Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου

Είσαι στο φανάρι, περιμένεις να ανάψει πράσινο για να πατήσεις γκάζι και να πας επιτέλους σπίτι σου και ξαφνικά χάνεις το φως σου. Όλα γύρω σου σκοτεινιάζουν και εσύ συνειδητοποιείς, φυσικά με τον πιο άσχημο τρόπο, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Τα μάτια σου ήταν η ζωή σου. Τι κάνεις τώρα λοιπόν; Κάπως έτσι ξεκινάει το βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου με τίτλο Περί τυφλότητος, αλλά δεν μένει εκεί. Το μυθιστόρημα κοιτάει, χωρίς στην ουσία να βλέπει, πέρα από τις αισθήσεις που χάθηκαν και αποδεικνύει με τον πιο εύστοχο τρόπο ότι η οργανική τύφλωση δεν είναι τίποτα μπροστά στην συνειδησιακή.

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 σε ένα χωριό έξω από την Λισσαβώνα. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας του δεν του επέτρεψε να φοιτήσει σε κλασικό γυμνάσιο, για αυτό παρακολούθησε μαθήματα σε τεχνικό. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε σε αρκετά τεχνικά επαγγέλματα μέχρι τελικά να καθιερωθεί στο χώρο των γραμμάτων. Εκτός από το λογοτεχνικό του έργο, έχει γράψει ποιήματα, σενάρια, έχει εργαστεί για χρόνια ως δημοσιογράφος και το 1998 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ. Έφυγε από την ζωή τον Ιούνιο του 2010 σε ηλικία 87 ετών. Το Περί Τυφλότητος εκδόθηκε το 1995 και αποτελεί μια αλληγορία γύρω από την όραση και την τύφλωση, δύο ενέργειες -και όχι αισθήσεις- τόσο περιοριστικές όσο και απεριόριστες ταυτοχρόνως.

Πώς είναι ο κόσμος, είχε ρωτήσει ο γέρος με την μαύρη καλύπτρα, κι η γυναίκα του γιατρού απάντησε, Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, ανάμεσα στους λίγους και τους πολλούς, ανάμεσα σε αυτό που ζούμε κι αυτό που έχουμε μπροστά μας για να ζήσουμε, Κι οι άνθρωποι πως είναι, ρώτησε η κοπέλα με τα μαύρα γυαλιά, Είναι σαν φαντάσματα, έτσι πρέπει να νιώθει ένα φάντασμα, να έχει τη βεβαιότητα ότι η ζωή υπάρχει, γιατί έτσι λένε οι τέσσερις αισθήσεις, αλλά να μην μπορεί να την δει, Έχει πολλά αυτοκίνητα εδώ γύρω, ρώτησε ο πρώτος τυφλός, που δεν μπορεί να ξεχάσει ότι του έκλεψαν το δικό του, Είναι σωστό νεκροταφείο. Ούτε ο γιατρός ούτε η γυναίκα του πρώτου τυφλού έκαναν ερωτήσεις, για ποιο λόγο, αφού οι απαντήσεις θα ήταν ανάλογες με τούτες. Το αγοράκι με τον στραβισμό είναι ικανοποιημένο που φοράει τα παπούτσια που πάντα ονειρευόταν, και δεν καταφέρνει να τον λυπήσει καν το γεγονός ότι δεν τα βλέπει. Ίσως για αυτό εκείνο δεν μοιάζει με φάντασμα. Κι άλλο τόσο θα ήταν άδικο να αποκαλέσουμε ύαινα το σκύλο με τα δάκρυα που ακολουθεί τη γυναίκα του γιατρού, αντί να παίρνει στο κατόπι την νεκρή σάρκα, συνοδεύει κάτι μάτια που το ξέρει καλά πως είναι ζωντανά.

Όλα κυλούν όπως πρέπει, όταν μια ωραία πρωία (μεσημέρι ήταν) ξεσπάει ένα αιφνίδιο κύμα τύφλωσης. Οι άνθρωποι χάνουν το φως τους κυριολεκτικά παντού, όταν οδηγούν, όταν μαγειρεύουν, όταν κάνουν έρωτα. Τα περιστατικά είναι όλο και περισσότερα, ενώ τα αίτια ανεξήγητα. Η Κυβέρνηση αποφασίζει να χωρίσει τους τυφλούς από τους όσους ακόμα βλέπουν και τους τοποθετεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι Τυφλοί, μόνοι και αβοήθητοι πλέον, φτιάχνουν την δικιά τους κοινότητα με τους δικούς τους άγραφους κανόνες. Μια κοινότητα των τεσσάρων αισθήσεων που δεν αργεί να καταρρεύσει και να τους πλακώσει. Ανάμεσα τους όμως βρίσκεται μια γυναίκα, η γυναίκα του Γιατρού, που ακόμα βλέπει.

IMG_2519.JPG

Εγκρίνει και ο Πίου!

Όλοι, λίγο πολύ, μπορούμε να σκεφτόμαστε τι θα γινόταν σε έναν κόσμο τυφλών, ακόμα και αν δεν θέλουμε να το κάνουμε. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι η οργανική τύφλωση αυτό που θα μετατρέψει την ζωή μας σε κολαστήριο, αλλά η ίδια μας η αδυναμία να δούμε πέρα από αυτή, να κατανοήσουμε την ανάγκη να παραμείνουμε άνθρωποι και χωρίς τα μάτια μας. Αυτό προσπαθεί να μας πει ο Σαραμάγκου, ή μάλλον καλύτερα και αυτό προσπαθεί να μας πει.

Το περί τυφλότητας είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Όχι τόσο για την αλληγορία που το μονοπωλεί, όσο γενικότερα για το σύνολό του. Στο παραπάνω απόσπασμα είναι φανερές οι ιδιαιτερότητες της πένας του Σαραμάγκου. Προτάσεις με μεγάλη έκταση, απουσία σημείων στίξεων, γραφή σχεδόν γραφειοκρατική (όπως είχε επισημάνει και η Τζο). Στοιχεία δηλαδή που επιδρούν σε βάθος μαζί με την θεματολογία του έργου στον αναγνώστη. Ένα ακόμα στοιχείο που μου άρεσε πολύ είναι η έλλειψη ονομάτων. Σε ένα κόσμο τυφλών το όνομα παίζει μεγάλο ρόλο, θα αναρωτηθεί κανείς. Αλλά ο Σαραμάγκου δεν μασάει από τέτοια. Οι πρωταγωνιστές του έχουν χαρακτήρα και δεν χρειάζονται τα ονόματα για να ξεχωρίσουν.

Κάποτε ένας φίλος μου είπε ότι το όνομα είναι η πρώτη κοινωνική σύμβαση που κάνουμε, έστω και εν αγνοία μας, από εκεί και έπειτα, είπε, έρχεται το χάος. Δεν ξέρω αν είχε δίκιο. Το μόνο που ξέρω είναι ότι το χάος έρχεται με πολύ λιγότερα από ένα απλό όνομα, χρειάζεται μονάχα την παραδοχή του (σου).

Advertisements

9 thoughts on “Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου

  1. Ο Μπόρις Βιάν αντιμετώπισε το θέμα από άλλη σκοπιά. Σε ένα διήγημά του, πέφτει στο Παρίσι μία ομίχλη τόσο πυκνή που δεν βλέπεις ούτε τον διπλανό σου, και «απελευθερώνει» από τα προσχήματα κα ιτον καθωσπρεπισμό τον κόσμο, προκαλώντας έντονες αφροδισιακές παρενέργειες. Όλοι αρχίζουν να πηδιούνται με όλους και ο «πρωταγωνιστής» της ιστορίας τρέχει αμέσως στον φούρνο της γειτονιάς, γιατί η φουρνάρισα ήταν γκομενάρα και την είχε καημό. Όμως φτάνοντας στο τετράγωνο του φούρνου, πέφτει πάνω σε μία τεράστια ουρά από γείτονες που είχαν σκεφτεί ακριβώς το ίδιο. Παριζιάνικη αντιμετώπιση στη μαζική τύφλωση.

    (Δεν θυμάμαι αυτή την στιγμή τον τίτλο του διηγήματος αλλά ο Βιάν είναι ιδιαίτερα καυστικός και «υποδόρια» χιουμορίστας. Αν δεν τον έχετε διαβάσει συνιστώ ανεπιφύλακτα.)

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Παράθεμα: Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου – worldtraveller70

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s