“Florence Foster Jenkins” ή (Η ιστορία μιας προσωπικής αυταπάτης)

“Μερικοί ίσως να πουν πως δεν μπορούσα να τραγουδήσω, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει πως δεν το έκανα.” Αυτό το παράδοξο απόφθεγμα της Florence Foster Jenkins -που έμελλε να γίνει γνωστή και να περάσει στη λεγόμενη pop κουλτούρα ως η χειρότερη τραγουδίστρια όπερας- κάλλιστα θα μπορούσε να συνοψίσει ολάκερη τη ζωή της, μιας ζωής που σημαδεύτηκε από φιλόδοξες ονειροφαντασίες και τραγικά ποσοστά άγνοιας κινδύνου κι εθελοτυφλίας. Ποια ήταν όμως στ’ αλήθεια εκείνη η πιο φάλτσα σοπράνο που η χάρη της κατάφερε να φτάσει ως και τη σκηνή του διασημότατου συναυλιακού χώρο του Carnegie Hall στην Νέας Υόρκη και ποιο το ποιόν της; Αυτές κι άλλες απορίες καλούνται να απαντηθούν στην ταινία “Florence Foster Jenkins” που σε λιγότερο από μια βδομάδα κυκλοφορεί στις απανταχού ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.

Εμμένοντας για αρχή στην αληθινή Florence και ρίχνοντας μια ματιά στον βίο και την πολιτεία της, το πρώτο πράγμα που -αν μη τι άλλο- θα αναρωτηθούμε αργά ή γρήγορα είναι αν αυτή η πλούσια Αμερικανίδα, η επονομαζόμενη και «ντίβα του θορύβου», είχε πράγματι επίγνωση των πράξεών της όταν εξέθετε απροκάλυπτα τον ίδιο της τον εαυτό στους χλευασμούς και τις κοροϊδίες του κοινού. Για να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, η γεννημένη στα 1868 Florence μετά από έναν αποτυχημένο γάμο, μια μάχη με τη νόσο της σύφιλης και μια καριέρα ως δασκάλα πιάνου που έληξε άδοξα, αποφασίζει να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα μετακομίζοντας στην Νέα Υόρκη. Από εκεί και πέρα και παρά τις αρχικές οικονομικές της δυσκολίες, η τριαντάχρονη πλέον γυναίκα θα κυνηγήσει την αναγνώριση και την εδραίωση στην μουσική βιομηχανία, προσδοκώντας να γίνει μια διάσημη τραγουδίστρια όπερας.

Live 2

Η Florence Foster Jenkins επί το έργον.

Μέχρι εδώ κάποιος θα μπορούσε να πει πως όλα βαίνουν καλώς, όμως η αλήθεια είναι πως η Jenkins λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο… Οι φωνητικές της δυνατότητες ήταν -για να το πούμε ευγενικά- κάτω του μετρίου και παρά τα μαθήματα φωνητικής που έλαβε, η έλλειψη ρυθμού, μουσικότητας, τόνου και ταλέντου γενικότερα δεν μπορούσαν με τίποτα να αποκατασταθούν. Το κερασάκι, φυσικά, στην τούρτα ήταν πως η ίδια δεν είχε ουδεμία επίγνωση της καταστάσεως αυτής, με αποτέλεσμα  όχι μόνο να δίνει ρεσιτάλ από το 1912, αλλά και να συνδυάζει τις ήδη εκκεντρικές εμφανίσεις της με εξίσου υπερβολικά κουστούμια που σχεδιάζονταν εξ ολοκλήρου από την ίδια και απαρτίζονταν από φανταχτερές γιρλάντες και φτερά.  Κι ενώ κάποιος θα φανταζόταν πως κανένας σώφρων άνθρωπος δεν θα έμπαινε στην διαδικασία να παρακολουθήσει ένα τέτοιο ακραίο θέαμα, στην πραγματικότητα η διασκέδαση και το γέλιο, το οποίο προσέφερε ακούσια η Jenkins, συνέβαλλαν στο να αποκτήσει ένα κοινό που έμελλε να μην περιοριστεί στα μικρά σαλόνια που αρχικά συνήθιζε να δίνει παραστάσεις, αλλά που επρόκειτο να γεμίσει στις 25 Οκτωβρίου του 1944 το Carnegie Hall σε μια sold out συναυλία.

Η ιδιαίτερη ζωή αυτής της πιο φάλτσης σοπράνο δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες, που με έναυσμα αυτήν την ιδιάζουσα περσόνα δημιούργησαν τα δικά τους πορτρέτα εκκεντρικών προσωπικοτήτων. Ένας εξ αυτών ήταν και ο Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Xavier Giannoli με την ταινία του “Marguerite”, o οποίος το 2015 έδωσε την ευκαιρία στο κοινό να απολαύσει μια εξαιρετική Catherine Frot (“The Page Turner”, “Odette Toulemonde”) στον ρόλο μιας εξίσου ατάλαντης «οπερόφιλης» τραγουδίστριας που έζησε και έδρασε στο Παρίσι την δεκαετία του 1920. Φέτος είναι η σειρά του Χόλιγουντ να πάρει τα ινία, αποτυπώνοντας αυτή τη φορά στο πανί την πραγματική ιστορία της Florence. Πίσω από την κάμερα και στα σκηνοθετικά σκαριά αυτής της κωμικοτραγικής βιογραφίας, βρίσκουμε τον Βρετανό βετεράνο Stephen Frears, ο οποίος μας έχει προσφέρει περισσότερες από τριάντα ταινίες μεγάλου μήκους, κινηματογραφικές και μη, όπως την μουσική ρομαντική κομεντί “High Fidelity”, την οσκαρική μεταφορά της ζωής της βασίλισσας Ελισάβετ Β’ του Ηνωμένου Βασιλείου με τίτλο “The Queen”, καθώς και το συγκινητικό δράμα “Philomena” εν έτει 2013. Την ίδια στιγμή, μια επιπλέον ευχάριστη έκπληξη αποτελεί και η παρουσία του λατρεμένου συνθέτη Alexandre Desplat, γνώριμου συνεργάτη του Frears και κατόχου του Όσκαρ για την μουσική της ταινίας “The Grand Budapest Hotel” , ο οποίος και επενδύει μουσικά το φιλμ.

MerylΗ διανομή, ωστόσο, του καστ είναι αυτή που θα οδηγήσει τη γράφουσα στην πλησιέστερη κινηματογραφική αίθουσα, καθώς η υπέροχη Meryl Streep είναι αυτή που αναλαμβάνει να ενσαρκώσει την πρωταγωνίστριάς μας και να ξεδιπλώσει για ακόμα μια φορά το ταλέντο της. Οι κριτικοί θέλουν την Streep να αποτελεί μια εξαιρετική επιλογή για τον συγκεκριμένο ρόλο, αφού η ηθοποιός έχει καταφέρει να αποδώσει και να παρουσιάσει την προσωπικότητα της Jenkins με τις σωστές αναλογίες καρτουνίστικου ύφους και βαθιάς ευαισθησίας, σεβόμενη πρώτα απ’ όλα την αγάπη και το πάθος εκείνης της επίδοξης σοπράνο για τη μουσική. Κι ενώ πολλοί εικάζουν πως έπειτα απ’ αυτόν τον ρόλο η Streep κατευθύνεται για το τέταρτο Όσκαρ της, στο πλευρό της βρίσκουμε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους Βρετανούς ηθοποιούς. Εκείνος δεν είναι άλλος από τον συχνά παρεξηγήσιμο Hugh Grant που καλείται αυτή τη φορά να υποδυθεί τον κατά εφτά χρόνια νεότερο μάνατζερ και εραστή της Florence Foster Jenkins, τον σαιξπηρικό ηθοποιό με τ’ όνομα St. Clair Roberts.

Ακόμα κι αν μετά από αυτήν την… αποκάλυψη εύλογα γεννιέται η απορία σχετικά με το αν ο πάλαι ποτέ γόης των ’90s θα σταθεί αντάξιος συμπρωταγωνιστής της μεγάλης ηθοποιού, το μόνο σίγουρο είναι πως το καλοκαίρι του 2016 ανήκει δικαιωματικά στην Florence Foster Jenkins και την ιδιαίτερη ιστορία της ζωής της. Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε υπομονετικά μέχρι τις 16 Ιουνίου, οπότε και θα σπεύσουμε στον κοντινότερο θερινό -κατά προτίμηση- κινηματογράφο για να απολαύσουμε αυτήν τη πολυαναμενόμενη ταινία που έχει καταφέρει να συγκεντρώσει το εκπληκτικό ποσοστό 91% στον γνωστότατο ιστότοπο κριτικής Rotten Tomatoes. Το λοιπόν, οψόμεθα!

Παρεόνι

Υ.Γ. Παρακολουθήστε εδώ το trailer της ταινίας και ακούστε εδώ -με δική σας ευθύνη- την πραγματική Florence να ερμηνεύει το τραγούδι της Βασίλισσας της Νύχτας από τον “Μαγικό Αυλό” του Μότσαρτ.

Καλές προβολές και καλό Σαββατοκύριακο!

 

Advertisements

3 thoughts on ““Florence Foster Jenkins” ή (Η ιστορία μιας προσωπικής αυταπάτης)

  1. Εννοείται πως θα πάω να την δω!και μόνο η πρωταγωνίστρια είναι εγγύηση για το αποτέλεσμα. Πάντως να σου πω την αλήθεια κάπου βαθιά μέσα μου θαυμάζω την Florence γιατί έκανε αυτό που ήθελε άσχετα με τις δυνατότητες της, άσχετα με το τι πίστευε ο κόσμος και αυτό θέλει πολλά κότσια! (εκτός αν υπήρξε τόσο πολύ αφελής….θα το μάθουμε υποθέτω στην ταινία!)

    Αρέσει σε 1 άτομο

    • Να σου πω την αλήθεια, θα συμφωνήσω μαζί σου! Εγώ όταν είχα ακούσε πρώτη φορά για την Jenkins είχα ανάμεικτα συναισθήματα οίκτου και θαυμασμού για το θάρρος της. Στην ταινία βέβαια ελπίζω να αποκρυπτογραφήσουμε το αν τελικά είχε επίγνωση της όλης κατάστασης!

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Παράθεμα: “Florence Foster Jenkins” ή (Η ιστορία μιας προσωπικής αυταπάτης) – worldtraveller70

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s