Μια μέλισσα στην Αθήνα

της Μαρίας-Νίκης Ζαφειράκη

Ήμουν στα όρια της απελπισίας. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα μπορούσαν να μου συμβούν όλα μαζί σε μία μέρα. Βασικά, δεν πίστευα ότι τίποτε από αυτά θα μπορούσε ποτέ να μου συμβεί. Σε μόλις είκοσι-τέσσερις ώρες· απολύθηκα από τη δουλειά μου, ο επι δύο χρόνια αρραβωνιαστικός μου αποφάσισε ότι θέλει να χωρίσουμε, για να επαναπροσδιορίσει, καθώς είπε, τη σεξουαλική του ταυτότητα, το σπίτι μου πλημμύρισε, το αυτοκίνητό μου, το οποίο ήμουν σίγουρη, ότι είχα γεμίσει εχθές, έμεινε από βενζίνη στη μέση της Αλεξάνδρας, κι έτσι χρειάστηκε να περπατήσω έξι χιλιόμετρα με τα πόδια ως το σπίτι, ο γάτος μου πέθανε, ο παππούς μου αρρώστησε, μου έκοψαν το ρεύμα, ανακάλυψα ότι ήμουν υιοθετημένη και μέσα σ’όλα αυτά, άκουσον άκουσον, μου τελείωσε και ο καφές.

Όλα έγιναν μαζί, με ταχύτητα αστραπιαία και διάθεση σχεδόν κωμική. Πριν προλάβω να χωνέψω το ένα, με ‘βρισκε το άλλο. Αν ήμουν ταινία, θα ‘ταν του Αλμοδοβάρ, αν ήμουν τραγούδι των The Cure, κι αν ήμουν ποίημα του Μπουκόφσκι. Δεν μπορούσα πραγματικά να πιστέψω το πόσο άτυχη ήμουν!

Το επόμενο πρωί με βρήκε στον καναπέ του σαλονιού με τα χθεσινά μου ρούχα τσαλακωμένα, μούσκεμα απ’τον ιδρώτα και ένα μισοάδειο μπουκάλι κρασί που είχε γεμίσει με κόκκινες πιτσιλιές το παρκέ, πεταμένο λίγο πιο δίπλα. Είχα ανήσυχο ύπνο, και στριφογύριζα όλο το βράδυ, πολλές φορές δίχως να μπορώ να πάρω ανάσα. Όταν ξύπνησα, το ρολόι μου έγραφε 11:00 ακριβώς. Σηκώθηκα πανικοβλημένη στη σκέψη ότι είχα αργήσει στη δουλειά, μόλις όμως τα πόδια μου άγγιξαν το κρύο ξύλο του πατώματος θυμήθηκα ότι δεν είχα πια δουλειά. Για την ακρίβεια, δεν είχα πια δουλειά, αρραβωνιαστικό, ο γάτος δεν μου έτριβε πλέον νωχελικά τα πόδια όπως κάθε πρωί, και η μητέρα μου, μετά τα χθεσινά, δεν με πήρε τηλέφωνο για καλημέρα. Ήταν η πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια που δεν είχα κανέναν να πω καλημέρα και δεν νομίζω ότι τη σημερινή μέρα θα είχε τόση σημασία.

Πήγα στο μπάνιο και έριξα χούφτες κρύο νερό στο πρόσωπό μου, μπας και καταφέρω να ξεπεράσω αυτόν τον φριχτό πονοκέφαλο που χτυπούσε σαν μπαλάκι πινγκ πονκ στα μηνίγγια μου. Ύστερα, με πολλή προσπάθεια έφτασα στην κουζίνα όπου προς μεγάλην μου απογοήτευση διαπίστωσα ότι δεν είχα καφέ. Πέρασα το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου σκεπτόμενη τι είχε μείνει όρθιο από το ρημαδιό που ήταν εκείνη τη στιγμή η ζωή μου. Κάθισα έτσι για περίπου δύο λεπτά. Την επόμενη στιγμή, μέσα σε μία κατάσταση ζάλης και πανικού βρέθηκα έξω απ’την πόρτα. Δεν μπήκα στον κόπο να πάρω κλειδιά αυτοκινήτου, παρα την όποια σύγχησή μου θυμόμουν ξεκάθαρα ότι το αμάξι μου βρισκόταν κάπου κοντά στα Εξάρχεια ή στο Γκύζη, δεν ξέρω. Περπάτησα απλώς μέχρι τον κοντινότερο σταθμό του μετρό και με κάτι πενταροδεκάρες που είχα ξεχασμένες στην τσέπη του μπλου τζιν μου πήρα ένα εισήτριο και κατέβηκα στην αποβάθρα.

Δεν είχα συγκεκριμένο προορισμό, κατέβηκα μηχανικά στο Μοναστηράκι περισσότερο από βαριεστημάρα παρα από επιλογή. Δύο ηλικιωμένοι με έσπρωξαν στις σκάλες, μια μητέρα έσερνε ένα κοριτσάκι που ούρλιαζε και ένα ζευγάρι εφήβων κατασπάραζαν ο ένας τον άλλον μπροστάαπ’τον σταθμό. Όλα μού φαίνονταν τόσο αβάσταχτα και με γέμιζαν με αηδία και απέχθεια για κάθετι που φανέρωνε υποψία ευτυχίας.

Χωρίς πολλά πολλά πήρα τον γνωστό δρόμο για το Θησείο και κάθισα σε ένα μικρό καφέ. Άφησα το κορμί μου να πέσει αδιάφορα σε μια καρέκλα κυλώντας σχεδόν ρευστό στο ύφασμά της. Ήταν Άνοιξη κι είχε ψύχρα, με τον ήλιο να βγαίνει που και που ζεσταίνοντας κάπως διστακτικά, με τις λεπτές ακτίνες του την κρύα μαρτιάτικη Αθήνα. Ζήτησα έναν σκέτο μαύρο καφέ.

Η πρώτη καυτή γουλιά που άγγιξε τα χείλη μου, ήταν λυτρωτική και ζέστανε την ψυχή μου. Ένιωσα ξαφνικά οικεία και άνετα. Τουλάχιστον είχα βρει καφέ! Χωρίς να σκέφτομαι, κατέβασα τη δεύτερη και την τρίτη, την τέταρτη. Σε πέντε λεπτά είχα αδειάσει με λαιμαργία την κούπα με το αγαπημένο μου ρόφημα, ενω αισθανόμουν πλέον περισσότερο ο εαυτός μου.

Παρατήρησα για πολλή ώρα τους περαστικούς· τα ερωτευμένα ζευγάρια, τις οικογένειες με τα παιδιά και τις μανούλες με τα μωρά τους, τις γυναίκες με τα καρότσια της λαϊκής, τους φοιτητές με τα μεγάλα καφέ γυαλιά και τα βιβλία, τα κορίτσια με τα κόκκινα χείλη και τα ρόδινα μάγουλα, τους ηλικιωμένους άνδρες με τα μπαστούνια και το γερασμένο δέρμα, τους κόμπους στα χέρια. Μέσα σ’όλα αυτά και μια μικρή μέλισσα, αεικίνητη που καθόταν κάθε λίγο στα άνθη ρουφώντας το γλυκό νέκταρ τους, χορεύοντας στον αέρα. Μία τόσα δα μικρή μέλισσα με το κίτρινο και μαύρο της ένδυμα να λάμπει υπό το φως του αθηναϊκού ήλιου, με τα φτέρα της και τα ποδαράκια της μόλις να διαγράφονται στα ανοιχτά βλέφαρά μου.

Για το επόμενο λεπτό δεν πρόσεχα τίποτε άλλο παρόμονο αυτήν τη μέλισσα. Το πώς πετούσε απ’άνθος, σ’άνθος, το πώς κινούνταν. Έμοιαζε με μια ιεροτελεστία, μια ανεξηγήτη μυσταγωγία, ένα μυστήριο. Όσο και αν προσπαθούσα δεν μπορούσα να σταματήσω να την παρατηρώ με θαυμασμό και απορία. Ύστερα από λίγο, πιθανώς ικανοποιημένη από τα άνθη που βρίσκονταν γύρω μου, πέταξε λίγο πιο παραπέρα.

Επιστροφή στην πραγματικότητα κι αφού πλήρωσα, συνέχισα τη βόλτα μου παίρνοντας τον δρόμο του γυρισμού. Το μυαλό μου ένα κουβάρι από μπερδεμένες σκέψεις και πράγματα που έπρεπε να βάλω σε μια σειρά. Στα μισά της διαδρομής σταματώ και κοιτώ γύρω μου. Ο ήλιος είχε βγει κρύβοντας με ανασφάλεια ένα μέρος της πύρινης όψης του πίσω από τα σύννεφα. Αρχίζω να γελώ. Ένα γέλιο γάργαρο και ασταμάτητο, ένα γέλιο νευρικό. Οι περαστικοί με κοιτούν -ποσώς με ενδιαφέρει;- δεν μπορώ να σταματήσω να γελώ. Είναι μεγάλη πόλη Αθήνα και τόσο δα μικροί οι άνθρωποι σαν μελίσσια με χιλιάδες μέλισσες να τους τριγυρνούν, τα προβλήματά τους που δεν τους αφήνουν στιγμή να ηρεμήσουν από το συνεχές βουητό και τη μανία τους να ρουφούν το νέκταρ απ’τα άνθη της ψυχής τους.

 

Advertisements

13 thoughts on “Μια μέλισσα στην Αθήνα

    • Κοίτα, όταν το έγραφα είχα σουρεαλιστική διάθεση. Γνωρίζω ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και ότι αν σου συμβούν όλα αυτά μία νεα αρχή δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το διήγημα είναι, όμως, περισσότερο συμβολικό και δεν θα πρέπει να αξιολογείται ρεαλιστικά. Παρόλ’αυτά, αν όντως κάποιος μετά από τόσες κακοτυχίες μπορέσει να βάλει τα πράγματα σε μία σειρά και να ξεκινήσω από την αρχή, τότε αυτό δείχνει έναν άνθρωπο εξαιρετικά δυνατό.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s