θάνατο. Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος του πένθους μου απευθύνεται σε εμένα τον ίδιο –κοίτα τι έχασα, κοίτα πώς μίκρυνε η ζωή μου–, το μεγαλύτερο μέρος όμως, το πολύ μεγαλύτερο, έχει να κάνει από την αρχή με εκείνη: κοίτα τι έχασε τώρα που έχασε τη ζωή της. Τώρα που έχασε το σώμα της, το πνεύμα της, την ακτινοβόλα περιέργειά της για τα πράγματα της ζωής. Μερικές φορές μου φαίνεται σαν ο μεγαλύτερος χαμένος, ο πραγματικά αποστερημένος, να είναι η ίδια η ζωή, γιατί δεν αποτελεί πια αντικείμενο της ακτινοβόλας περιέργειάς της.»

Όπως και στο Ένα κάποιο τέλος, ο συγγραφέας παίζει πάλι με τον αθέατο μίτο ενός νοήματος που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακολουθήσει πολλές φορές ασυναίσθητα στη ζωή μας. Βρίσκω λοιπόν φυσιολογικό το γεγονός ότι σε πολλούς δεν έκανε εντύπωση αυτό το βιβλίο. Στην εποχή που ζούμε, εξάλλου, τα περισσότερα από όσα νιώθουμε ή βιώνουμε έχουν πάψει να μας κάνουν εντύπωση, ακόμα και η τόσο ανθρώπινη-απάνθρωπηθέα του θανάτου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s